Η ψυχολογία πίσω από τα 7 θανάσιμα αμαρτήματα

«Η αρετή βρίσκεται στο μέσον· το σφάλμα βρίσκεται στην υπερβολή και την έλλειψη.» — Αριστοτέλης

«Η αρετή βρίσκεται στο μέσον. Το σφάλμα βρίσκεται στην υπερβολή και την έλλειψη.»
Αριστοτέλης

Υπάρχει ένας παλιός τρόπος να μιλάμε για την αμαρτία που έχει κουράσει τον σύγχρονο άνθρωπο. Τη συνδέει αμέσως με ενοχή, απειλή, τιμωρία, αποτυχία χαρακτήρα. Σαν να υπάρχει μέσα μας ένα καθαρό κομμάτι και ένα σκοτεινό κομμάτι που πρέπει να ηττηθεί.

Advertisment

Η ανθρώπινη ψυχή, όμως, σπάνια λειτουργεί τόσο απλά.

Αν κοιτάξει κανείς πιο προσεκτικά τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, θα δει ότι πίσω από κάθε ένα υπάρχει μια φυσική δύναμη. Η επιθυμία. Η ανάγκη για αναγνώριση. Η σύγκριση. Η διεκδίκηση. Η απόλαυση. Η ξεκούραση. Η ερωτική ορμή.

Καμία από αυτές τις δυνάμεις, από μόνη της, δεν είναι ξένη προς τον άνθρωπο. Αντίθετα, όλες ανήκουν στον βασικό εξοπλισμό της ζωής.

Advertisment

Το πρόβλημα αρχίζει όταν μια φυσική δύναμη παύει να συνεργάζεται με το σύνολο της προσωπικότητας. Όταν αυτονομείται. Όταν ζητά συνεχώς περισσότερα. Όταν η επιθυμία χάνει την επαφή με το μέτρο, η οργή χάνει την επαφή με τη δικαιοσύνη, η σύγκριση χάνει την επαφή με την αυτογνωσία.

Ίσως γι’ αυτό ο Αριστοτέλης παραμένει τόσο επίκαιρος. Στα Ηθικά Νικομάχεια, η αρετή περιγράφεται ως μεσότητα ανάμεσα σε δύο άκρα. Η γενναιότητα, για παράδειγμα, βρίσκεται ανάμεσα στη δειλία και την απερισκεψία. Η σωφροσύνη ανάμεσα στην ασυδοσία και την αναισθησία.

Η αρετή, με αυτή την έννοια, δεν είναι η άρνηση της φύσης. Είναι η ρύθμισή της.

Αυτό αλλάζει πολύ τον τρόπο που βλέπουμε την αμαρτία. Τη μετακινεί από το πεδίο της απλής καταδίκης στο πεδίο της κατανόησης. Ο άνθρωπος που φθονεί, οργίζεται, επιθυμεί αχόρταγα ή παραιτείται, δεν είναι απλώς ένας άνθρωπος με ελάττωμα. Είναι ένας άνθρωπος στον οποίο μια εσωτερική λειτουργία έχει βγει από την αναλογία της.

Πριν από την πράξη υπάρχει πάντα ένας λογισμός

Οι πατέρες της ερήμου είχαν αντιληφθεί με εντυπωσιακή ακρίβεια ότι το πάθος δεν ξεκινά από την πράξη. Ξεκινά από έναν λογισμό.

Ο Ευάγριος ο Ποντικός μιλούσε για εκείνες τις επαναλαμβανόμενες εσωτερικές κινήσεις που αιχμαλωτίζουν τον άνθρωπο πριν ακόμη γίνουν συμπεριφορά. Πριν η οργή γίνει φωνή, υπάρχει ως εσωτερική διέγερση. Πριν η απληστία γίνει επιλογή, υπάρχει ως φόβος έλλειψης. Πριν η λαγνεία χρησιμοποιήσει τον άλλον, υπάρχει ως ανάγκη εκτόνωσης χωρίς πραγματική συνάντηση.

Η ψυχανάλυση θα το έλεγε διαφορετικά. Ο Φρόιντ έγραψε τη γνωστή φράση: «Όπου ήταν το Εκείνο, εκεί πρέπει να γίνει το Εγώ». Με απλά λόγια, εκεί όπου δρουν τυφλές ορμές, χρειάζεται να εμφανιστεί επίγνωση.

Η ωριμότητα αρχίζει όταν ο άνθρωπος μπορεί να παρατηρήσει την παρόρμησή του χωρίς να ταυτίζεται απόλυτα μαζί της.

Από αυτή την οπτική, τα επτά αμαρτήματα μοιάζουν λιγότερο με κατάλογο ηθικών απαγορεύσεων και περισσότερο με χάρτη ψυχικών απορρυθμίσεων.

Υπερηφάνεια: όταν η εικόνα του εαυτού γίνεται άμυνα

Η υπερηφάνεια είναι η ανάγκη του εαυτού να προστατευτεί από την αμφιβολία.

Σε υγιή μορφή, η καλή εικόνα του εαυτού δίνει σταθερότητα, πρωτοβουλία, θάρρος. Όταν διογκώνεται, γίνεται άμυνα απέναντι στη μάθηση. Ο υπερήφανος άνθρωπος δυσκολεύεται να ακούσει, επειδή κάθε νέα πληροφορία μοιάζει με απειλή προς την εικόνα που έχει χτίσει για τον εαυτό του.

Ο C. G. Jung θα έβλεπε εδώ τη σκιά. Εκείνα τα κομμάτια που ο άνθρωπος δυσκολεύεται να αναγνωρίσει και τα σπρώχνει έξω από την αυτοεικόνα του. Όσο πιο τέλεια θέλει να φαίνεται μια προσωπικότητα, τόσο πιο έντονα χρειάζεται να κρύβει όσα τη διαψεύδουν.

Η υπερηφάνεια συχνά δεν είναι δύναμη. Είναι φόβος μήπως φανεί μια ρωγμή.

Φθόνος: όταν η σύγκριση γίνεται εσωτερική δηλητηρίαση

Ο φθόνος γεννιέται από τη σύγκριση.

Η σύγκριση, από μόνη της, είναι φυσική. Ο άνθρωπος μαθαίνει και προσανατολίζεται κοιτώντας τους άλλους. Το παιδί συγκρίνει, ο μαθητής συγκρίνει, ο επαγγελματίας συγκρίνει, ο ερωτευμένος συγκρίνει. Μέσα από τη σύγκριση καταλαβαίνουμε πού βρισκόμαστε.

Ο φθόνος όμως αλλάζει τη λειτουργία της σύγκρισης. Η επιτυχία του άλλου παύει να είναι πληροφορία και γίνεται προσβολή. Ο άλλος δεν είναι πια παράδειγμα, ούτε πιθανή έμπνευση. Γίνεται καθρέφτης μιας προσωπικής έλλειψης.

Γι’ αυτό ο φθόνος έχει κάτι τόσο διαβρωτικό. Δεν ζητά απλώς να αποκτήσει. Ζητά να μειωθεί εκείνος που έχει.

Οργή: όταν η άμυνα χάνει την ακρίβειά της

Η οργή ανήκει στα πιο παρεξηγημένα πάθη.

Σε καθαρή μορφή, είναι σήμα προστασίας. Μας ειδοποιεί ότι κάτι παραβιάζεται, ότι κάτι μας απειλεί, ότι υπάρχει αδικία ή ταπείνωση. Ο θυμός μπορεί να υπηρετήσει την αξιοπρέπεια. Μπορεί να βάλει όριο. Μπορεί να σταματήσει την υποταγή.

Όταν όμως το σύστημα απειλής ενεργοποιείται υπερβολικά, η οργή χάνει την ακρίβειά της. Μικρές ματαιώσεις παίρνουν διαστάσεις προσβολής. Η καθυστέρηση γίνεται απόρριψη. Η διαφωνία γίνεται επίθεση. Η παρατήρηση γίνεται ταπείνωση.

Εκεί ο άνθρωπος αντιδρά περισσότερο στην εσωτερική του ιστορία παρά στο γεγονός που έχει μπροστά του.

Ο Bessel van der Kolk έχει δείξει πόσο συχνά το σώμα κρατά παλιές εμπειρίες απειλής. Το νευρικό σύστημα αντιδρά πριν προλάβει η σκέψη να οργανώσει το γεγονός. Αυτό δεν απαλλάσσει τον άνθρωπο από την ευθύνη της πράξης του. Τον βοηθά, όμως, να καταλάβει γιατί μερικές αντιδράσεις μοιάζουν τόσο μεγαλύτερες από την περίσταση που τις προκάλεσε.

Οκνηρία: όταν χάνεται το νόημα της κίνησης

Η οκνηρία, ή ακηδία στην παλαιότερη χριστιανική γλώσσα, είναι ίσως η πιο λεπτή από τις επτά κατηγορίες.

Συχνά τη μεταφράζουμε πρόχειρα ως τεμπελιά. Η αρχική έννοια είναι πολύ πιο σύνθετη. Η ακηδία περιγράφει μια εσωτερική αποσύνδεση από το νόημα. Ο άνθρωπος μπορεί να έχει χρόνο, ικανότητες, μέσα. Κι όμως, η ψυχική του ενέργεια αποσύρεται.

Στη σύγχρονη ζωή αυτό φαίνεται παντού. Άνθρωποι διαρκώς απασχολημένοι, με κινητό στο χέρι, με λίστες, ειδοποιήσεις, μικρές υποχρεώσεις, και ταυτόχρονα με αίσθηση εσωτερικής ακινησίας.

Η οκνηρία σήμερα σπάνια μοιάζει με απραξία. Συχνά μοιάζει με ασταμάτητη απασχόληση χωρίς ουσιαστική κατεύθυνση.

Απληστία: όταν εξαφανίζεται η έννοια του αρκετού

Η απληστία σχετίζεται με την αδυναμία του ανθρώπου να πει «αρκεί».

Σε εποχές σπανιότητας, η επιθυμία για περισσότερους πόρους προστάτευε τη ζωή. Σε εποχές αφθονίας, το ίδιο ένστικτο μπορεί να γίνει ατέρμονη συσσώρευση. Χρήματα, κύρος, επιρροή, εμπειρίες, ακίνητα, επιβεβαίωση.

Κάθε κατάκτηση ηρεμεί για λίγο και μετά γίνεται βάση για την επόμενη.

Ο Επίκουρος, πολύ πριν από τη σύγχρονη ψυχολογία της κατανάλωσης, ξεχώριζε τις φυσικές και αναγκαίες επιθυμίες από τις μάταιες. Η διάκριση αυτή παραμένει εξαιρετικά χρήσιμη. Η επιθυμία που υπηρετεί τη ζωή έχει όριο. Η επιθυμία που υπηρετεί την ανασφάλεια ζητά συνέχεια νέο αντικείμενο.

Λαιμαργία: όταν το τώρα νικά το μετά

Η λαιμαργία είναι πιο συγκεκριμένη μορφή της ίδιας δυσκολίας.

Δεν αφορά μόνο το φαγητό. Αφορά τη σχέση μας με την άμεση ικανοποίηση. Το σώμα ζητά άμεση ανακούφιση. Η σκέψη γνωρίζει τις συνέπειες. Ανάμεσα στο «τώρα» και στο «μετά», το τώρα κερδίζει επειδή είναι πιο κοντά, πιο έντονο, πιο αισθητό.

Η νευροεπιστήμη έχει περιγράψει με σαφήνεια αυτή τη σύγκρουση ανάμεσα στα συστήματα άμεσης ανταμοιβής και στον εκτελεστικό έλεγχο. Ο Antonio Damasio έδειξε πόσο στενά συνδέονται συναίσθημα, σώμα και απόφαση.

Ο άνθρωπος δεν αποφασίζει ως ψυχρός υπολογιστής. Αποφασίζει μέσα από σωματικά σήματα, μνήμες, φόβους, επιθυμίες και προσδοκίες.

Λαγνεία: όταν ο άλλος γίνεται μέσο εκτόνωσης

Η λαγνεία αφορά την αποσύνδεση της ερωτικής επιθυμίας από την αναγνώριση του άλλου ως προσώπου.

Η επιθυμία είναι φυσική δύναμη ζωής. Συνδέεται με την έλξη, τη χαρά, τη δημιουργικότητα, τη σύνδεση. Όταν απομονώνεται από τη συναισθηματική παρουσία, μπορεί να μετατρέψει τον άλλον σε μέσο εκτόνωσης.

Εδώ η ηθική και η ψυχολογία συναντιούνται. Η ώριμη επιθυμία χρειάζεται να βλέπει τον άλλον. Να αναγνωρίζει την ελευθερία του, την ιστορία του, την ευαλωτότητά του.

Χωρίς αυτή την αναγνώριση, η επιθυμία στενεύει. Γίνεται χρήση.

Τρεις μεγάλες περιοχές απορρύθμισης

Αν τα δούμε συνολικά, τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα περιγράφουν τρεις μεγάλες περιοχές της ανθρώπινης απορρύθμισης.

Πρώτη περιοχή: η ανταμοιβή χωρίς μέτρο.
Εκεί ανήκουν η απληστία, η λαιμαργία και η λαγνεία.

Δεύτερη περιοχή: η αυτοαξιολόγηση χωρίς καθαρή σχέση με την πραγματικότητα.
Εκεί ανήκουν η υπερηφάνεια και ο φθόνος.

Τρίτη περιοχή: η δυσκολία ρύθμισης της ενέργειας.
Εκεί ανήκουν η οργή και η οκνηρία.

Το ενδιαφέρον είναι ότι η σύγχρονη κοινωνία δεν καταστέλλει απλώς αυτά τα πάθη. Σε πολλές περιπτώσεις τα τροφοδοτεί.

Τα κοινωνικά δίκτυα ενισχύουν τη σύγκριση. Η οικονομία της προσοχής ενισχύει την άμεση ανταμοιβή. Η καταναλωτική κουλτούρα εκπαιδεύει τον άνθρωπο να επιθυμεί διαρκώς κάτι ακόμη. Η δημόσια συζήτηση επιβραβεύει την οργή, επειδή η οργή παράγει κλικ, σχόλια, ταύτιση, στρατόπεδα.

Έτσι, τα παλιά αμαρτήματα αποκτούν σύγχρονη τεχνολογική μορφή. Ο φθόνος περνά μέσα από επιμελημένες εικόνες ζωής. Η απληστία περνά μέσα από την υπόσχεση αδιάκοπης αναβάθμισης. Η λαιμαργία περνά μέσα από ατελείωτη κατανάλωση περιεχομένου. Η οκνηρία περνά μέσα από αδιάκοπη ψηφιακή απασχόληση. Η υπερηφάνεια περνά μέσα από την κατασκευή δημόσιας εικόνας.

Η λύση δεν είναι η καταστολή

Η λύση, λοιπόν, δεν μπορεί να είναι απλώς η καταστολή.

Ο άνθρωπος που προσπαθεί μόνο να καταπιέσει την επιθυμία του, συχνά την κάνει πιο υπόγεια. Ο άνθρωπος που ντρέπεται για τον φθόνο του, δυσκολεύεται να ακούσει τι του δείχνει. Ο άνθρωπος που αρνείται τον θυμό του, μπορεί να τον μετατρέψει σε παθητική επιθετικότητα ή εσωτερική φθορά.

Η πιο ώριμη στάση είναι η ρύθμιση.

Να μπορεί κανείς να επιθυμεί και να εξετάζει την επιθυμία του. Να συγκρίνεται και να επιστρέφει στην προσωπική του διαδρομή. Να θυμώνει και να αναρωτιέται ποιο όριο παραβιάστηκε. Να ξεκουράζεται χωρίς να παραιτείται. Να απολαμβάνει χωρίς να χάνει την επαφή με το αύριο.

Με αυτή την έννοια, η αμαρτία δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζεται μόνο ως ηθική πτώση. Μπορεί να ιδωθεί και ως σήμα. Κάτι μέσα στον άνθρωπο ζητά ρύθμιση. Κάτι έχει γίνει υπερβολικό, κάτι έχει υποχωρήσει, κάτι έχει αποσυνδεθεί από το σύνολο.

Η αρετή, τότε, παύει να μοιάζει με αυστηρή ηθική συμμόρφωση. Γίνεται τέχνη εσωτερικής αναλογίας. Η ικανότητα να χρησιμοποιεί κανείς τις δυνάμεις του χωρίς να γίνεται δούλος τους.

Ίσως αυτό να είναι το πιο ανθρώπινο συμπέρασμα. Τα πάθη μας δεν είναι ξένοι εισβολείς. Είναι δικές μας δυνάμεις που έχασαν τον προσανατολισμό τους. Και η ωριμότητα αρχίζει τη στιγμή που σταματάμε να τα βλέπουμε μόνο ως ντροπή και αρχίζουμε να τα ακούμε ως πληροφορία.

Όχι για να τα δικαιολογήσουμε. Για να τα καταλάβουμε αρκετά ώστε να μη μας κυβερνούν.

Λάβετε καθημερινά τα άρθρα μας στο e-mail σας

Σχετικά θέματα

decision
argument
fatigue
beautiful age

Πρόσφατα Άρθρα

Εναλλακτική Δράση