, ,

Η Τέχνη της ηρεμίας: Όλα όσα θέλω είναι μέσα μου

Όταν ήμουν είκοσι εννιά χρονών, ζούσα τη ζωή που μπορεί να είχα ονειρευτεί ως παιδί: είχα ένα γραφείο στον εικοστό πέμπτο όροφο ενός κτιρίου

Η Τέχνη της ηρεμίας: Όλα όσα θέλω είναι μέσα μου

Όταν ήμουν είκοσι εννιά χρονών, ζούσα τη ζωή που μπορεί να είχα ονειρευτεί ως παιδί: είχα ένα γραφείο στον εικοστό πέμπτο όροφο ενός κτιρίου στο κέντρο του Μανχάταν, τέσσερα τετράγωνα από την Τάιμς Σκουέαρ, ένα διαμέρισμα στη γωνία της Παρκ Άβενιου με την 20ή Οδό, τους πιο ενδιαφέροντες και ευχάριστους συναδέλφους που μπορούσα να φανταστώ και μία απόλυτα γοητευτική δουλειά γράφοντας για θέματα διεθνούς ενδιαφέροντος –το τέλος του απαρτχάιντ στη Νότιο Αφρική, τη λαϊκή εξέγερση στις Φιλιππίνες, την αναταραχή για τη δολοφονία της Ίντιρα Γκάντι– για το περιοδικό Time.

Δεν είχα υφιστάμενους ούτε ευθύνες, ενώ μπορούσα να κάνω –και πραγματικά έκανα– πολυήμερες διακοπές οπουδήποτε, από το Μπαλί μέχρι το Ελ Σαλβαντόρ. Ωστόσο, παρά τον καθημερινό ενθουσιασμό μου, κάτι μέσα μου με έκανε να νιώθω ότι έτρεχα τόσο πολύ, που δε θα μου δινόταν ποτέ η ευκαιρία να δω πού πηγαίνω ή να ελέγξω αν ήμουν πραγματικά ευτυχισμένος. Και πραγματικά, το να τριγυρνάω εδώ κι εκεί αναζητώντας την ευχαρίστηση φάνταζε ως μια τέλεια μέθοδος για να διασφαλίσω ότι ούτε θα ρίζωνα ποτέ κάπου ούτε θα έμενα ποτέ ευχαριστημένος.

Πολύ συχνά ο εαυτός μου μου θύμιζε κάποιον που αγωνιζόταν ασταμάτητα για την παγκόσμια ειρήνη με τα πιο εριστικά και διχαστικά επιχειρήματα. Έτσι, αποφάσισα να αφήσω την ονειρεμένη ζωή μου και να ζήσω έναν χρόνο σε ένα μικρό μονόκλινο δωμάτιο σε ένα σοκάκι της αρχαίας ιαπωνικής πρωτεύουσας του Κιότο. Δεν μπορούσα να εξηγήσω ακριβώς γιατί το έκανα αυτό, εκτός από το να πω ότι θεωρούσα ότι είχα απολαύσει μια σειρά από εμπειρίες και προκλήσεις στη Νέα Υόρκη και τώρα ήταν καιρός να ισορροπήσω με κάτι πιο απλό και να μάθω να κάνω τις απολαύσεις αυτές λιγότερο εξωστρεφείς και εφήμερες.

Μόλις εγκατέλειψα την ασφάλεια της δουλειάς μου και βούτηξα στο άγνωστο, άρχισε να μου τηλεφωνεί ο πατέρας μου, προβληματισμένος, όπως ήταν αναμενόμενο, για να με επιπλήξει που έγινα «ψευτοσυνταξιούχος». Δεν μπορούσα να τον κατακρίνω. Όλα τα ιδρύματα του ανώτερου σκεπτικισμού στα οποία τόσο γενναιόδωρα με είχε στείλει επέμεναν ότι το νόημα της ζωής ήταν να φτάσεις κάπου στον κόσμο, και όχι να μην πας πουθενά.

Όμως, το πουθενά που με ενδιέφερε είχε περισσότερες γωνίες και διαστάσεις από όσες πιθανόν να μπορούσα να εκφράσω σε εκείνον (ή σε μένα) και με κάποιον τρόπο φαινόταν μεγαλύτερο και πιο ακατανόητο από την απόλυτα αποπροσανατολιστική ζωή που είχα γνωρίσει στην πόλη. Οδηγούσε σε κάποιο τοπίο τόσο αχανές όσο όλα μαζί τα τοπία του Μαρόκου, της Ινδονησίας και της Βραζιλίας που είχα γνωρίσει.

Το να πας στο πουθενά, όπως αργότερα μου τόνισε με έμφαση ο Λέοναρντ Κοέν, δε σημαίνει να γυρίσεις την πλάτη σου στον κόσμο. Σημαίνει να αποχωρείς πότε πότε για να μπορείς να δεις τον κόσμο καθαρότερα και να τον αγαπήσεις βαθύτερα.

Η ιδέα που κρύβεται πίσω από το Πουθενά –το να επιλέξεις να καθίσεις ακίνητος αρκετό χρόνο για να ασχοληθείς με τον εσωτερικό σου κόσμο– είναι κατά βάση απλή. Αν παρουσιάσει βλάβη το αυτοκίνητό σου, δεν προσπαθείς να βρεις τρόπους να ξαναβάψεις το αμάξωμά του. Τα περισσότερα προβλήματά μας –και συνεπώς οι λύσεις μας, η γαλήνη του πνεύματός μας– βρίσκονται μέσα μας.

Το να τρέχουμε εδώ κι εκεί προσπαθώντας να βρούμε την ευτυχία έξω από εμάς έχει τόσο νόημα όσο και στην περίπτωση ενός αστείου ήρωα σε κάποια ισλαμική παραβολή ο οποίος, έχοντας χάσει το κλειδί της πόρτας του καθιστικού του, βγήκε στο δρόμο να το ψάξει, επειδή έξω έχει περισσότερο φως. Όπως μας επισήμαναν πριν από δύο και πλέον χιλιετίες ο Επίκτητος και ο Μάρκος Αυρήλιος, αυτό που μας διαμορφώνει ως χαρακτήρες δεν είναι οι εμπειρίες μας, αλλά οι τρόποι με τους οποίους αντιδρούμε σε αυτές.

Μια θύελλα σαρώνει μια κωμόπολη, την καταστρέφει ολοσχερώς και αυτό το γεγονός κάποιος το θεωρεί ως μια απελευθέρωση, μια ευκαιρία για ένα νέο ξεκίνημα, ενώ κάποιος άλλος, ενδεχομένως ακόμη κι ο αδερφός του, σημαδεύεται από αυτό για την υπόλοιπη ζωή του. «Δεν υπάρχει τίποτα που να είναι ή καλό ή κακό» έγραψε ο Σαίξπηρ στον Άμλετ. «Η σκέψη μας το κάνει έτσι».

Ένα μεγάλο μέρος της ζωής μας διαδραματίζεται μέσα στο κεφάλι μας –στη μνήμη ή στη φαντασία, στην εικασία ή στην ερμηνεία–, που μερικές φορές έχω την αίσθηση ότι κάλλιστα μπορώ να αλλάξω τη ζωή μου αλλάζοντας τον τρόπο με τον οποίο την αντιμετωπίζω. Κι όπως μας υπενθύμισε ο σοφότερος ψυχολόγος της Αμερικής, ο Γουίλιαμ Τζέιμς, «Το μεγαλύτερο όπλο κατά του στρες είναι η ικανότητά μας να επιλέγουμε μια σκέψη αντί μιας άλλης». Είναι η οπτική γωνία που επιλέγουμε –όχι τα μέρη που επισκεπτόμαστε– που σε τελική ανάλυση μας λέει πού βρισκόμαστε.

Κάθε φορά που κάνω κάποιο ταξίδι, η εμπειρία αποκτά νόημα και διεισδύει μέσα μου μόνο αφού επιστρέψω στο σπίτι και με ηρεμία αρχίσω να μετατρέπω όσα είδα σε βαθύτερες συνειδητοποιήσεις.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Pico Iyer «Η Τέχνη της ηρεμίας» από την Key Boοks. Δείτε περισσότερα εδώ

Λάβετε καθημερινά τα άρθρα μας στο e-mail σας

Σχετικά θέματα

Πρόσφατα Άρθρα

Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε