Ισχυριστήκαμε προηγουμένως ότι ένας άνθρωπος πρέπει να αποφεύγει την υπερβολή και την έλλειψη και να επιλέγει το μέσο, και ότι το μέσο είναι αυτό που επιτάσσει o ορθός λόγος. Τώρα ας προσδιορίσουμε τι αφορά αυτό. Σε όλες τις προδιαθέσεις που απαριθμήσαμε, όπως και σε άλλες περιπτώσεις, υπάρχει ένας στόχος στον οποίο αποβλέπει ο σκεπτόμενος άνθρωπος καθώς προσαρμόζει το «σημάδι» του, κάτι που προσδιορίζει τις μεσότητες. Λέμε πως οι μεσότητες βρίσκονται μεταξύ της υπερβολής και της έλλειψης και διέπονται από τον ορθό λόγο. Αλλά ενώ αυτή η δήλωση είναι αληθής, δεν είναι απολύτως σαφής. Θα μπορούσαμε να πούμε το ίδιο για την ιδιαίτερη επιμέλεια και σε οποιαδήποτε άλλα πεδία:
περὶ ὅσας ἐστὶν ἐπιστήμη, τοῦτ’ ἀληθὲς μὲν εἰπεῖν, ὅτι οὔτε πλείω οὔτε ἐλάττω δεῖ πονεῖν οὐδὲ ῥᾳθυμεῖν, ἀλλὰ τὰ μέσα καὶ ὡς ὁ ὀρθὸς λόγος· τοῦτο δὲ μόνον ἔχων ἄν τις οὐδὲν ἂν εἰδείη πλέον, οἷον ποῖα δεῖ προσφέρεσθαι πρὸς τὸ σῶμα, εἴ τις εἴπειεν ὅτι ὅσα ἡ ἰατρικὴ κελεύει καὶ ὡς ὁ ταύτην ἔχων. διὸ δεῖ καὶ περὶ τὰς τῆς ψυχῆς ἕξεις μὴ μόνον ἀληθῶς εἶναι τοῦτ’ εἰρημένον, ἀλλὰ καὶ διωρισμένον τίς ἐστιν ὁ ὀρθὸς λόγος καὶ τούτου τίς ὅρος.
Advertisment
Τὰς δὴ τῆς ψυχῆς ἀρετὰς διελόμενοι τὰς μὲν εἶναι τοῦ ἤθους ἔφαμεν τὰς δὲ τῆς διανοίας. περὶ μὲν οὖν τῶν ἠθικῶν διεληλύθαμεν, περὶ δὲ τῶν λοιπῶν, περὶ ψυχῆς πρῶτον εἰπόντες, λέγωμεν οὕτως. πρότερον μὲν οὖν ἐλέχθη δύ’ εἶναι μέρη τῆς ψυχῆς, τό τε λόγον ἔχον καὶ τὸ ἄλογον· νῦν δὲ περὶ τοῦ λόγον ἔχοντος τὸν αὐτὸν τρόπον διαιρετέον. καὶ ὑποκείσθω δύο τὰ λόγον ἔχοντα, ἓν μὲν ᾧ θεωροῦμεν τὰ τοιαῦτα τῶν ὄντων ὅσων αἱ ἀρχαὶ μὴ ἐνδέχονται ἄλλως ἔχειν,
ότι δεν πρέπει να καταπιάνεστε με μια δραστηριότητα –ή να απέχετε από αυτήν– ούτε υπερβολικά ούτε ελάχιστα· οι πράξεις σας πρέπει να επιτυγχάνουν το μέσο και να ακολουθούν τον ορθό λόγο. Παρ’ όλα αυτά, δεν θα γνωρίζαμε τι είδους θεραπεία να εφαρμόσουμε σε ένα σώμα αν οι μόνες πληροφορίες που είχαμε ήταν ότι πρέπει να κάνουμε αυτό που επιτάσσει η ιατρική και αυτό που θα έκανε ένας ειδικός. Άρα χρειαζόμαστε περισσότερα από αυτή την κοινοτοπία περί των προδιαθέσεων της ψυχής. Πρέπει να είμαστε πιο σαφείς σχετικά με το τι είναι ο ορθός λόγος και τι τον ορίζει.
Όταν διακρίναμε τις διαφορετικές αρετές της ψυχής, ονομάσαμε μερικές από αυτές ηθικές αρετές και άλλες διανοητικές αρετές. Καθώς έχουμε ασχοληθεί με τις ηθικές αρετές, ας μιλήσουμε τώρα για την άλλη κατηγορία – ξεκινώντας με μερικές επισημάνσεις σχετικά με την ψυχή. Είπαμε προηγουμένως ότι η ψυχή έχει δύο μέρη, ένα σκεπτόμενο και ένα μη σκεπτόμενο. Άρα, ομοίως πρέπει να διαχωρίσουμε και το σκεπτόμενο μέρος. Ας ορίσουμε ότι υπάρχουν δύο σκεπτόμενα μέρη. Με το ένα από αυτά θεωρούμε κάποια πράγματα των οποίων οι αρχές δεν μπορούν να είναι διαφορετικές·
ἓν δὲ ᾧ τὰ ἐνδεχόμενα· . . . λεγέσθω δὲ τούτων τὸ μὲν ἐπιστημονικὸν τὸ δὲ λογιστικόν· τὸ γὰρ βουλεύεσθαι καὶ λογίζεσθαι ταὐτόν, οὐδεὶς δὲ βουλεύεται περὶ τῶν μὴ ἐνδεχομένων ἄλλως ἔχειν. ὥστε τὸ λογιστικόν ἐστιν ἕν τι μέρος τοῦ λόγον ἔχοντος.
Advertisment
ληπτέον ἄρ’ ἑκατέρου τούτων τίς ἡ βελτίστη ἕξις· αὕτη γὰρ ἀρετὴ ἑκατέρου, ἡ δ’ ἀρετὴ πρὸς τὸ ἔργον τὸ οἰκεῖον.
με το άλλο θεωρούμε πράγματα που μπορούν να είναι και διαφορετικά. Ας τα αποκαλέσουμε επιστημονικό μέρος και συλλογιστικό μέρος (καθώς η διαβούλευση είναι όμοια με τη συλλογιστική και κανείς δεν διαβουλεύεται περί πραγμάτων που δεν μπορούν να είναι διαφορετικά). Το συλλογιστικό μέρος είναι, ως εκ τούτου, ένα επιμέρους στοιχείο του σκεπτόμενου μέρους της ψυχής μας.
Χρειάζεται να ταυτοποιήσουμε την καλύτερη προδιάθεση του καθενός από αυτά τα μέρη. Αυτή θα είναι η αρετή του και θα αφορά τη δραστηριότητα που προσιδιάζει σε αυτό.
[6.2] . . . τῆς δὲ θεωρητικῆς διανοίας καὶ μὴ πρακτικῆς μηδὲ ποιητικῆς τὸ εὖ καὶ κακῶς τἀληθές ἐστι καὶ ψεῦδος (τοῦτο γάρ ἐστι παντὸς διανοητικοῦ ἔργον)· τοῦ δὲ πρακτικοῦ καὶ διανοητικοῦ ἀλήθεια ὁμολόγως ἔχουσα τῇ ὀρέξει τῇ ὀρθῇ. πράξεως μὲν οὖν ἀρχὴ προαίρεσις—ὅθεν ἡ κίνησις ἀλλ’ οὐχ οὗ ἕνεκα—προ-αιρέσεως δὲ ὄρεξις καὶ λόγος ὁ ἕνεκά τινος . . . διὸ ἢ ὀρεκτικὸς νοῦς ἡ προαίρεσις ἢ ὄρεξις διανοητική . . .
ἀμφοτέρων δὴ τῶν νοητικῶν μορίων ἀλήθεια τὸ ἔργον. καθ’ ἃς οὖν μάλιστα ἕξεις ἀληθεύσει ἑκάτερον, αὗται ἀρεταὶ ἀμφοῖν.
[6.3] . . . ἔστω δὴ οἷς ἀληθεύει ἡ ψυχὴ τῷ καταφάναι ἢ ἀποφάναι, πέντε τὸν ἀριθμόν· ταῦτα δ’ἐστὶ τέχνη
Όταν επιδιδόμαστε στη θεωρητική σκέψη (αντί για την πρακτική ή παραγωγική σκέψη), αυτό το κάνουμε είτε καλά είτε άσχημα ανάλογα με το αν ο συλλογισμός μας είναι ορθός ή εσφαλμένος – καθώς αυτό ακριβώς κάνει κάθε σκεπτόμενο μέρος. Όταν επιδιδόμαστε στην πρακτική σκέψη, αυτό το κάνουμε καλά όταν εκείνο που σκεφτόμαστε είναι αληθές και επιπλέον συμφωνεί με τη σωστή επιθυμία. Αυτό συμβαίνει επειδή η πράξη προκύπτει από την προαίρεση, και η προαίρεση προέρχεται από την επιθυμία συν τη σκέψη που κατευθύνεται προς κάποιο στόχο (που καθιστά την προαίρεση είτε εφετική σκέψη είτε επιθυμία που λαμβάνει πληροφορία από τη σκέψη).
Δεδομένου ότι το να φτάσουμε στην αλήθεια είναι μια δραστηριότητα που ανήκει και στα δύο διανοητικά μέρη, οι αρετές αυτών των μερών θα είναι οι όποιες προδιαθέσεις τα καθιστούν ιδιαίτερα καλά για τη σύλληψη της αλήθειας.
Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο Πώς να ευημερήσεις που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα

































