Στη ζωή κάθε ανθρώπου θα υπάρξει κάποιος που θα κάνει ένα σφάλμα ασυγχώρητο. Ξέρουμε ότι πρέπει να δώσουμε άφεση αμαρτιών για το δικό μας καλό, αντί να αφήσουμε την οργή και το μίσος να ριζώσουν βαθιά μέσα μας. Κάτι τέτοιο όμως δύσκολα γίνεται πράξη. Πώς μπορούμε να συγχωρήσουμε κάποιον που διέδωσε τα χειρότερα ψέματα εις βάρος μας και μας πλήγωσε; Που μας ποδοπάτησε για να φτάσει στην κορυφή; Άλλωστε, όποτε τον συναντούμε, συμπεριφέρεται σαν να μην έκανε τίποτα τέτοιο. Και η πληγή μας είναι τόσο βαθιά που δεν είμαστε βέβαιοι ότι θα κλείσει κάποτε.

Σε τέτοιες στιγμές δεν πρέπει να συγχωρούμε αμέσως. Το πρώτο βήμα προς την ίαση του συναισθηματικού μας τραύματος είναι να αναγνωρίσουμε και να αποδεχτούμε τα συναισθήματά μας: την άγρια οργή και το βαθύ μίσος. Είναι η φυσική προσπάθεια του νου μας να χαράξει ένα όριο ανάμεσα σε εμάς και στον άλλο. Λειτουργεί σαν ένα προστατευτικό τείχος, που επιτρέπει την ίαση του ευάλωτου εαυτού μας. Αν παραμερίσουμε την οργή χωρίς να είμαστε ψυχολογικά έτοιμοι, υπάρχει κίνδυνος να επιδεινώσουμε το τραύμα μας, επειδή θα έχουμε ρίξει πολύ γρήγορα το τείχος της προστασίας μας.

Από την άλλη, αν το γεγονός συνεχίσει να επανέρχεται στη μνήμη μας ακόμα και μετά από χρόνια, θα μας κρατά παγιδευμένους, ανήμπορους να προχωρήσουμε παρακάτω εξαιτίας της οδύνης. Όσο περισσότερο θυμόμαστε το αίτιο της ψυχικής μας οδύνης, τόσο πιο πολύ απεχθανόμαστε την ίδια μας την ύπαρξη. Αν ο νους μας μένει εγκλωβισμένος στο παρελθόν, αδυνατούμε να παρατηρήσουμε αυτά που μας προσφέρει το παρόν και να χαρούμε τη ζωή μας.

Ενώ ο νους μας αποφασίζει να συγχωρήσει, η καρδιά μας μένει πεισματικά κλειστή. Και επειδή κανείς δεν μας έμαθε τα βήματα που οδηγούν στη συγχώρεση, υπάρχει ένα αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ του μυαλού και της καρδιάς, το οποίο γίνεται άλλη μια αιτία δυστυχίας.

Μια Κυριακή βράδυ δείπνησα με έναν παλιό συμμαθητή και στενό μου φίλο από το γυμνάσιο. Είχαμε χαθεί, αλλά με αναζήτησε όταν έμαθε ότι έγινα μοναχός. Στην αρχή υπήρχε μια σχετική αμηχανία, καθώς είχαμε ζήσει εντελώς διαφορετικές ζωές, αλλά μετά από λίγο αισθανθήκαμε άνετα ο ένας με την παρουσία του άλλου. Προερχόταν από φτωχή οικογένεια, όπως κι εγώ, αλλά είχε δουλέψει πολύ πιο σκληρά από οποιονδήποτε ήξερα. Ήταν άριστος στα μαθήματα αλλά και σε εξωσχολικές δραστηριότητες. Είχε φοιτήσει σε εξαιρετικό πανεπιστήμιο και τον προσέλαβε μια από τις καλύτερες εταιρίες της Κορέας.

Αφού εργάστηκε εκεί περίπου δέκα χρόνια, ίδρυσε τη δική του επιχείρηση. Όλοι τον θεωρούσαν επιτυχημένο. Αφού τελειώσαμε το φαγητό μας, ο φίλος, σαν να περίμενε την κατάλληλη στιγμή, ξέσπασε: «Haenim Sunim, σε παρακαλώ, βοήθησέ με. Τελευταία νιώθω κατάθλιψη και δεν έχω διάθεση για τίποτα. Δεν αντέχω άλλο». Ο επιτυχημένος, σκληρά εργαζόμενος φίλος μου καθόταν εκεί με σκυφτούς ώμους και με έκφραση πληγωμένου παιδιού στο πρόσωπό του.

Έχοντας διαισθανθεί πώς ήταν η ζωή του στο πατρικό το σπίτι, μίλησα πολύ προσεκτικά: «Πάντοτε δούλευες σκληρά από τότε που ήσουν παιδί. Για ποιόν λόγο πιστεύεις ότι συνέβαινε αυτό;» Αρχικά μίλησε για την υποχρέωση που είχε αναλάβει να παρέχει στην οικογένειά του τα προς το ζην. Στη συνέχεια, καθώς έθεσα ήπια αλλά πιο πειστικά την ερώτησή μου, επανήλθε στο θέμα της παιδικής του ηλικίας.

«Η κατάσταση στο σπίτι ήταν πολύ δύσκολη. Αν δεν δούλευα σκληρά, η ζωή της μητέρας μου θα ήταν μαρτυρική. Οπότε μάλλον γι’ αυτό το έκανα». Συνέχιζα να εκμαιεύω πληροφορίες. «Αυτό είναι; Ήθελες μόνο να διευκολύνεις τη ζωή της μητέρας σου;» Το πρόσωπό του σκοτείνιασε. Είχε έρθει σε δύσκολη θέση. «Στην πραγματικότητα, είχε να κάνει με τη θεία μου, τη σύζυγο του μεγαλύτερου αδερφού του πατέρα μου που είχε φύγει από τη ζωή. Με εξόργιζε ο επιτιμητικός τρόπος που αντιμετώπιζε τη μητέρα μου, λέγοντάς της ότι κάποια τόσο φτωχή και αμόρφωτη δεν μπορούσε να προσφέρει μια καλύτερη ζωή στον εαυτό της και στα παιδιά της. Για να της αποδείξω ότι έκανε λάθος, αποφάσισα να δουλέψω σκληρά και να γίνω πολύ πιο επιτυχημένος από όλα μου τα ξαδέρφια».

«Οπότε, κάθε φορά που έβλεπες τη θεία σου να προσβάλει τη μητέρα σου, πρέπει να αισθανόσουν θυμωμένος και ταπεινωμένος. Αν είχα μια θεία σαν αυτήν, κι εγώ θα τη μισούσα. Αν θέλεις πραγματικά τη βοήθειά μου, φαντάσου αυτή τη θεία εδώ μπροστά σου. Γύρνα πίσω στη παιδική σου ηλικία και πες της αυτά που σκέφτεσαι. Αντί όμως να χρησιμοποιήσεις τις εκφράσεις ενός ενήλικα, μίλησέ της όπως θα μιλούσε ένας δεκάχρονος. Επιστρέφουμε στην εποχή που ήσουν μικρό παιδί. Ξέχνα τη σημασία του σεβασμού προς τους μεγαλύτερούς σου, την ευγενική γλώσσα, και μίλα με όποιες λέξεις βγουν από μέσα σου, έτσι όπως σου έρχονται».

Ένας λόγος που η συγχώρεση δεν γίνεται εύκολα είναι διότι η καρδιά δεν ακούει τον νου. Δεν ξέρουμε πως να τα συνδέσουμε. Κάποιες φορές προσπαθούμε να αρνηθούμε ή να καταπιέσουμε την οργή ή το μίσος μας, ελπίζοντας ότι θα εξαφανιστούν, αλλά επιστρέφουν πάντα. Ωστόσο, τα συναισθήματά της οργής και του μίσους λειτουργούν σαν ζωτικός αγωγός, μέσω του οποίου η απόφαση της συγχώρεσης φτάνει από τον νου στην καρδιά.

Αντί να αντιμαχόμαστε τα συναισθήματά μας, πρέπει να τα τιμούμε, επιτρέποντας να γίνουν μάρτυρες του τρόπου με τον οποίο η ενέργειά τους κινείται μέσα μας: Εκδηλώνονται ως έντονη ερυθρότητα στο πρόσωπο, ως μυϊκή ένταση, ως ταχυκαρδία; Χωρίς να ταυτίζεστε με τα συναισθήματά σας, δείτε τα από απόσταση αλλά με στοργή. Όπως μια μητέρα που κοιτάζει το παιδί της, είμαστε σε θέση να τα παρατηρήσουμε με προσοχή και με συμπόνια.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Haenim Sunim με τίτλο «Αγάπη για το λιγότερο τέλειο» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πεδίο και μπορείτε να το βρείτε εδώ

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε