Κατηγορώντας το θύμα, αποφεύγουμε να αναλάβουμε τις δικές μας ευθύνες

Η «διακριτική» τέχνη του να κατηγορούμε το θύμα αντί για τον θύτη έχει αποδειχθεί επιβλαβής. Όμως, γιατί επιμένουμε να την αναπαράγουμε;

Κατηγορώντας το θύμα, αποφεύγουμε να αναλάβουμε τις δικές μας ευθύνες

Ο όρος «κατηγορώντας το θύμα» μας φέρνει στο νου δικηγόρους ή σεξιστές σχολιαστές που κατηγορούν τις επιζήσασες/τους επιζώντες σεξουαλικής βίας για την εμπειρία τους (Ήταν ντυμένη προκλητικά) ή πολιτικούς που κατηγορούν φτωχούς ανθρώπους για την ένδειά τους (Είναι τεμπέληδες. Προτιμούν να ονειρεύονται παρά να εργάζονται!).

Αυτό το εμφανές είδος κατηγορίας μπορεί να είναι εξαιρετικά βλαβερό. Προκαλεί ντροπή στους ανθρώπους για την εμπειρία τους και εντοπίζει την αίτια των προβλημάτων εντός τους. Λέει: «Υποφέρεις επειδή έχεις κάτι ή έχεις κάνει κάτι κακό».

Είναι εύκολο να κατηγορούμε το θύμα, επειδή μας βοηθά να αποφεύγουμε να δούμε το δικό μας μερίδιο ευθύνης για τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να ωφελούμαστε ή να συνεισφέρουμε στη θυματοποίηση των άλλων. Τοποθετώντας την αιτία του προβλήματος εντός τους, μπορούμε να αποφύγουμε τη δυσφορία και την σκληρή δουλειά του να αντιμετωπίσουμε και να αλλάξουμε πολιτικές και πρακτικές που παράγουν και αναπαράγουν το βλαβερό.

Σκεφτείτε όλες εκείνες τις πολιτιστικές και κοινωνικές νόρμες που ανέχονται και προάγουν την επιθετικότητα προς τις γυναίκες. Ή τις οικονομικές πολιτικές που παράγουν και διατηρούν τη φτώχεια – έναν κατώτατο μισθό που αποτυγχάνει να βγάλει τους ανθρώπους από τη φτώχεια, φόροι που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, εταιρείες που καρπώνονται επιδοτήσεις και παράλληλα εκμεταλλεύονται με τον χειρότερο τρόπο τους εργαζομένους τους.

Όταν κατηγορούμε τις επιζήσασες για τον βιασμό τους ή τις φτωχές οικογένειες για την ανέχειά τους, μιλάμε για εμφανείς μορφές κατηγορίας του θύματος. Εύκολα εντοπίζονται και η βλάβη που προκαλούν είναι ξεκάθαρη, όπως και η λειτουργία της αποφυγής που επιτελούν για να μην πάρουμε εμείς κάποια ευθύνη για κοινωνικά και ψυχολογικά προβλήματα.

Ωστόσο υπάρχουν και λιγότερο εμφανείς μορφές κατηγορίας του θύματος, αυτό που αποκαλώ «η διακριτική τέχνη του να κατηγορούμε το θύμα». Εδώ βρίσκουμε μια σειρά ψυχολογικών και κοινωνικών παρεμβάσεων που είναι σχεδιασμένες με αυθεντικά καλές προθέσεις, αλλά που όμως διαιωνίζουν την ίδια ιδεολογία του να τοποθετούν την πηγή του προβλήματος εντός των θυμάτων.

Αυτές οι μορφές κατηγορίας σπάνια έχουν από μόνες τους σκοπό να βλάψουν. Οι ρίζες τους βρίσκονται τουλάχιστον εν μέρει σε αυτό που οι ψυχολόγοι αποκαλούν το θεμελιώδες σφάλμα απόδοσης, την τάση να παραβλέπουμε τους παράγοντες πλαισίου ή καταστάσεων που διαμορφώνουν την εμπειρία και τη συμπεριφορά των άλλων ανθρώπων. Παράλληλα, όπως δείχνουν και τα παρακάνω παραδείγματα, οι διακριτές μορφές κατηγορίας του θύματος επίσης εξυπηρετούν στο να στρέφουν την προσοχή μακριά από τους κοινωνικούς παράγοντες που διαμορφώνουν την ανισότητα και την διάκριση.

