Η αυθόρμητη διαπίστωση «σ’ αγαπώ» μου θυμίζει την οδική σήμανση «Απαγορεύεται η Στάθμευση» σε μία χώρα χωρίς αυτοκίνητα. Δε ξέρω τι σημαίνει «σ’ αγαπώ». Για την ακρίβεια, δεν ξέρω καν αν υπάρχει κάποιος που να ξέρει. Η αλήθεια είναι πως δεν θα ένοιωθα δυστυχισμένος εάν η λίστα με όσα αδυνατώ να ξέρω τελείωνε κάπου εδώ. Κατά κάποιο ανορθόδοξο θα έλεγα τρόπο η λίστα ετούτη αρνείται να σημάνει το τέλος της.

Δεν ξέρω αν δύναμαι να ξέρω τι σημαίνει «σ’ αγαπώ». Ακόμα δεν ξέρω αν δύναται ο οποιοσδήποτε να ισχυριστεί πως ξέρει. Εάν ξέρω πως μπορούμε με βεβαιότητα σαν ανθρώπινο είδος να ισχυριστούμε πως μία από τις πέντε αισθήσεις είναι η όραση ή η ακοή, ξέρω πως δεν ξέρω αν μπορούμε να αξιωθούμε πως ξέρουμε τι σημαίνει «σ’ αγαπώ». Ισχυρίζομαι ότι δεν ξέρω τι σημαίνει, δεν ξέρω αν δύναμαι να ξέρω, δεν ξέρω αν ο άνθρωπος ως ον δύναται να ξέρει τι σημαίνει «σ’ αγαπώ».

Και ακόμα και αν δεν ξέρω τίποτα από όλα αυτά, είμαι πεπεισμένος τουλάχιστον για την εξής διαπίστωση: Δεν πειράζει. Δηλαδή, επιχειρώ να σκιαγραφήσω την εικασία πως ένα από τα προαπαιτούμενα της ύπαρξης του «σ’ αγαπώ» είναι η αδυναμία της πραγμάτωσης της όποιας γνώσης, για το τι σημαίνει «σ’ αγαπώ», η αδυναμία της όποιας αυθόρμητης συνειδητοποίησης του τύπου: «Ξέρω ότι σ’ αγαπώ». Μια εικασία που μου θυμίζει, αλήθεια, τον νομοθέτη εκείνο που ο μόνος τρόπος να αποφανθεί πως «Απαγορεύεται η Στάθμευση» ήταν να του ήταν παντελώς άγνωστη η όποια έννοια της στάθμευσης, προφανώς λόγω της απουσίας αυτοκινήτων. Ακόμα και έτσι όμως, ο νομοθέτης, νομοθέτησε.

Ας φέρουμε τη συζήτηση πιο κοντά μας. Δεν φιλοδοξώ να λύσω το μετα-φιλοσοφικό πρόβλημα της επιστημολογίας της αγάπης. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν αναγνωρίζω πως υπάρχει πρόβλημα. Είναι αδιανόητο να λέμε πως δεν υπάρχει κάποιου είδους πρόβλημα όταν μας ρωτά ο άνθρωπός μας «πού ξέρεις ότι μ’ αγαπάς;» και ρυτιδώνουν τα φρύδια μας. Αυτό το ρυτίδωμα οδηγεί σε ένα φαύλο κύκλο υπέρ-ανάλυσης που μας κλείνει στον εαυτό μας και θα έλεγα πως είναι αρκετό για να διαλύσει τη μαγεία της στιγμής του «σ’ αγαπώ».

Σαν άνθρωποι πάντοτε προσπαθούμε να λύσουμε ένα πρόβλημα παραθέτοντας πιθανές λύσεις και παραβλέπουμε το γεγονός πως το πρόβλημα που επιχειρούμε να λύσουμε εμπεριέχει στην οντολογία εμάς! Εμάς, που παραθέτουμε λύσεις στο πρόβλημα και όσο επεκτείνεται αυτή η διαδικασία το πρόβλημα δυσχεραίνει. Προτείνω λοιπόν το εξής: να ορίσουμε εκ νέου το πρόβλημα επειδή ο ήδη υπάρχων ορισμός εστί το πρόβλημα.

Πώς ξέρω ότι σ’ αγαπώ; Πώς ξέρω ότι ξέρω; Οι επιλογές μας είναι δύο: Η πρώτη είναι η επιλογή του «Ξέρω τι σημαίνει σ’ αγαπώ!», που κουβαλάει πάντα μαζί του μία σειρά επιχειρημάτων που πάντα καταλήγουν σε φτωχά ή ατεκμηρίωτα συμπεράσματα. Αμφιβάλλω το να ξέρεις τι σημαίνει «αγαπώ» με την ίδια λογική που δε ξέρεις τι σημαίνει να πονάς, να πενθείς, να γαργαλιέσαι και να διψάς. Ξέρεις τα συμπτώματα τους και ίσως κάποιες από τις αιτίες τους αλλά δε ξέρεις την ετυμολογία της οντολογίας τους. Αυτή η επιλογή μυρίζει από αρκετά μακριά ήττα. Η δεύτερη επιλογή είναι η απλή παραδοχή ότι δεν ξέρω ότι «σ’ αγαπώ».

Έλα όμως που η λαοπλάνος η γλώσσα, έχει εδώ και καιρό δαιμονοποιήσει τη δεύτερη αυτή επιλογή; Όταν δε ξέρω που είναι τα κλειδιά μου, δεν εξυπακούεται πως ισχυρίζομαι ότι δεν υπάρχουν τα κλειδιά μου. Με βάση αυτό, η αποδοχή του «Δεν ξέρω ότι σ’ αγαπώ» αντηχεί με μία άσχημη τονικότητα, δίνοντας την αίσθηση πως ο άνθρωπός μας δε μας αγαπάει.

Βλέπετε, με τον ίδιο τρόπο που μετουσιώνει λέξεις όπως «πέθανε» σε «έφυγε» για να απαλύνει την αβάσταχτη ελαφρότητα του νοήματος της ύπαρξης, έτσι μετουσίωσε και το «ξέρω τι σημαίνει σ’ αγαπώ» σε «σε αγαπώ» και την άρνηση αυτού του ισχυρισμού («δεν ξέρω τι σημαίνει σ’ αγαπώ») σε «Δε σε αγαπώ». Άρα το να μη ξέρεις τι εστί να αγαπάς τον άνθρωπο που ήδη τόλμησες να αποκαλέσεις άνθρωπό σου, δεν προνοεί πως δεν τον αγαπάς.

Δεν θέλω να μείνω εδώ. Θα ισχυριστώ ακόμη κάτι που ίσως χαρακτηριστεί ακραίο, διότι πως δύναμαι να μιλάω για την αγάπη και να οριοθετώ με άκρες τους ισχυρισμούς μου; Ισχυρίζομαι λοιπόν πως το να αγαπάς προϋποθέτει να μη ξέρεις τι σημαίνει να αγαπάς. Ακούγεται οξύμωρο, αλλά η αγάπη είναι ότι είναι και το κέρδος για τον καπιταλισμό, ουχί εξαρτησιογόνα ουσία, αλλά αυτοσκοπός. Ας υποθέσουμε για χάρη της συζήτησης λοιπόν ότι η ξέρουμε τι σημαίνει να αγαπούμε.

Η ανάλυση της αιτιολόγησής μας θα έχει ένα χαρακτήρα επεξηγηματικό: δηλαδή επειδή με κάνει χαρούμενο, ή επειδή περνάω ωραία μαζί του, ή επειδή με κάνει να αισθάνομαι ωραία με τον εαυτό μου. Μα τέτοιου είδους ιδιοτελούς ανάλυσης δεν δύναται να ταιριάζει σε κάτι εκ φύσεως ανιδιοτελές. Δεν χρησιμοποιούμε την αγάπη ως ουσία και μέσο για να ικανοποιήσουμε έναν εθισμό. Η αγάπη είναι ο ίδιος ο εθισμός. Έτσι οποιαδήποτε προσπάθεια εξήγησης, είναι καταδικασμένη να αποτύχει και αν δεν αποτύχει δρα ως προϊκονομία ότι δεν αγαπούμε πραγματικά. Το να αγαπούμε σημαίνει να μην μπορούμε να πούμε τι σημαίνει να αγαπούμε.

Γι’ αυτό λοιπόν η σημασία της αγάπης είναι το «απαγορεύεται η στάθμευση» σε μία πόλη δίχως αυτοκίνητα, το «απαγορεύεται το κάπνισμα» σε μία πόλη χωρίς τσιγάρα, το «απαγορεύεται να βουτάτε» σε ένα ξενοδοχείο χωρίς πισίνα, κυρίως, το «απαγορεύεται το απαγορεύεται» σε μια πόλη που δεν επιτρέπεται τίποτα. Σκοτώστε επιτέλους εκείνο το ρυτίδωμα των φρυδιών όταν δε ξέρει ο άνθρωπός σας τι πάει να πει το σ’ αγαπώ που μόλις σας ξεστόμισε. Αν ήξερε μάλλον το σ’ αγαπώ δε θα ήτανε όσο αληθινό όσο τώρα που δε ξέρει. Αν ήξερε μάλλον δε θα σας αγαπούσε.

Χριστόφορος Τριανταφύλλου

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε