Αγαπημένη μου Κοινωνική Φοβία,

Από τότε που μπήκες στη ζωή μου προσπαθούσα να σε γνωρίσω, προσπαθούσα να μάθω τι ζητάς από μένα. Χιλιάδες ώρες σπατάλησα μπροστά από έναν υπολογιστή, μπροστά από αμέτρητες σελίδες επιστημονικών και μη βιβλίων ώστε να μπορέσω να σε καταλάβω. Να καταλάβω επιτέλους τι είναι αυτό που ζητάς από μένα. Να καταλάβω γιατί αποφάσισες να είμαι εγώ. Γιατί επέλεξες εμένα να γίνουμε ένα.

Μέχρι που άρχισα να σε γνωρίζω όταν σε σύστησαν σ’ εμένα: «Η διάγνωση είναι Διαταραχή Κοινωνικής Φοβίας», μου είπαν και ξαφνικά απέκτησες όνομα στο μυαλό μου. Δεν ήταν εύκολο να αποδεχτώ την παρουσία σου στη ζωή μου κι ένα απλό όνομα δεν ήταν αρκετό ώστε να καταλάβω τι ήταν αυτό που ζητούσες από μένα.

Σε φοβήθηκα, σε μίσησα, σε πάλεψα. Και μέσα από όλα αυτά κατάφερα να σε πείσω να βγάλεις επιτέλους τη σκοτεινή σου κουκούλα και να μου αποκαλυφθείς. Να σταθείς ολόγυμνη μπροστά μου, να με κοιτάξεις κατάματα και συστήνοντας τον εαυτό σου σ’ εμένα να μου δώσεις να καταλάβω γιατί έπρεπε να σε σηκώνω χρόνια ολόκληρα, φορτίο βαρύ στους αδύναμούς μου ώμους.

Και ναι, μπορώ τώρα πια, μετά από χρόνια ολόκληρα σκληρής με το μέσα μου μάχης, να πω ότι σ’ έχω καταλάβει. Μπορώ πια να αντιληφθώ ότι υπήρχες εκεί από πάντα. Ρίζωνες και θέριευες μεγαλώνοντας μαζί μου. Αναπτυσσόσουν παρέα μ’ εμένα, κρατούσες απ’ το χέρι την ψυχή μου και πορευόμασταν μαζί. Απλά χρειάστηκαν χρόνια για να σε πάρω χαμπάρι.

Κι όταν σ’ αντίκρισα τρόμαξα γιατί μέχρι τότε δεν γνώριζα την ύπαρξη σου. Δεν γνώριζα ότι η ίδια μου η ψυχή είχε γίνει το απαραίτητο για σένα έδαφος για να πάρεις ζωή και να ζήσεις μαζί μ’ εμένα, για εμένα. Είσαι κομμάτι μου. Ακόμα κι αν τώρα πια πρέπει να σου πω αντίο.

Για πόσο ακόμα θα σου δίνω την άδεια να αποτελείς το βαρίδιο που με τραβάει κάτω; Για πόσο θα με εμποδίζεις να εκπληρώσω τα όνειρά μου; Να ανοίξω τα φτερά μου και να πετάξω. Εσύ ήσουν πάντα για μένα ο καταπέλτης της ζωής μου. Μόνο εσύ.

Για όλα όσα με εμπόδισες να κάνω, για τα βήματα που θα με έφταναν στην κορυφή αλλά για σένα δεν τόλμησα, ρίχνοντας τον εαυτό μου ξανά στον πάτο. Για τις ατέλειωτες νύχτες με μάτια κατακόκκινα από το κλάμα να μην μπορώ να ησυχάσω από όλες εκείνες τις σκέψεις που με βομβάρδιζαν αλύπητα: «Είσαι ανάξια», «Δεν θα καταφέρεις ποτέ τίποτα», «Είσαι πολύ ανεπαρκής για να πετύχεις οτιδήποτε κι αν προσπαθήσεις», «Μάταια παλεύεις», «Μάταια ζεις».

Σκέψεις που εσύ μου φύτευες στην ψυχή, ριζωμένες τόσο βαθιά που δεν μπορούσα με τίποτα να τις ξεριζώσω από εκεί. Για τις ατέλειωτες κρίσεις πανικού να μου θυμίζουν συνεχώς την ύπαρξη σου και την δική μου αναξιότητα να υπάρχω σ’ αυτήν την ζωή. Κι όλα αυτά για σένα. Γιατί ο ενοχικός και όλο ευθύνες τρόπος που με μεγάλωσαν από παιδί, σε έφερε στην ζωή μου. Όλα αυτά για σένα αγαπημένη μου κοινωνική φοβία.

Μέχρι που σε κατάλαβα. Σ’ έψαξα, σε γνώρισα και τελικά σ’ αγκάλιασα. Προσπάθησα να σε αποδεχτώ, να σε αγαπήσω, να σε καλοπιάσω, μήπως κι αποφασίσεις να με απαλλάξεις απ’ όλο εκείνο το μαρτύριο. Να με απελευθερώσεις από τα ισχυρά δεσμά σου που δεν μ’ άφηναν να ζήσω ελεύθερη. Και τελικά τα κατάφερα. Σε γνώρισα και αγκαλιάζοντας σε κατάφερα να σε καταλάβω.

Και μαζί μ’ εσένα να καταλάβω κι εμένα. Να βρω τον τρόπο να σε βγάλω απ’ τη ζωή μου και να παλέψω για να την φτιάξω πάλι απ’ την αρχή. Να σου αποδείξω ότι δεν είχες δίκιο. Αξίζω να ζήσω και θα τα καταφέρω. Χωρίς εσένα.

Αντίο αγαπημένη μου φίλη. Σ’ ευχαριστώ για όλα όσα έμαθα. Σ’ ευχαριστώ για τη δύναμη που αναγκάστηκα να αποκτήσω εξαιτίας σου. Μείνε μακριά μου, αγαπημένη μου κοινωνική φοβία. Θα σε θυμάμαι για πάντα. Τώρα πια χαμογελώντας.

Βασιλική Γεωργίου

Photo: Author/Depositphotos

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε