Μια φορά κι έναν καιρό, ο φόβος κυνηγούσε την πριγκίπισσα του δάσους. Τις νύχτες φώλιαζε στο στήθος της κι αιχμαλώτιζε την αναπνοή της. Και στην αυγή του ηλίου την καταδίωκε ακόμη, υπονόμευε τις κινήσεις της, την ανάγκαζε να αποσύρεται στο χρυσό της θρόνο κι από εκεί ψηλά να μετρά μελαγχολικά ώρες και ν’ αφήνει τις δοξασμένες στιγμές της να ξεγλιστρούν.

Τα ζώα, που υπήρξαν ανέκαθεν οι πιο πιστοί της φίλοι, ανησυχούσαν πολύ. Πάσχιζαν να βρουν μια κάποια λύση που θα επανέφερε την ηρεμία στην ψυχή της κοπέλας και τη γαλήνη στο δάσος. Μα εκείνη έτρεμε τις ίδιες της τις σκέψεις και μέρος πια δεν της απέμενε για να κρυφτεί από τη φυλακή της.

Ένα βράδυ ο αέρας φυσούσε μανιασμένα κι η θλιμμένη πριγκίπισσα αγωνιούσε να βυθιστεί στην αγκαλιά του Μορφέα. Μα έμοιαζε η αγκαλιά αφιλόξενο τοπίο και τα βλέφαρά της παρέμεναν ορθάνοιχτα.

Έτσι, απόφαση το πήρε να σηκωθεί από κρεβάτι. Περπάτησε για κάμποση ώρα ώσπου κάποτε αντίκρισε μπροστά της μια καταγάλανη θάλασσα. Λιγάκι πιο πέρα, στην άκρη των υδάτων, έστεκε ένας τύπος με λουλουδένιο μαγιό. Ο αέρας χόρευε ακόμη στον τρελό ρυθμό του μα – ένα αλλόκοτο πράγμα – το νερό του ωκεανού παρέμενε ακίνητο. Η κοπέλα σάστισε. Πλησίασε διστακτικά τον νέο. Εκείνος της χαμογέλασε πλατιά:

«Ο καιρός – καλός ή κακός – αποτελεί εξωτερικό φαινόμενο. Το πώς, όμως, εμείς αντιδράμε στα κελεύσματά του υπήρξε ανέκαθεν μια πολύ προσωπική επιλογή», της είπε λες κι είχε μαντέψει την απορία της.

Η πριγκίπισσα τότε κάθισε πλάι του. Δεν καταλάβαινε γιατί μα εμπιστευόταν τον άγνωστο άντρα, που έμοιαζε να κρατά στα δύο του χέρια τα μυστικά του σύμπαντος. Μοιράστηκε λοιπόν μαζί του την ιστορία της, την αριστοκρατική καταγωγή και τους εφιαλτικούς δράκους της. Αυτός την άκουσε προσεκτικά. Έπειτα της σιγοτραγούδησε ένα σκοπό:

«Την καρδιά εμπιστεύσου
και στον χορό της απλώς αφέσου
Ο τρόμος δεν σε σταματά
όσο τα όνειρά σου μένουν ζωντανά»

Γιατί τελικά στη δύση και της πλέον σκοτεινής μέρας υπάρχεις εσύ! Εσύ με τις αγωνίες στους ώμους μα και με τη φλογισμένη επιθυμία να διασχίσεις το δάσος. Και θα το κάνεις. Ακόμη και με πληγωμένα τα πέλματά σου θα συνεχίσεις να προχωράς. Για το ταξίδι που σε καρτερεί να το βιώσεις και για τη ζωή που σε προσκαλεί να τη ζήσεις.

Και σε κάθε σου βήμα θα κρατάς νοητά από το χέρι τους ανέμελους τύπους που σου τραγούδησαν ένα καλοκαίρι στην παραλία. Θα αφήνεις πίσω το μέτριο, τους δειλούς και τους βολεμένους που καθρεφτίζουν στην πλάτη σου το χρυσό κλουβί τους. Θα τους αποχαιρετάς οριστικά και θ’ αρνείσαι να κουβαλάς πάνω σου τα σπασμένα τους κομμάτια.

Θ’ αναπνέεις ελεύθερα. Αλλά ακόμη κι όταν ο φόβος επιστρέφει στο στήθος εσύ απλώς θα συντονίζεσαι στους χτύπους της καρδιάς. Πια θα ξέρεις. Είσαι η ίδια η ακτίνα του ηλίου που λάμπει πίσω από τα πυκνά σύννεφα, το νερό της θάλασσας που ξεδιψάει την πλάση με την ορμή του. Είσαι η μόνη αληθινή σου ελπίδα, ο θριαμβευτής άσσος στο μανίκι του πεπρωμένου σου.

Και τώρα πλησίασε τον φόβο σου. Άγγιξέ τον. Κατανόησε τον. Συμπόνεσέ τον αν μπορείς. Νιώθει αδύναμος κι άλλον τρόπο δε βρίσκει για να σου προσελκύσει την προσοχή από τις ανόητες κραυγές του. Μα οι κραυγές γίνονται υπόκωφοι ήχοι στα εκπαιδευμένα αυτιά και στις Σειρήνες δεν απομένει φωνή για να παγιδεύσουν όσους καπετάνιους σαλπάρουν αποφασιστικά προς την Ιθάκη τους.

Κι από κάπου μακριά σε βλέπω ακόμη στην παραλία. Ξαπλώνεις στην ξανθή άμμο. Κυλίεσαι σε αυτήν. Καρφάκι δε σου καίγεται για όσους φρόνιμους σε αποκαλούν ανώριμο ή τρελό. Εσύ, άλλωστε, γνωρίζεις καλά πως μονάχα οι τρελοί διασχίζουν τα δάση, εξημερώνουν τ’ άγρια θηρία και μας τραγουδούν τις νύχτες που χάνουμε τον εαυτό μας.

Κι ύστερα γνωρίζεις και κάτι ακόμη, πολύ σημαντικό. Ποτέ δε χάνουμε πραγματικά αυτό που φωλιάζει μέσα μας, ποτέ δεν αποχωριζόμαστε οριστικά το κέντρο μας. Εάν η καρδιά μας το ποθεί ξετρυπώνουμε ντάμες και καβαλιέρους στη μέση της ερήμου. Είμαστε –μην το ξεχνάς- περαστικοί κι αιώνιοι, ένα πέταγμα που αξίζει τα ορθάνοιχτα φτερά του.

«Ζήσε για τώρα κι, έτσι, ζήσε για πάντα», ακούς από μακριά. Ο φόβος κουλουριάζεται στη γωνιά του. Ανέκαθεν φθονούσε την ευτυχία σου μα διαφορετική επιλογή δεν του απομένει πια από το να προσκυνήσει το φως σου.

Και πλέον τον ευχαριστείς. Σου έμαθε, εξάλλου, να προχωράς παρά τους αμέτρητους δισταγμούς του, ν’ αναπνέεις πέρα από τη ασφυξία του, να χτίζεις παλάτια στην άγονη γραμμή και να ξετρυπώνεις ουράνια τόξα στις καταιγίδες του.

Και σε δίδαξε ν’ αγαπάς τους τυχοδιώκτες, με τα στραβά τους και το μεγαλείο τους, με τους χειμώνες και τα καλοκαίρια τους, μα πάνω απ’ όλα με το αδιανόητο πείσμα τους να διεκδικούν την ελευθερία σε έναν κόσμο που επιμένει να τους περνά χειροπέδες.

Ο φόβος τώρα φεύγει με το πλοίο της γραμμής. «Θα επιστρέψω», σε απειλεί. Ωστόσο, μοιάζει η φωνή του αδύναμη και το δάσος στέκεται πιστός συμμάχος σου στο ταξίδι. Η φύση ανθίζει ενώ ο τύπος της παραλίας με ένα ποτήρι κόκκινο κρασί στο χέρι σου υπενθυμίζει: «Ζήσε για τώρα κι, έτσι, ζήσε για πάντα».

Και θα το κάνεις. Γιατί η ζωή είσαι εσύ και τα γαλήνια νερά αποτελούν το μοναδικό σου σπίτι. Κι όσες πυξίδες κι αν χάσεις, πάντα θα επιστρέφεις εκεί όπου τα ύδατα χαμογελούν θαρραλέα στις φουρτούνες. Και κάπως έτσι τις νικούν…

Συγγραφέας Κατερίνα Τσιτούρα

Είμαι απόφοιτος της Ελληνικής Φιλολογίας με ειδίκευση στη Γλωσσολογία.Το 2017 εξέδωσα από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης» το πρώτο μου βιβλίο, ένα παραμύθι για ενήλικες με τίτλο «Η Καθρεφτούπολη». Λατρεύω να παρατηρώ τους ανθρώπους. Κι έτσι γράφω. Για να τους κατανοήσω λίγο περισσότερο. Για να διηγηθώ μια ιστορία.Τη δική τους, τη δική μου ή εκείνη που θα μπορούσε να εκτυλιχτεί σ’ έναν κόσμο όπου οι λέξεις νικούν τον χρόνο.

Δείτε όλα τα άρθρα

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε