Πρόλαβες να ζήσεις τη ζωή που θέλεις;

Μου έκανε εντύπωση το τηλεφώνημά της. — Όλα καλά; Σιωπή. — Όλα καλά; — Έμαθες για τον Γιάννη; — … όχι. — Έφυγε. Κενό.

Πρόλαβες να ζήσεις τη ζωή που θέλεις;

Μου έκανε εντύπωση το τηλεφώνημά της.
— Όλα καλά;

Σιωπή.

— Όλα καλά;
— Έμαθες για τον Γιάννη;
— … όχι.
— Έφυγε.

Κενό.

Τα διαδικαστικά δεν έχουν νόημα. Ο Γιάννης έφυγε εντελώς ξαφνικά κάπου στα σαράντα πέντε του. Ο ορισμός του χαμόγελου, του φυσικού τρόπου ζωής, της άσκησης. Ένα παιδί που το χαιρόσουν και σε χαιρόταν. Κι εσύ και η ζωή.

Πάγωσα.

Η ιδέα ότι κάποιος που μέχρι χθες ήταν εδώ δεν είναι πια εδώ σε παγώνει. Σε αγριεύει. Είναι από αυτά που δεν χωράνε ούτε στο μυαλό ούτε στην ψυχή. Κάποια στιγμή ανοίγει η πόρτα από την άλλη πλευρά, εκεί που δεν το περιμένεις. Δεν είναι πόρτα, ρουφήχτρα είναι και κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να της αντισταθεί. Σε αρπάζει Κάποιος από την άλλη μεριά. Και κανείς δεν ξέρει πότε θα είναι αυτή η στιγμή. ΚΑΝΕΙΣ. Δεν πά’ να είσαι μεγάλος, δεν πά’ να είσαι μικρός, δεν πά’ να είσαι πλούσιος, δεν πά’ να είσαι φτωχός.

Ο συγκεκριμένος σταθμός δεν έχει προειδοποίηση. Δεν είναι σαν το μετρό που σου ανακοινώνει ότι ο επόμενος είναι το Σύνταγμα. Εδώ κατεβαίνεις πριν καν φτάσεις. Και δεν προλαβαίνεις να χαιρετίσεις κανέναν. Ούτε καν τα παιδιά σου. Και δεν προλαβαίνεις να ακυρώσεις το κινητό σου ούτε να πληρώσεις ή να μην πληρώσεις την Εφορία και δεν ξέρω ποιον άλλον. Τα αφήνεις όλα στη μέση. Κυριολεκτικά στη μέση. Ούτε τα ρούχα σου δεν θα τακτοποιήσεις ούτε το σπίτι σου θα συγυρίσεις ούτε φίλους, γνωστούς και συναδέλφους σου θα χαιρετίσεις. Είναι βίαιο το ρούφηγμα.

Μου θυμίζει μια απότομη νεροτσουλήθρα που κάναμε με τα κορίτσια πέρσι το καλοκαίρι. Σε βάζουν σε έναν θάλαμο και ξαφνικά, ούτε κι εσύ ξέρεις πότε, κάποιος πατάει το κουμπί, ανοίγει το καπάκι κάτω από τα πόδια σου κι εξαφανίζεσαι. Αυτό είναι ο θάνατος. Βίαιη εξαφάνιση από προσώπου γης.

Μια μεγάλη ρουφήχτρα, ένα μεγάλο κενό, ένας απέραντος γκρεμός που δεν βλέπεις τίποτα από κάτω. Μόνο όταν πας κι εσύ κάτω θα θυμηθείς τι υπάρχει. Και μετά θα το ξαναξεχάσεις.
Συχνά ζούμε σαν να μην έχει αύριο. Σαν να έχουμε 1.000 χρόνια να ζήσουμε. 1.000 μήνες έχουμε. Τόσο βγαίνει. Στην καλύτερη. Και τη σπαταλάμε τη ζωή. Το μεγαλύτερο ΔΩΡΟ που μας έδωσε ο Θεός. Όταν σε ρουφήξει κι εσένα, το τελευταίο που θα μετανιώσεις είναι η τηλεόραση που δεν είδες, τα social που δεν κωλοβάρεσες, το κουτσομπολιό που δεν έκανες κι οι κακίες που δεν είπες.

Θα μετανιώσεις μόνο γι’ αυτά που δεν δημιούργησες και για την αγάπη που δεν έδωσες.

Μόνο μια ερώτηση υπάρχει:

ΠΡΟΛΑΒΕΣ;

Πρόλαβες να πεις στους δικούς σου πόσο τους αγαπάς;
Πρόλαβες να ζητήσεις συγγνώμη από αυτούς που πόνεσες;
Πρόλαβες να συγχωρέσεις αυτούς που σε πόνεσαν;
Πρόλαβες να δημιουργήσεις αυτό που ονειρεύτηκες;
Πρόλαβες να δεις εκείνη την ανατολή που πάντα ήθελες;
Πρόλαβες να διαβάσεις το βιβλίο που γουστάριζες;
Πρόλαβες να αγκαλιάσεις αυτούς που ήθελες;
Πρόλαβες να ταξιδέψεις εκεί που ποθούσες;
Πρόλαβες να πεις στα παιδιά σου ότι τα αγαπάς χωρίς όρους και προϋποθέσεις;
Πρόλαβες να πεις το ίδιο στον εαυτό σου;
Πρόλαβες να ζήσεις τη ζωή που ήθελες;
Πρόλαβες να γίνεις αυτός που ήθελες;
Γενικά, ΠΡΟΛΑΒΕΣ;
Αύριο μπορεί να μην είσαι εδώ.

Απόσπασμα από το bestseller του Στέφανου Ξενάκη «Το Δώρο 2» από την Key Boοks. Δείτε περισσότερα εδώ

Λάβετε καθημερινά τα άρθρα μας στο e-mail σας

Σχετικά θέματα

Πρόσφατα Άρθρα

Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε