«Καλωσορίσατε στο Κλαμπ των 5 π.μ.!», φώναξε ο δισεκατομμυριούχος κατεβαίνοντας χοροπηδηχτά τα σκαλιά της παραθαλάσσιας κατοικίας του. «Μπονσού Σημαίνει “καλημέρα” στην τοπική κρεολική γλώσσα. Είστε στην ώρα σας! Μου αρέσει αυτό! Η καλή σχέση με τον χρόνο είναι γνώρισμα της αριστοκρατίας. Τουλάχιστον έτσι το έχω εγώ στο τετράδιο με τα συστήματά μου. Στόουν Ράιλι, το όνομά μου», διευκρίνισε απλώνοντας ευγενικά το χέρι για να χαιρετήσει τους δύο φιλοξενούμενούς του.

Τα ταλαιπωρημένα παλιά ρούχα είχαν αντικατασταθεί από μαύρα σορτς για δρομέα κι ένα αψεγάδιαστο λευκό μπλουζάκι διακοσμημένο με το σύνθημα «Καμιά ιδέα δεν δουλεύει αν δεν τη δουλέψεις». Ήταν ξυπόλυτος και φρεσκοξυρισμένος, σε εξαιρετική φυσική κατάσταση και ηλιοκαμένος, με αποτέλεσμα να δείχνει πολύ νεότερος από ό,τι στο σεμινάριο. Στο κεφάλι φορούσε μαύρο καπελάκι μπέιζμπολ φορεμένο ανάποδα. Τα πράσινα μάτια του παρέμεναν ασυνήθιστα καθαρά. Και το χαμόγελό του εκπληκτικά λαμπερό. Κάτι ασυνήθιστα εξαιρετικό συνέβαινε με αυτόν τον άντρα, όπως το είχε διαισθανθεί η
επιχειρηματίας.

Ένα λευκό περιστέρι στάθηκε μετέωρο, σαν κρεμασμένο εκεί με μαγικά, πάνω από τον μεγιστάνα επί περίπου δέκα δευτερόλεπτα. Μετά πέταξε κι απομακρύνθηκε. Μπορείτε να το φανταστείτε αυτό; Ήταν κάτι θαυμάσιο να το βλέπεις. «Μου επιτρέπετε να σας αγκαλιάσω και τους δυο;» είπε με ενθουσιασμό ο δισεκατομμυριούχος, απλώνοντας ταυτόχρονα τα μεγάλα χέρια του γύρω από την επιχειρηματία και τον καλλιτέχνη χωρίς να περιμένει απάντηση.

«Θαυμάζω το κουράγιο σας. Ναι, έχετε κουράγιο», είπε σκεφτικός. «Εμπιστευτήκατε έναν ταλαιπωρημένο στην όψη γέροντα. Έναν εντελώς ξένο. Το ξέρω ότι τις προάλλες έμοιαζα με περιπλανώμενο αλήτη. Όμως δεν είναι ότι δεν με νοιάζει καθόλου η εμφάνισή μου. Απλώς δεν με ενδιαφέρει και τόσο πολύ η εμφάνισή μου», είπε γελώντας με την ανύπαρκτη αυτογνωσία του. «Μου αρέσουν τα προσγειωμένα πράγματα. Όμορφα και απλά. Εντελώς γνήσια. Μου θυμίζουν μια παλιά σκέψη: Ο πλούτος δεν σε αλλάζει. Απλώς αυξάνει εκείνο που ήσουν πριν βγάλεις τα λεφτά».

Ο δισεκατομμυριούχος κοίταξε μακριά στον ωκεανό και απόλαυσε τις πρώτες ακτίνες της καινούριας αυγής να περνούν από πάνω του. Έκλεισε τα μάτια και πήρε βαθιά αναπνοή. Το περίγραμμα των σμιλεμένων κοιλιακών μυών του διαφαινόταν μέσα από το μπλουζάκι. Έβγαλε ένα λουλούδι από την πίσω τσέπη του μαύρου σορτς του. Ούτε η επιχειρηματίας ούτε ο καλλιτέχνης είχαν ξαναδεί τέτοιο λουλούδι. Και μάλιστα τόσο άθικτο, μολονότι είχε βγει από την τσέπη του δισεκατομμυριούχου. Παράξενο.

«Τα λουλούδια είναι πολύ σημαντικά για όποιον σκέφτεται σοβαρά να δημιουργήσει μαγικά στη δουλειά και την προσωπική ζωή του», είπε ο πολυεκατομμυριούχος μυρίζοντας τα πέταλα του λουλουδιού. «Τέλος πάντων, ήθελα να αναφέρω ότι ο πατέρας μου ήταν αγρότης. Εγώ μεγάλωσα σε αγρόκτημα, πριν μετακομίσουμε στη νότια Καλιφόρνια. Σκεφτόμαστε απλά, μιλούσαμε απλά, τρώγαμε απλά, ζούσαμε απλά. Όπως λέμε, όπου και να πάει ο αγρότης, παραμένει αγρότης», πρόσθεσε με ενθουσιασμό που γινόταν μεταδοτικός, διατηρώντας το βλέμμα του καρφωμένο στη μεγαλειώδη θάλασσα.

Η επιχειρηματίας και ο καλλιτέχνης δεν τσιγκουνεύτηκαν τα ευχαριστώ που είχαν να πουν στον δισεκατομμυριούχο. Του εξήγησαν ότι ως εκείνη τη στιγμή η περιπέτειά τους ήταν μοναδική και τον διαβεβαίωσαν με ειλικρίνεια ότι το νησί και η ιδιωτική παραλία του ήταν πιο όμορφα από οτιδήποτε είχαν δει ως τότε στη ζωή τους. «Σωστή ουτοπία ε;» είπε ο δισεκατομμυριούχος φορώντας τα γυαλιά ηλίου του. «Ότι είμαι ευλογημένος είναι βέβαιο. Πολύ χαίρομαι που είστε εδώ, γάτες μου».

«Άρα πήρες από τον πατέρα σου τη συνήθεια να ξυπνάς με την ανατολή του ήλιου;» ρώτησε ο καλλιτέχνης καθώς περπατούσαν στην άκρη του νερού. Ένα μικροσκοπικό καβουράκι πέρασε βιαστικά από μπροστά τους• τρεις πεταλούδες ανέβηκαν ψηλά. Αναπάντεχα, ο δισεκατομμυριούχος άρχισε να στροβιλίζεται σαν περιστρεφόμενος δερβίσης. Καθώς στροβιλιζόταν, άρχισε να φωνάζει: «Θα έπρεπε να έχω βάλει να το γράψουν στις κουρτίνες του δωματίου σας: “Αν δεν σηκώνεσαι νωρίς, πουθενά δεν μπορείς να προοδεύσεις!”».

«Χμ, τι κάνεις;» ρώτησε η επιχειρηματίας. «Είναι μια εξαιρετική φράση του Γουίλιαμ Πιτ του Πρεσβύτερου. Αισθάνθηκα, ποιος ξέρει γιατί, ότι πρέπει να τη μοιραστώ μαζί σας, εδώ και τώρα. Τέλος πάντων, ας απαντήσω την ερώτηση για τον πατέρα μου», είπε αμήχανα ο δισεκατομμυριούχος. «Ναι και όχι. Τον έβλεπα να σηκώνεται νωρίς κάθε πρωί των παιδικών μου χρόνων. Όπως συμβαίνει με κάθε καλό πρόγραμμα, το έκανε τόσο πολλές φορές, ώστε του έγινε αδύνατο να μην το κάνει. Όπως όμως και τα περισσότερα παιδιά, αντιστεκόμουν σε αυτά που ήθελε ο πατέρας μου να κάνω. Είχα πάντα έναν επαναστάτη μέσα  μου. Είμαι και λίγο πειρατής, κατά μια έννοια. Αντί να μπλέκεται σε καθημερινές μικροαψιμαχίες, για οποιονδήποτε λόγο, απλώς με άφηνε να κάνω ό,τι ήθελα. Γι’ αυτό κοιμόμουν. Μέχρι αργά».

«Χαλαρός ο πατέρας», σχολίασε η επιχειρηματίας, που φορούσε εκείνο το πρωί ρούχα για γιόγκα και είχε μαζί της το ψηφιακό της σημειωματάριο για να κρατάει σημειώσεις. «Ναι, ήταν», συμφώνησε ο δισεκατομμυριούχος, περνώντας φιλικά τα μπράτσα του πάνω από τους ώμους των μαθητών του καθώς περπατούσαν αργά στην αμόλυντη ακτή. Ο κύριος Ράιλι συνέχισε. «Τη μέθοδο των 5 π.μ. όμως την έμαθα από τον Γητευτή. Ήμουν νέος όταν τον πρωτογνώρισα. Μόλις είχα ξεκινήσει την πρώτη εταιρεία μου.

Χρειαζόμουν κάποιον να με καθοδηγεί, να με αμφισβητεί και τέλος να με βοηθήσει να αναπτυχθώ ως επιχειρηματίας, κατακτητής κορυφών και ηγέτης. Οι πάντες έλεγαν ότι ήταν, με μεγάλη απόσταση, ο παγκοσμίως κορυφαίος εκπαιδευτής εκτελεστικών στελεχών. Είχε λίστα αναμονής, μπορεί να περίμενες τρία χρόνια. Του τηλεφωνούσα λοιπόν καθημερινά, μέχρι που συμφώνησε να γίνει ο μέντοράς μου. Ήταν κι εκείνος αρκετά νέος τότε. Οι διδαχές του όμως είχαν βαθιά σοφία, αγνή δύναμη και ευρηματικό αντίκτυπο, όλα πολύ προχωρημένα για την ηλικία του».

«Και το πρωινό πειθαρχημένο ξύπνημα σε βοήθησε;» τον διέκοψε ο καλλιτέχνης. Ο δισεκατομμυριούχος χαμογέλασε στον καλλιτέχνη. Και σταμάτησε να περπατάει. «Εκείνη η συνήθεια, από μόνη της, άλλαξε —και βελτίωσε— κάθε άλλη συνήθειά μου. Οι ερευνητές αποκαλούν σήμερα αυτό το είδος θεμελιώδους συμπεριφοράς, που πολλαπλασιάζει όλα τα υπόλοιπα μοτίβα της συμπεριφοράς σου, με τον όρο “ακρογωνιαία συνήθεια”.

Για τη μετατροπή της σε θεμελιώδη νευρική διαδρομή και την ενσωμάτωσή της χρειάστηκα μπόλικη προσπάθεια, έφτασε να γίνεται επώδυνη κάποιες στιγμές και απαίτησε μέγιστη αφοσίωση από εμένα. Θα σας μιλήσω ειλικρινά• κατά τη διαδικασία να μετατραπεί αυτό το πρόγραμμα σε αυτοματισμό υπήρξαν μέρες που ένιωθα περίεργα, μέρες που το κεφάλι μου με σφυροκοπούσε σαν κομπρεσέρ και πρωινά όπου ήθελα απλώς να μείνω στο κρεβάτι μου να κοιμηθώ. Όταν όμως κατόρθωσα οριστικά να σηκώνομαι τακτικά στις πέντε το πρωί, οι μέρες μου άρχισαν να βελτιώνονται με συνέπεια —και σε μεγάλο βαθμό— και να γίνονται καλύτερες από οτιδήποτε είχα γνωρίσει ποτέ μου».

«Πώς;» απόρησαν μεγαλόφωνα και οι δύο ακροατές του ταυτόχρονα. Η επιχειρηματίας ακούμπησε στοργικά με το δάχτυλο το μπράτσο του καλλιτέχνη, σαν να ήθελε να υπογραμμίσει ότι ζούσαν μαζί αυτή την εμπειρία, ότι ήταν ομάδα πια και ότι ενδιαφερόταν κι εκείνη ολόθερμα για τα συμφέροντά του. Ο καλλιτέχνης κάρφωσε τα μάτια του στα δικά της. Στο πρόσωπό του εμφανίστηκε ένα ευγενικό, πλατύ χαμόγελο.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Robin Sharma με τίτλο «Το κλαμπ των 5 π.μ.» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα. Μπορείτε να το βρείτε εδώ

Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε