Η εξαντλητική ανάγκη του «Όλοι πρέπει να με συμπαθούν»

Πόση ενέργεια μπορεί τελικά να απορροφά από τη ζωή μας το να υποκρινόμαστε κάτι που δεν είμαστε;

Η εξαντλητική ανάγκη του «Όλοι πρέπει να με συμπαθούν»

Είμαι συγγραφέας και αυτό τον καιρό υποτίθεται ότι προωθώ το νέο μου μυθιστόρημα. Όμως ποιο είναι το κύριο πράγμα που με απασχολεί αυτή τη στιγμή; Η ποιότητα του marketing που κάνω; Μήπως οι προπωλήσεις μου;

Όχι. Αντ’ αυτού, έχω αναπτύξει εμμονή με το τι θα σκεφτούν όλοι, αν θα με περιφρονήσουν επειδή αυτοπροβάλλομαι ή αν θεωρούν ότι τα βίντεό μου είναι πολύ ερασιτεχνικά. Και φυσικά, αν θα τους αρέσει το βιβλίο μου. Και η αλήθεια τελικά είναι αυτή: Περισσότερο ανησυχώ για το αν θα με συμπαθήσουν ή όχι.

Κάθε φορά που συναντώ κάποιο άτομο, ακόμη και γνωστούς, ανησυχώ για το πώς με αντιλαμβάνονται. Ένας συνεχής καταιγισμός εσωτερικών σχολίων προσβάλλει την αυτοπεποίθησή μου. Τους αρέσω; Πιστεύουν ότι φαίνομαι περίεργη; Ή γριά; Θα σχολιάσουν το πρόβλημα ακοής μου ή τα παράξενα μαλλιά μου ή το έντονα χλωμό δέρμα μου; Μήπως ενοχλούνται από τα ολόμαυρα ρούχα μου;

Αν γίνω φίλη με κάποιον στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και δεν μου απαντήσει, συχνά αναλογίζομαι για ώρες τι έκανα ή γιατί δεν είμαι αρκετή. Και αν κάποιος που του ζήτησα να διαφημίσει το βιβλίο δεν μπορέσει, ακόμα κι αν μου εξηγήσει ότι έχει προθεσμίες, αναρωτιέμαι αν εννοούσε κρυφά ότι με θεωρεί λιγότερο καλή συγγραφέα.

Ξέρω ότι αυτό είναι κάπως τρελό. Το ξέρω. Αλλά παρ’ όλα αυτά, το πιστεύω. Έχω πιαστεί στα δίχτυα αυτού του ψυχοφθόρου πράγματος. Και δεν χρειάζεται να ρωτήσω από πού στην ευχή προήλθε αυτή η ανοησία, γιατί γνωρίζω την προέλευσή της.

Προήλθε από την οικογένεια. Η μητέρα μου, την οποία αγαπούσα, μου έλεγε ότι οι άνθρωποι δεν θα με συμπαθούσαν αν δεν ήμουν ευτυχισμένη και δεν έκανα πράγματα γι’ αυτούς. Έλεγε τόσο στη μεγαλύτερη αδελφή μου όσο και σε μένα ότι κανείς δεν συμπαθεί κάποιον που παραπονιέται, ότι πρέπει πάντα να χαμογελάμε, ό,τι κι αν συμβαίνει στη ζωή μας. Θα πρέπει πάντα να ζητάμε πρώτοι συγγνώμη και να επανορθώνουμε, ακόμη και αν δεν έχουμε κάνει τίποτα. Επίσης, είναι απαραίτητο να μην ενοχλούμε τους άλλους και τους ζητάμε πράγματα, γιατί αν το κάνουμε, το πιο πιθανό είναι να μας περιφρονήσουν.

Υπήρχε όμως και μια άλλη έκφανση αυτής της επικίνδυνης νοοτροπίας. Αν δεν είσαι διαλλακτικός ή ήσυχος ή ευγενικός, τότε θα τιμωρηθείς. Σε χτυπούν ή σου φωνάζουν ή σε γελοιοποιούν ξανά και ξανά μέχρι να γίνεις δύο νούμερα μικρότερος. Και έτσι, έμαθα. Και για λίγο καιρό, έτσι περιπλανήθηκα στον κόσμο.

Αλλά μεγάλωσα, και τότε άρχισα να συνειδητοποιώ πόσο εξαντλητικό μου ήταν όλο αυτό. Δεν μπορούσα ποτέ να νιώσω ότι ήμουν πραγματικά ο εαυτός μου, ίσως επειδή ήμουν απασχολημένη με το να είμαι αυτό που νόμιζα ότι ήθελαν οι άλλοι. Δεν είχα ιδέα ποιος ήταν αυτός ο αυθεντικός εαυτός μου.

Τελευταία, προσπαθώ να αντισταθώ σε αυτό με λίγη βοήθεια από τους φίλους μου. Προς έκπληξή μου, όταν κάθισα με τη φίλη μου τη Leora και της είπα τι συνέβαινε στην οικογένειά μου, εκείνη εξέφρασε την ενσυναίσθησή της και με πλησίασε περισσότερο.

«Πώς γίνεται αυτό;», τη ρώτησα. «Ήμουν σίγουρη ότι θα με εγκατέλειπες αφού είμαι αρκετά δύσκολος άνθρωπος». «Η ειλικρίνεια είναι δώρο», μου είπε η Leora. «Με αφήνεις να δω τον πραγματικό σου εαυτό, και αυτό με κάνει να σε αγαπώ ακόμα περισσότερο».

Αυτό με έβαλε σε σκέψεις. Μερικές φορές, όταν έβγαινα με κόσμο, γνώριζα ότι αντέχω αυτή την κοινωνικοποίηση το πολύ για δύο ώρες, αλλά έφευγα βιαστικά και νωρίτερα, εξαντλημένη από τον αυτοέλεγχο, όπως η Σταχτοπούτα τα μεσάνυχτα. Έπρεπε να βεβαιωθώ ότι παρουσίαζα μια λαμπερή, χαρούμενη παρουσία που θα τραβούσε τους άλλους. Μερικές φορές, φοβόμουν να ακυρώσω ραντεβού ή να πω όχι σε προσκλήσεις.

Βοήθησε και ο σύζυγός μου ο Τζεφ. Όταν του είπα ότι δεν ήθελα να ακυρώσω ένα οδοντιατρικό ραντεβού επειδή δεν θα με συμπαθούσε ο οδοντίατρος, ο Jeff με κοίταξε έκπληκτος. «Θες να σε συμπαθήσει ο οδοντίατρος;», είπε. «Γιατί να σε νοιάζει αυτό;».

Με ρώτησε πώς θα ήταν η ζωή, αν όντως όλοι με συμπαθούσαν, αν δεν έκανα ποτέ φασαρία ή δεν έκανα κανέναν έστω και ελάχιστα δυσαρεστημένο. «Αυτό δεν είναι ανθρώπινο», είπε ο Jeff. «Και τέλος πάντων, εσένα σου αρέσουν όλοι;».

«Προσπαθώ να τους συμπαθήσω όλους, ναι», απάντησα. «Αλήθεια; Και τους ρατσιστές;». Εκεί πράγματι είχε δίκιο. Αλλά υπάρχει και κάτι τρίτο που με σώζει. Η γνωστική-συμπεριφορική θεραπεία. Το νέο μου μότο είναι: Υπάρχουν αποδείξεις γι’ αυτό ή απλά φαντάζομαι αποδείξεις; Και στο 90% των περιπτώσεων, είναι η φαντασία μου.

Μπορώ πραγματικά να ξέρω τι σκέφτεται ένας άλλος άνθρωπος αν δεν τον ρωτήσω ή αν δεν μου πει; Και αν κάποιος δεν με συμπαθεί, δεν είναι πιθανό η αποστροφή του να έχει να κάνει περισσότερο με τον ίδιο παρά με μένα;

Άρχισα να συνειδητοποιώ ότι δεν είναι έγκλημα να αντιπαθώ κάποιους ανθρώπους και να αγαπώ άλλους, ότι δεν είναι έγκλημα για τους άλλους να με αντιπαθούν. Το μόνο πραγματικό έγκλημα θα ήταν εις βάρος μου, να ξοδεύω πολύτιμο χρόνο μελαγχολώντας για το όλο θέμα της συμπάθειας. Αντ’ αυτού, προσπαθώ να συμπαθώ τον εαυτό μου, όλα τα «άσχημα» κομμάτια, τα ανθρώπινα. Γίνομαι όλο και περισσότερο ο πραγματικός μου εαυτός, και ίσως αυτό να είναι το πρώτο βήμα. Και το πιο σημαντικό.

Caroline Leavitt, συγγραφέας best seller

Λάβετε καθημερινά τα άρθρα μας στο e-mail σας

Σχετικά θέματα

Πρόσφατα Άρθρα

Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε