Οι γάτες μπορεί να φαίνονται κυρίως αδιάφορες και ασυγκίνητες από την επαφή τους με τους ανθρώπους, αλλά αποδεικνύεται ότι αυτό δεν είναι εντελώς αλήθεια. Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι βρήκαν πως, όπως τα παιδιά και οι σκύλοι, έτσι και οι γάτες διαμορφώνουν έναν συναισθηματικό τύπο προσκόλλησης – μια κατάσταση κατά την οποία η παρουσία ενός φροντιστή τις βοηθά να νιώθουν ασφαλείς και ήρεμες ώστε να εξερευνήσουν το περιβάλλον τους.

«Παρά τις λίγες μελέτες, φαίνεται ότι μέχρι τώρα υποτιμούσαμε τις κοινωνιογνωστικές ικανότητες των γατών», γράφουν οι συντάκτες της έρευνας. Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Current Biology, από επιστήμονες του Κοινοτικού Πανεπιστημίου του Όρεγκον στις ΗΠΑ και περιελάμβανε ιδιοκτήτες και τις γάτες τους.

Ο κάθε ιδιοκτήτης περνούσε δύο λεπτά με τη γάτα του και μετά έφευγε από το δωμάτιο για δύο λεπτά. Ύστερα, επέστρεφε για άλλα δύο λεπτά. Κατά τη διάρκεια του πειράματος, οι ερευνητές κατέγραφαν τη συμπεριφορά των 70 γατών.

Τα αποτελέσματα αποκαλύπτουν ότι το 64% των ζώων έδειξε να είναι λιγότερο στρεσαρισμένο κατά τη διάρκεια της επανένωσης με τον ιδιοκτήτη τους σε σύγκριση με τον χρόνο απουσίας του. Κατά τη διάρκεια της επανένωσης, φάνηκε να υπάρχει μια ισορροπία ανάμεσα στην επαφή με τον ιδιοκτήτη και στην περιπλάνηση στο χώρο – μια απόκριση που είναι απόδειξη ασφαλούς τύπου προσκόλλησης.

Οι συντάκτες της έρευνας αναφέρουν ότι το 36% των γατών επέδειξε «ανασφαλή δεσμό προσκόλλησης» – παρέμεναν στρεσαρισμένες κατά τη διάρκεια της επανένωσης, με την πλειοψηφία να αναζητά αγκαλιά και οι άλλες είτε απέφευγαν την επαφή, είτε συγχυσμένες για το τι να κάνουν. Ένας παρόμοιος διαχωρισμός σε ασφαλή vs ανασφαλή δεσμό παρατηρήθηκε σε 38 ενήλικες γάτες, και η ομάδα αναφέρει ότι ένας τέτοιος διαχωρισμός έχει επίσης παρατηρηθεί σε προηγούμενες έρευνες που περιελάμβαναν σκύλους και παιδιά.

Επιπλέον πειράματα έδειξαν ότι η εκπαίδευση και η κοινωνικοποίηση μιας υποομάδας γατών είχε μικρή επίδραση στον τύπο προσκόλλησης. Οι ερευνητές συμπέραναν, λοιπόν, ότι αν και αυτά τα μέτρα επηρεάζουν την ανάπτυξη ενός τύπου δεσμού στην αρχή, δεν τον επηρεάζουν στη συνέχεια. Επιπλέον, αυτά τα ευρήματα δηλώνουν ότι υπάρχουν και κληρονομήσιμοι παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν το είδος δεσμού και τη σταθερότητά του.

Εντούτοις, ο καθηγητής Daniel Mills, ειδικός στη συμπεριφορά ζώων από το Πανεπιστήμιο του Lincoln, ανέφερε ότι η έρευνα έχει ορισμένους περιορισμούς, διότι δεν επανέλαβε το πείραμα με αγνώστους και δεν εξερεύνησε άλλους πιθανούς τύπους δεσμού. Έτσι, οι γάτες θα μπορούσε να ανταποκρίνονται θετικά γενικότερα στην ανθρώπινη παρουσία και όχι στην παρουσία και μόνο του ιδιοκτήτη τους.

Ο κ. Mills προσθέτει πως αν και οι μικρές γάτες επιδεικνύουν κάποιο τύπο δεσμού με τη μητέρα τους, δεν είναι ξεκάθαρο το αν διαμορφώνουν έναν παρόμοιο τύπο δεσμού με τους ιδιοκτήτες τους. Ο ίδιος θεωρεί ότι οι γάτες δένονται συναισθηματικά με τους ιδιοκτήτες τους, απλά δεν έχουμε αρκετά πειστικά ευρήματα ότι πρόκειται για μια μορφή ψυχολογικού δεσμού, έτσι όπως εμείς οι άνθρωποι τον έχουμε στο νου μας. Κλείνει λέγοντας πως οι γάτες είναι ένα είδος που είναι κοντά στον άνθρωπο, οπότε και επωφελείται από έναν τύπο δεσμού. Ωστόσο, αυτός μάλλον δεν είναι έμφυτος όπως στα παιδιά και στους σκύλους.

Nicola Davis

Πηγές

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε