Τι είναι η αναβλητικότητα και πως να τη διαχειριστείς

Με τον όρο αναβλητικότητα σκιαγραφείται η συνειδητή και συστηματική τάση προς αναβολή, κάποιας συμπεριφοράς ή πράξης.

Τι είναι η αναβλητικότητα και πως να τη διαχειριστείς

Ένα ζήτημα που επανέρχεται όλο και συχνότερα στην επικαιρότητα και αφορά στον τρόπο ζωής του σύγχρονου ανθρώπου, είναι αυτό της αναβλητικότητας. Με τον όρο αναβλητικότητα σκιαγραφείται ουσιαστικά η συνειδητή και συστηματική τάση προς αναβολή, προς καθυστέρηση δηλαδή, κάποιας συμπεριφοράς ή πράξης, η οποία τάση ανάγεται σταδιακά σε τρόπο ζωής του ατόμου.

Πριν αναφέρουμε οτιδήποτε άλλο, είναι σημαντικό να σημειώσουμε εδώ ότι το άτομο που αναβάλει διαρκώς πράγματα που θα έπρεπε να κάνει, ακόμα και όταν γνωρίζει ότι θα ήταν προς όφελός του τελικά να τα πράξει, αισθάνεται ένα είδος ανακούφισης, ίσως μια πρόσκαιρη ελευθερία από την εκάστοτε υποχρέωσή του, η οποία στην πραγματικότητα δεν είναι ελευθερία.

Καταλαβαίνει κανείς, λοιπόν, ότι ο άνθρωπος που χαρακτηρίζεται από μια συστηματική αναβλητικότητα στο μεγαλύτερο μέρος τη καθημερινότητάς του, αισθάνεται ότι βρίσκεται σε ένα πλαίσιο ασφάλειας, υπό την έννοια ότι απεκδύεται ευθύνες και υποχρεώσεις, ώστε να νιώθει πιο ‘ελεύθερος’, έχοντας την ψευδαίσθηση συγχρόνως ότι είναι ο ίδιος που ελέγχει τις καταστάσεις, ενώ στην πραγματικότητα απλώς αρνείται να τις αντιμετωπίσει. Συνεπώς, όταν μια τέτοια μέθοδος διαχείρισης των υποχρεώσεων γίνεται τρόπος ζωής, συν τω χρόνων παρουσιάζονται ορισμένες συνέπειες στη ζωή του ατόμου, οι οποίες επηρεάζουν ένα μεγάλο μέρος τη κοινωνικής του ζωής.

Πιο αναλυτικά, η συστηματική αναβλητικότητα επηρεάζει άμεσα την ποιότητα εργασίας του ατόμου, σε όποιο επίπεδο ενασχόλησης κι αν βρίσκεται, με αποτέλεσμα να μειώνεται αισθητά η απόδοσή του. Τούτο συμβαίνει, διότι ο άνθρωπος καταβάλει προσπάθεια να ενεργήσει σε αρκετά μικρότερο χρονικό διάστημα, κοπιάζοντας περισσότερο, έχοντας τα αντίθετα αποτελέσματα από τα επιδιωκόμενα.

Παράλληλα, ενώ το άτομο μέσω της αναβλητικότητας θεωρεί ότι είναι ασφαλές, στην πραγματικότητα δεν διακατέχεται από αίσθημα ασφάλειας, αλλά από άγχος και stress, καθώς και από αισθήματα ενοχής απέναντι στα όσα αρνείται να πράξει και να διευθετήσει. Έρευνες έδειξαν στο παρελθόν ότι μια ακόμα συνέπεια της αναβλητικότητας είναι ο περιορισμός, έως και η ανυπαρξία, της άσκησης στη ζωή των ανθρώπων, η σωστή διαχείριση του ύπνου και η απουσία σωστών διατροφικών συνηθειών.

Τα τελευταία με τη σειρά τους, όπως αντιλαμβάνεται κανείς, αναδεικνύουν κι αυτά επιπρόσθετες συνέπειες στη ποιότητα ζωής του ατόμου, δημιουργώντας κατά κάποιον τρόπον έναν φαύλο κύκλο στην καθημερινή «σειρά» ή ρουτίνα, ο οποίος ορισμένες φορές είναι αρκετά δύσκολο να αλλάξει.

Ένα μεγάλο μέρος του επιστημονικού κόσμου έχει καταλήξει στο εξής συμπέρασμα, αναφορικά με τα βασικά αίτια του φαινομένου της αναβλητικότητας. Συγκεκριμένα, λέγεται ότι η σοβαρότερη αιτία του φαινομένου αυτού είναι ο φόβος – το άγχος της αποτυχίας. Ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού καταλήγει να αναβάλει διαρκώς, να μένει σε ανενεργή κατάσταση- απραγία δηλαδή-, υπό το φόβο της μη επιτυχίας, χωρίς μια τέτοια τακτική να συνδέεται απαραίτητα με αποτυχίες του παρελθόντος.

Σημαντικός αριθμός είναι και η μερίδα των ατόμων που χαρακτηρίζονται ως αναποφάσιστοι ή με δυσκολία στο επίπεδο λήψης αποφάσεων, με αποτέλεσμα η αποφυγή μιας απόφασης- και της ευθύνης της συγχρόνως- οδηγούν σε αναβολή και τελικά απραγία.

Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να υπογραμμισθεί μια ακόμα περίπτωση, η οποία συνιστά βασική αιτία παρουσίας της αναβλητικότητας.

Ειδικότερα, ορισμένοι άνθρωποι όταν καλούνται να αντεπεξέλθουν και να διαχειριστούν σημαντικά και πολύπλοκα ζητήματα, τα οποία χαρακτηρίζονται για τους χρονικούς τους περιορισμούς και τις υψηλές εν γένει απαιτήσεις, δημιουργούν στο εκάστοτε άτομο το αίσθημα της ψυχικής κούρασης και της νωθρότητας. Στις περιπτώσεις αυτές συμβαίνει πολύ συχνά το άτομο, εν τέλει, να επιλέγει την αποφυγή της διαχείρισης μια τέτοιας κατάστασης, αντί της διευθέτησής της.

Mε δεδομένα τα όσα σημειώθηκαν στις παραπάνω παραγράφους, μπορεί να κατανοήσει ο καθένας ότι η αναβλητικότητα, ως τρόπος ζωής, συνιστά έναν αρνητικό-αγκυλωμένο τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς, ο οποίος επηρεάζει άμεσα το συνολικό περιβάλλον στο οποίο ζει ο αναβλητικός άνθρωπος. Είναι πολύ σημαντικό, επομένως, το άτομο εν πρώτοις να μπορέσει να κατανοήσει και να συνειδητοποιήσει το πλαίσιο της αναβλητικότητας μέσα στο οποίο κινείται και εν συνεχεία να μπορέσει σταδιακά να μεταβάλει μια τέτοιου είδους κατάσταση σε πιο λειτουργική.

Το πρώτο και σημαντικότερο βήμα είναι το άτομο να κατανοήσει και να αντιληφθεί την αξία και τη σοβαρότητα του συνόλου των πράξεων τις οποίες αναβάλει. Μέσω της τακτικής αυτής το άτομο καλείται ουσιαστικά να επεξεργαστεί τις υποχρεώσεις τους και να επιλέξει ποιες έχουν προτεραιότητα και σημασία, καθώς και τις αιτίες που οδηγούν στην αναβολή τους.

Άμεσα, λοιπόν, ο καθένας επικεντρώνεται στα όσα χρειάζεται να επικεντρωθεί και φυσικά να αφιερώσει χρόνο. Παράλληλα, σε τεχνικό επίπεδο, μια βοήθεια που μπορούμε να δώσουμε στον εαυτό μας, είναι να δημιουργήσουμε ένα είδος λίστας-προγράμματος, μέσω του οποίου θα γίνονται ξεκάθαρες οι υποχρεώσεις που χρειάζονται διευθέτηση στο άμεσο μέλλον.

Είναι εξαιρετικά σημαντικό οι στόχοι που καταγράφονται να είναι εφικτοί και στο πλαίσιο του πραγματικού, ώστε να μην έρχεται το άτομο προ εκπλήξεως και δυσαρέσκειας. Ο ρεαλιστικός σχεδιασμός και οι πιθανότητες επιτυχίας στους ανάλογους στόχους, μειώνουν το άγχος και το άτομο δεν μένει παθητικό μπροστά στις υποχρεώσεις του.

Στο ίδιο επίπεδο, με βάση την ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασία του ατόμου, ο καθένας από εμάς μπορεί να βρει τρόπους, ώστε όταν δεν εμπνέεται από κάτι, αντί να αναβάλλει αυτό που έχει να κάνει, να αλλάζει χώρο ή τρόπο δραστηριοποίησης, ώστε να «ανανεώνει» το περιβάλλον του.

Ως εκ τούτου, το φαινόμενο της αναβλητικότητας είναι κάτι που μέσα από τη σωστή διαχείριση γίνεται να αντιμετωπιστεί και οι αιτίες που το δημιουργούν να περιοριστούν και να μεταβληθούν σε λειτουργικούς στόχους. Χρήσιμο είναι, ακόμα, να γνωρίζουμε, ότι στην εποχής μας, λόγω των ρυθμών ζωής πολλές φορές φαινόμενα που ασκούν επιρροή στη ζωή και το επάγγελμά μας, είναι δύσκολο να τα διαχειριστούμε μόνοι μας.

Στις περιπτώσεις αυτές μπορούμε πάντοτε να απευθυνθούμε σε κάποιον ψυχοθεραπευτή ή σύμβουλο ψυχικής, ώστε να μας βοηθήσει να ‘ξεκλειδώσουμε’ κάποια σημεία σκέψης και συμπεριφοράς, τα οποία δυσκολευόμαστε να διαχειριστούμε μόνοι μας. Με τον τρόπο αυτόν τα πράγματα πολλές φορές γίνονται πιο εύκολα, καθώς στην ουσία συμβαίνει συχνά να μας λείπει ο τρόπος και όχι ο κόπος.

Λάβετε καθημερινά τα άρθρα μας στο e-mail σας

Σχετικά θέματα

Πρόσφατα Άρθρα