Ένα παράδειγμα είναι οι πρακτικές πρόληψης της κατάθλιψης στις γυναίκες πρόσφυγες. Αυτό που αποφεύγουν να λάβουν υπόψη τους είναι οι σκληρές συνθήκες στις οποίες πολλές από αυτές τις γυναίκες ζούσαν και ζουν: φτώχεια, ενδοοικογενειακή βία, διάκριση, ρατσισμό, φυλετικά εγκλήματα και έλλειψη κοινωνικής στήριξης.

Γιατί αυτές οι γυναίκες έχουν αυξημένο κίνδυνο κατάθλιψης; Επειδή οι ζωές τους ήταν και είναι ακόμα σκληρές. Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος να προλάβει κανείς την κατάθλιψη θα ήταν να δουλέψουν οι ειδικοί μαζί τους, με τις οικογένειες, τις κοινότητες και την πόλη για να εντοπίσουν αυτές τις σκληρές συνθήκες, να τις αλλάξουν και όχι να αλλάξουν τις υποτιθέμενες δυσπροσαρμοστικές σκέψεις και πεποιθήσεις.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι οι πρακτικές ψυχολόγων και μη που είχαν στόχο να βοηθήσουν τις γυναίκες να αφήσουν πίσω τους τις κακοποιητικές τους σχέσεις. Για δεκαετίες, οι ψυχολόγοι προσπαθούσαν να απαντήσουν στο ερώτημα του γιατί οι κακοποιημένες γυναίκες συνεχίζουν να μένουν στις κακοποιητικές τους σχέσεις. Παραδόξως, αυτή η ερώτηση τους ενδιέφερε περισσότερο από το γιατί οι άνδρες χρησιμοποιούν βία στις σχέσεις τους.

Όλες οι εξηγήσεις που προτάθηκαν εστίαζαν σε παράγοντες εντός των γυναικών. Μάλιστα, μία ψυχολόγος, η Helene Deutsch, πίστευε ότι οι γυναίκες στην πραγματικότητα απολάμβαναν την κακοποίηση. Μια άλλη ψυχολόγος αργότερα, η Lenore Walker, πρότεινε την εξήγηση της μαθημένης αβοηθητότητα.

Σύμφωνα με την άποψη της Walker, οι γυναίκες μένουν στις κακοποιητικές σχέσεις επειδή πιστεύουν εσφαλμένα ότι δεν μπορούν να φύγουν. Η ίδια πρότεινε ότι αν μπορούσαμε να αλλάξουμε τις λανθασμένες πεποιθήσεις για την ικανότητά τους να φύγουν με ασφάλεια, τότε θα ήταν πολύ πιθανότερο να αφήσουν πίσω τον κακοποιητή τους.

Αυτό που η θεωρία της μαθημένης αβοηθητότητας απέτυχε να εντοπίσει είναι ότι οι κακοποιημένες γυναίκες κάνουν επαναλαμβανόμενες απόπειρες να φύγουν, αλλά οι πόροι που εκείνες και τα παιδιά τους χρειάζονται για να παραμείνουν ασφαλείς και για να επιβιώσουν οικονομικά είναι συχνά μη διαθέσιμες, αφήνοντάς τους τελικά στο έλεος του κακοποιητή.

Για να αντιμετωπίσουμε την ενδοοικογενειακή βία, πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας στο πώς μπορούμε να προσφέρουμε εμείς οι υπόλοιποι ασφάλεια στις γυναίκες αυτές και στα παιδιά τους, όπως επίσης να αλλάξουμε τους νόμους και τις πολιτισμικές νόρμες που επιτρέπουν στους άνδρες να κακοποιούν τις συντρόφους τους χωρίς να φοβούνται αυστηρές ποινές. Επίσης, χρειάζεται να μεγαλώνουμε αγόρια που δεν θα γίνουν κακοποιητές και θύτες, όταν μεγαλώσουν.

Πηγή:

www.psychologytoday.com/intl/blog/the-refugee-experience/202103/the-subtle-art-blaming-the-victim

Book For Thought | S1E14

Αξίζει να διαβάσετε

ΕΚΔΟΣΕΙΣ κλειδαριθμοσ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ Η Τέχνη της ζωης
ΕΚΔΟΣΕΙΣ πεδιο

Λάβετε καθημερινά τα άρθρα μας στο e-mail σας

Σχετικά θέματα

Πρόσφατα Άρθρα

Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε