Ένα από τα πιο συνηθισμένα αντικαταθλιπτικά, η σερτραλίνη, προκαλεί κυρίως μείωση των συμπτωμάτων του άγχους, αρκετές εβδομάδες πριν τελικά καταφέρει βελτιώσεις στα καταθλιπτικά συμπτώματα. Αυτά ήταν τα βασικά ευρήματα μιας έρευνας που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό The Lancet Psychiatry.

Η έρευνα χρηματοδοτήθηκε από το Εθνικό Ινστιτούτο Έρευνας για την Υγεία της Μ. Βρετανίας και ήταν η πρώτη αυτής της έκτασης, στην οποία δεν εμπλέκεται καμία φαρμακοβιομηχανία. Περιελάμβανε ένα μεγάλο εύρος ασθενών συμπεριλαμβανομένων ανθρώπων με ήπια έως μέτριας έντασης συμπτώματα. Οι ερευνητές μελέτησαν ένα πολύ ευρύτερο γκρουπ συμμετεχόντων σε σύγκριση με τις περισσότερες παλαιότερες κλινικές έρευνες.

Η σερτραλίνη δεν φάνηκε να βελτιώνει τα καταθλιπτικά συμπτώματα, τα οποία περιλαμβάνουν κακή διάθεση, απώλεια απόλαυσης και κακή συγκέντρωση μέσα στις πρώτες έξι εβδομάδες. Ωστόσο, υπήρξαν ορισμένα φτωχά ευρήματα ότι η σερτραλίνη μείωσε τα καταθλιπτικά συμπτώματα κατά 12 εβδομάδες.

Οι συμμετέχοντες που έλαβαν σερτραλίνη είχαν διπλάσιες πιθανότητες να δηλώσουν ότι η ψυχική τους υγεία ήταν βελτιωμένη σε σύγκριση με όσους έλαβαν ψευδοφάρμακα. Οι επιστήμονες αναφέρουν ότι τα ευρήματα στηρίζουν το γεγονός ότι υπάρχει συνεχή συνταγογράφηση της σερτραλίνης και άλλων παρόμοιων αντικαταθλιπτικών σε άτομα που αντιμετωπίζουν καταθλιπτικά συμπτώματα.

«Φαίνεται ότι όσοι λαμβάνουν το φάρμακο νιώθουν λιγότερο άγχος, οπότε και νιώθουν γενικά καλύτερα, ακόμα κι αν τα καταθλιπτικά τους συμπτώματα επηρεάζονται λιγότερο. Ευχόμαστε να έχουμε ρίξει λίγο περισσότερο φως στο πώς λειτουργούν τα αντικαταθλιπτικά, καθώς αποδείχτηκε ότι επηρεάζουν κυρίως τα αγχώδη συμπτώματα όπως νευρικότητα, ανησυχία και ένταση, και χρειάζεται περισσότερος χρόνος για να επηρεάσουν τα καταθλιπτικά συμπτώματα», ανέφερε η δρ. Γκέμα Λιούις του τμήματος Ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου του Λονδίνου UCL και επικεφαλής συντάκτρια της μελέτης.

Το δείγμα ήταν αρκετά αντιπροσωπευτικό, καθώς αποτελούταν από 653 άτομα και περιελάμβανε όλο το φάσμα των συμπτωμάτων και της έντασης της διαταραχής. Το ηλικιακό φάσμα ήταν από 18 – 74 ετών. Αυτά τα αποτελέσματα δεν σημαίνουν σε καμία περίπτωση ότι δεν πρέπει να ακολουθούμε τις συστάσεις και οδηγίες των ειδικών. Αλλά υποδεικνύουν ότι χρειάζεται η επιστημονική κοινότητα να μην εφησυχάζει και να αναζητά συνεχώς νέους τρόπους βελτίωσης των θεραπειών που δίνει. Δείχνει ακόμα ότι όλα αυτά τα φάρμακα χρειάζεται να συνδυάζονται με άλλες μορφές θεραπείας, όπως ψυχοθεραπεία για την καλύτερη διαχείριση των διαταραχών και της καθημερινότητας.

Μετάφραση – Επιμέλεια: Στεφανία Βαρούχου

Photo: Author/Depositphotos

Πηγές

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε