Όλες οι ανθρώπινες σχέσεις έχουν μια διάρκεια. Έχουν μια αρχή και ένα τέλος. Φτάνουν στο ζενίθ αλλά έρχεται και η στιγμή που φτάνουν στο ναδίρ τους. Ποια είναι όμως η ενδιάμεση αυτή πορεία μεταξύ της απόλυτης λειτουργικότητας μιας ανθρώπινης σχέσης με την τελειωτική φθορά της; Και άραγε ποιος πραγματικά ορίζει πότε έρχεται το τέλος;

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Οι άνθρωποι αναπόφευκτα είναι πλασμένοι για να δημιουργούν δεσμούς μεταξύ τους. Ακόμα και οι πιο αντικοινωνικές προσωπικότητες – ευτυχώς που υπάρχουν και αυτές γιατί αν η κοινωνικότητα ήταν γνώρισμα όλων των ανθρώπων, η ζωή ίσως ήταν σχεδόν αφόρητη – τείνουν σε αυτή τη διαδικασία δημιουργίας διαπροσωπικών σχέσεων.

Αυτή η ροπή του ανθρώπου αναμφίβολα εκπληρώνεται από τα πρώτα στάδια της ανάπτυξής του. Τα πράγματα όμως γίνονται πιο περίπλοκα από τη στιγμή που το άτομο ξεκινά να αντιλαμβάνεται, να εξελίσσει τις συναισθηματικές του ιδιότητες, και να επιλέγει με ποια πρόσωπα θα εμπλακεί συναισθηματικά.

Έχοντας πλέον φτάσει στο σημείο αυτής της εγκεφαλικής και ταυτόχρονα συναισθηματικής ωριμότητας, ο άνθρωπος αρχίζει να συνάπτει συνειδητά διαπροσωπικές σχέσεις. Αρχίζει να επιλέγει πού θα κάνει τις συναισθηματικές του επενδύσεις.

Σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση, οι στιγμές ενθουσιασμού και χαράς έχουν κάνει σίγουρα την εμφάνισή τους ανεξάρτητα από το αν το τέλος καταλήγει βίαιο. Δεδομένου ότι μιλάμε για μια σχέση βάθους, τα μέρη έχουν μοιραστεί τον σεβασμό, την κατανόηση, τη στήριξη.

Έχουν κάνει δική τους την πρωτόγνωρη χαρά που προκύπτει στα πρώιμα στάδια της σχέσης αυτής, έχουν βιώσει τον πόνο του άλλου στην ανάσυρση άσχημων αναμνήσεων αλλά και στην αναμετάδοση επίκαιρων απογοητεύσεων. Με λίγα λόγια, έχει λάβει χώρα το «μοίρασμα» που τόσο απουσιάζει από τις σημερινές ανθρώπινες σχέσεις οι οποίες τείνουν όλο και περισσότερο στο να γίνουν επιφανειακές.

Κάποια στιγμή όμως καταφθάνει και η στιγμή της απάθειας απέναντι στον άνθρωπο που έχουμε απέναντί μας. Θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς, πώς είναι δυνατόν να φτάνουμε σε αυτό το στάδιο της έλλειψης ενδιαφέροντος όταν έχει υπάρξει όλη αυτή η προϊστορία και η κοινή πορεία με τον συνοδοιπόρο αυτόν.

Ας μην απατόμαστε όμως. Πάντοτε έρχεται αυτή η στιγμή εκτός και αν γίνεται λόγος για σχέσεις ζωής οι οποίες είναι αναλλοίωτες στο χρόνο και οι οποίες αψηφούν κάθε τρικυμία της. Έρχεται από κάπου με κάποιον τρόπο μια υπεράνθρωπη δύναμη, μια αφορμή η οποία ευθύνεται για τη ρήξη της σχέσης με απότοκο την τελική αποκοπή. Και λέω υπεράνθρωπη επειδή η δύναμη αυτή δεν είναι δυνατόν να καταρριφθεί με καμία ανθρώπινη προσπάθεια.

Ας πάμε όμως ένα βήμα παραπέρα. Τη δεδομένη στιγμή οπότε και φτάνει το τέλος, η πραγματική κατάληξή του εξαρτάται από την συμπεριφορά που θα διατηρήσουμε εμείς η ίδιοι απέναντι σε αυτήν την απροσδόκητη εξέλιξη.

Μπορούμε λοιπόν από τη μία να την αποδεχτούμε με σεβασμό και να κλειδώσουμε τη σχέση που συνήφθη κάποτε ως ένα κεφάλαιο της ίδιας μας της ζωής συνοδευόμενη από όλες τις στιγμές που την στιγμάτισαν –ευχάριστες ή δυσάρεστες-. Σε άλλη περίπτωση, μπορούμε να προσπαθήσουμε – αποδεδειγμένα ανώφελα – να υποβάλλουμε τον εαυτό μας σε μια διαδικασία παραμονής σε μια δεσμευτική κατάσταση η οποία πια μόνο επιπλοκές δημιουργεί.

Η προτεινόμενη λοιπόν λύση θα ήταν να αποδεχτούμε με την δέουσα ωριμότητα την λήξη μιας σχέσης. Να μην εξωθήσουμε τα πράγματα στα άκρα με την προσδοκία να παρατείνουμε μια κατάσταση η οποία άλλωστε μπορεί να είναι επιζήμια τόσο για την δική μας ψυχική ισορροπία όσο και για του προσώπου που έχουμε απέναντι μας.

Ας επιδείξουμε τέλος πάντων σεβασμό τουλάχιστον απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό ώστε να μην επιμένει σε πρόσωπα και καταστάσεις που λειτουργούν ως τροχοπέδη στην πορεία της ζωής μας. Ας δώσουμε την ευκαιρία σε εμάς τους ίδιους να ακολουθήσουμε τον ρου της ζωής αναμένοντας τις επερχόμενες εκπλήξεις που αυτή μας επιφυλάσσει.

Κυριακή Κανακάκη

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε