Προσπαθούμε ν’ αποκτήσουμε αυτό που δεν έχουμε ή να γίνουμε εκείνο που δεν είμαστε, ακόμη κι αν αυτό που επιθυμούμε δεν είναι αναγκαίο, κι ακόμη κι αν η φιλοδοξία μας είναι ανέφικτη ή άδικη. Εμείς οι προνομιούχοι που δεν πεινάσαμε ποτέ, που βρήκαμε ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μας και δεν κοιμηθήκαμε έξω στο κρύο, εμείς που – καλώς ή κακώς -, έχουμε ακόμα δουλειά, που δεν περπατήσαμε ποτέ ξυπόλυτοι παρά μόνο στην παραλία, εμείς πάντα κάτι επιθυμούμε.

Επιθυμούμε αυτό κι εκείνο και τ’ άλλο, γιατί δεν είμαστε ευχαριστημένοι με τα πράγματα όπως είναι. Λένε πως η επιθυμία σέρνει μονίμως απ’ το χέρι την απογοήτευση, αλλά στην πραγματικότητα συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο: η απογοήτευση είναι που τραβάει απ’ το χέρι την επιθυμία. Γι’ αυτό, ακόμα κι όταν η επιθυμία έχει ικανοποιηθεί, η πιο πρωτόγονη και βαθιά απογοήτευση εξακολουθεί – ακόρεστη – να υπάρχει.

Αν δεν απαλλαγούμε απ’ αυτή την ενδογενή αίσθηση ανικανοποίητου, ακόμη κι αν καταφέρουμε κάτι απ’ όσα ποθούμε, θα διαπιστώσουμε ότι το επίτευγμά μας δεν είναι ποτέ πλήρες, ποτέ όπως το φανταζόμαστε, ποτέ αρκετό.

Ένας ναυαγός που κατάφερε να σωθεί γαντζωμένος σ’ ένα ξύλο όταν βυθίστηκε το πλοίο του, ζει στην ερημιά, σ’ ένα απομονωμένο νησί. Μετά από χρόνια στη σιωπή και τις στερήσεις, βλέπει ένα πρωί να βγάζει η θάλασσα στην παραλία ένα περίεργο, αστραφτερό λυχνάρι. Ο ναυαγός, χωρίς καθόλου να διστάσει, τρίβει το λυχνάρι και εμφανίζεται ένα τζίνι.

«Θα σου ικανοποιήσω δύο επιθυμίες», λέει το τζίνι. «Μία γιατί μ’ έσωσες από τη θάλασσα, και μία ακόμη γιατί μ’ απελευθέρωσες από τη φυλακή μου».

Ο άντρας αναλογίζεται όλα όσα ονειρευόταν τόσα χρόνια στο ερημονήσι… «Θα ‘θελα να είχα ένα μπουκάλι μπίρα που να μη στερεύει ποτέ, άθραυστο κι αιώνιο». «Αυτό είναι εύκολο», λέει το τζίνι. «Έγινε».

Εμφανίζεται ένα συννεφάκι στα πόδια του ναυαγού και μέσα υπάρχει ένα μπουκάλι μπίρα. Ο άντρας την αρπάζει και πίνει λαίμαργα αυτό που τόσο καιρό λαχταρούσε. Αφού πίνει τη μεγαλύτερη γουλιά που έχει πιεί στη ζωή του, κοιτάζει το μπουκάλι και διαπιστώνει πως είναι ακόμη γεμάτο.

Βάζει τα γέλια, αναποδογυρίζει το μπουκάλι κι αρχίζει να χύνει την μπίρα στην άμμο. Το χρυσαφένιο υγρό πέφτει σαν χείμαρρος ασταμάτητα στην παραλία, το μπουκάλι όμως δεν αδειάζει. Εκσφενδονίζει τότε τον πολύτιμο θησαυρό του πάνω σ’ έναν βράχο, το γυαλί όμως δε σπάει και το μπουκάλι εξακολουθεί να είναι μέχρι πάνω γεμάτο μπίρα.

Ο άντρας τραβάει άλλη μια ατέλειωτη ρουφηξιά και σκουπίζει τα χείλη του με το μανίκι του… «Ποια είναι η δεύτερη επιθυμία σου;» τον ρωτάει το τζίνι. «Μήπως θέλεις χρόνο να το σκεφτείς;» Ο ναυαγός όμως είναι άπληστος, και οι άπληστοι δεν έχουν καθόλου φαντασία… «Όχι», λέει ο άντρας που τόσο καιρό ζει στο ερημονήσι. Θέλω άλλο ένα ίδιο μπουκάλι!»

Όπως το βλέπει η φιλοσοφία ζεν, ο άνθρωπος είναι πρακτικά αδύνατον να ικανοποιηθεί, ακόμη κι αν έχει αποκτήσει το μαγικό αστείρευτο μπουκάλι. Συνεπώς, η μόνη λύση αν θέλει κάποιος να αποφύγει τη ματαίωση και τη δυστυχία, είναι – στο παραπάνω παράδειγμα – να εγκαταλείψει εξαρχής την επιθυμία του πρώτου μπουκαλιού. Μ’ άλλα λόγια: να φτάσει στην απόλυτη αποδοχή, σε μια χαλαρή και διόλου απαιτητική σχέση με τα πράγματα που είναι όπως είναι, και βρίσκονται εκεί που βρίσκονται.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι με τίτλο «Ο δρόμος της Πνευματικότητας» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Opera

Photo: Author/Depositphotos

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε