«Μαθαίνοντας» να φοβάσαι

Μερικοί άνθρωποι μπορούν να θυμηθούν ένα συγκεκριμένο περιστατικό που «πυροδότησε» τη φοβία τους, μια στιγμή που «έμαθαν» να φοβούνται. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού είναι ένα παιδί που τραβάει την ουρά ενός σκύλου και μετά ο σκύλος το δαγκώνει. Το παιδί είναι πιθανό να τρομάξει και να νιώσει άσχημα, στη συνέχεια ενδέχεται να τρομάξει όταν ξαναδεί σκυλί και, τελικά, μπορεί να αρχίσει να αποφεύγει τελείως τα σκυλιά.

Ωστόσο, αυτό που έχει «μάθει» το παιδί δεν είναι τελείως σωστό. Παρότι είναι συνετό να πλησιάζει κανείς με προσοχή ένα άγνωστο σκυλί, δεν είναι όλα τα σκυλιά επικίνδυνα, ενώ πολλά είναι αρκετά φιλικά. Αλλά από τη στιγμή που το παιδί θα αρχίσει να αποφεύγει την επαφή με τα σκυλιά, δεν θα έχει την ευκαιρία να μάθει ότι δεν είναι επικίνδυνα όλα τα σκυλιά. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την εδραίωση της φοβίας.

Βέβαια, δεν αναπτύσσουν κάποια φοβία όλοι όσοι βιώνουν μια τρομακτική εμπειρία. Για παράδειγμα, πολλά παιδιά τα γλείφουν ή τα δαγκώνουν σκυλιά και ασφαλώς δεν αναπτύσσουν όλα φοβία. Υπάρχουν αρκετοί λόγοι γι’ αυτό.

Ένα παιδί που είχε προηγούμενες εμπειρίες με φιλικά σκυλιά πριν το δαγκώσει κάποιο σκυλί θα είχε λιγότερες πιθανότητες να αναπτύξει φοβία για τα σκυλιά (παρότι το παιδί μπορεί να είναι λίγο επιφυλακτικό αν βρεθεί κοντά στο συγκεκριμένο σκυλί που το δάγκωσε). Ή ένα παιδί που περνάει πολύ χρόνο με φιλικά σκυλιά αφού το δαγκώσει ένα σκυλί έχει επίσης λιγότερες πιθανότητες να αναπτύξει φοβία για τα σκυλιά. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, το παιδί έχει μάθει ότι δεν είναι όλα τα σκυλιά επικίνδυνα.

Αλλά αν δεν μπορείτε να θυμηθείτε ένα συγκεκριμένο περιστατικό που πυροδότησε τη φοβία σας, πώς άρχισε το άγχος; Ίσως έχετε μάθει να φοβάστε από άλλα άτομα. Για παράδειγμα, ένα παιδί μπορεί να έχει έναν γονιό (ή κάποιον άλλο) που το δίδαξε ότι τα σκυλιά είναι τρομακτικά και επικίνδυνα, και μπορεί να το εμπόδισε να πλησιάζει σκυλιά.

Το παιδί αυτό μπορεί μεγαλώνοντας να γίνει ένας ενήλικας με φοβία για τα σκυλιά. Μια τέτοια φοβία θα μπορούσε, επίσης, να αναπτυχθεί αν ένα παιδί απλώς παρατηρούσε ότι ένας γονιός ή κάποιος άλλος φοβόταν τα σκυλιά και επομένως πίστευε ότι και το ίδιο θα έπρεπε να τα φοβάται. Οι άνθρωποι μπορούν να μάθουν να φοβούνται πράγματα ακόμα κι αν δεν βιώσουν ποτέ κάτι τρομακτικό οι ίδιοι.

Φοβίες που έρχονται από το πουθενά

Πολλοί άνθρωποι με φοβίες δεν θυμούνται ούτε ένα συγκεκριμένο τρομακτικό περιστατικό που πυροδότησε τον φόβο τους, και δεν πιστεύουν ότι έμαθαν να φοβούνται από κάποιον άλλο. Τα άτομα αυτά μπορεί να μη μάθουν ποτέ ποια ήταν η αφετηρία της φοβίας τους. Αν αυτό ισχύει για εσάς, μην αποθαρρύνεστε – δεν χρειάζεται να γνωρίζετε την ακριβή αιτία μιας φοβίας για να απαλλαγείτε από αυτή.

Ποια είναι τα συμπτώματα μιας φοβίας;

Όταν οι άνθρωποι έρχονται σε επαφή με το αντικείμενο ή την κατάσταση που τους τρομάζει ή τους πανικοβάλλει, βιώνουν διάφορα συμπτώματα. Σχεδόν πάντα υπάρχουν σωματικά συμπτώματα άγχους. Αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν ταχυπαλμία, εφίδρωση, τρέμουλο, γρήγορη και κοφτή αναπνοή, μυϊκή ένταση ή αδυναμία, ζαλάδα, «πεταλούδες» στο στομάχι, ξηροστομία και δυσκολία στην κατάποση.

Η αντίδραση «μάχη ή φυγή» στην απειλή

Όλα αυτά συμβαίνουν επειδή όταν αισθάνεστε ότι φοβάστε ή απειλείστε, το σώμα σας «ενεργοποιείται» για να αντιδράσει στον κίνδυνο. Αυτό είναι γνωστό ως αντίδραση μάχης ή φυγής και προετοιμάζει το σώμα σας να αντιδράσει γρήγορα και αποτελεσματικά σε μια σωματική απειλή. Τα σώματά μας απελευθερώνουν μια ουσία που λέγεται αδρεναλίνη, η οποία πυροδοτεί αντιδράσεις όπως:

• Το μυαλό σας βρίσκεται σε εγρήγορση και εστιάζει στην «απειλή».

• Οι παλμοί της καρδιάς ανεβαίνουν και η αρτηριακή πίεση αυξάνεται.

• Διοχετεύεται αίμα στους μυς σας, οι οποίοι συσπώνται προκειμένου να προετοιμαστούν για
δράση.

• Αρχίζετε να ιδρώνετε περισσότερο, για να εμποδίσετε τη θερμοκρασία του σώματός σας να ανέβει πολύ.

• Η αναπνοή σας γίνεται γρήγορη και κοφτή, για να προσλάβει το σώμα σας περισσότερο οξυγόνο.

• Η ικανότητα πήξης του αίματος αυξάνεται, ώστε το σώμα σας να προετοιμαστεί για έναν πιθανό τραυματισμό.

• Οι σωματικές λειτουργίες που δεν είναι απαραίτητες σε μια έκτακτη ανάγκη, όπως η πέψη και η παραγωγή σάλιου, επιβραδύνονται, κάνοντας το στόμα σας να στεγνώνει, το στομάχι σας να έχει «πεταλούδες» και μερικές φορές να νιώθετε ναυτία.

Η αντίδραση μάχης ή φυγής ήταν πολύ σημαντική στο μακρινό παρελθόν, όταν οι άνθρωποι έπρεπε να αντιμετωπίζουν συνεχώς κινδύνους. Παρότι σπάνια στη σύγχρονη ζωή αντιμετωπίζουμε άμεσο φυσικό κίνδυνο, η αντίδραση μάχης ή φυγής εξακολουθεί να είναι πολύ σημαντική, καθώς μας βοηθάει να αντιδρούμε γρήγορα – για παράδειγμα, για να αποφύγουμε ένα αυτοκίνητο που έρχεται καταπάνω μας από την αντίθετη κατεύθυνση.

Ωστόσο, η αντίδραση μάχης ή φυγής δεν ενεργοποιείται μόνο στις πραγματικές έκτακτες ανάγκες – ενεργοποιείται κάθε φορά που είμαστε αγχωμένοι με κάτι. Και αυτό περιλαμβάνει καταστάσεις στις οποίες δεν απαιτείται σωματική αντίδραση. Επομένως, ακόμα κι αν ο φαινομενικός κίνδυνος δεν παρουσιάζει κάποια αληθινή φυσική απειλή, το σώμα μας αντιδρά σαν να πρόκειται για τέτοια.

«Φυγή», «πάγωμα» και αποφυγή

Οι άνθρωποι που έχουν μια φοβία και έρχονται αντιμέτωποι με το αντικείμενο του φόβου τους συνήθως φέρονται με έναν από τους εξής τρεις τρόπους. Κάποιοι «φεύγουν» – το βάζουν στα πόδια ή βγαίνουν από τη μέση όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Άλλοι «παγώνουν», νιώθοντας ότι δεν είναι σε θέση να κινηθούν.

Ωστόσο, οι περισσότεροι άνθρωποι που έχουν φοβίες χρησιμοποιούν την αποφυγή – αν ένα αντικείμενο ή μια κατάσταση τους προκαλεί άγχος, προσπαθούν να κρατηθούν όσο το δυνατόν πιο μακριά. Μερικοί άνθρωποι αποφεύγουν μόνο λίγα πράγματα, αλλά για τους περισσότερους η αποφυγή μπορεί να επεκταθεί σε πολλά αντικείμενα και καταστάσεις, και αυτό γίνεται πολύ προβληματικό.

Μπροστά σε έναν πραγματικό κίνδυνο ή μια απειλή, θα ήταν σοφό να απομακρυνθείτε από την κατάσταση και να αποφύγετε παρόμοιες καταστάσεις στο μέλλον. Παρομοίως, σε ορισμένες απειλητικές καταστάσεις, το να μείνετε απολύτως ακίνητοι θα μπορούσε να σας κάνει να περάσετε απαρατήρητοι, πράγμα που ενδεχομένως θα σας έσωζε τη ζωή.

Ωστόσο, με τις φοβίες, οι αντιδράσεις αυτές δεν είναι βοηθητικές. Όχι μόνο δεν είναι απαραίτητες (θυμηθείτε ότι ο φόβος είναι δυσανάλογος σε σχέση με το μέγεθος του πραγματικού κινδύνου), αλλά μπορεί επίσης να ενισχύσουν τη φοβία και να δυσκολέψουν τη διαχείρισή της.

Απόσπασμα από το βιβλίο της Brenda Hogan με τίτλο «Αντιμετωπίζοντας τις φοβίες» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα και μπορείτε να το βρείτε εδώ

Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε