Κάποια βιβλία τα διαβάζεις από περιέργεια, άλλα από ανάγκη. Και μετά υπάρχουν κι αυτά που δεν θυμάσαι ακριβώς γιατί τα άνοιξες — αλλά κάπως μένουν ανοιχτά μέσα σου για καιρό. Έτσι μου συνέβη με το Το βιβλίο της ζωής του Κρισναμούρτι. Δεν το ξεκίνησα με σχέδιο. Το πήρα σαν κάτι που θα ξεφυλλίσω χαλαρά, ίσως πριν τον ύπνο. Μόνο που από τις πρώτες κιόλας σελίδες κατάλαβα ότι αυτό δεν είναι βιβλίο για «χαλαρό διάβασμα». Είναι από αυτά που σε σταματούν, όχι επειδή είναι δύσκολα, αλλά επειδή δεν σου αφήνουν πολλά περιθώρια να κρυφτείς πίσω από αυτά που ήδη πιστεύεις.
Η ιδέα μοιάζει απλή: 365 μικρά αποσπάσματα, ένα για κάθε μέρα, σχεδόν σαν προσωπικός διαλογισμός. Στην πράξη, όμως, δεν λειτουργεί σαν ημερολόγιο που σε «οδηγεί». Δεν σου λέει τι να κάνεις, δεν σου προτείνει βήματα, δεν προσπαθεί να γίνει οδηγός ζωής. Περισσότερο μοιάζει με έναν καθρέφτη που τον κρατάς λίγο στραβά και ξαφνικά βλέπεις πράγματα που δεν είχες προσέξει ή δεν ήθελες να προσέξεις.

Από την αυτογνωσία και την ακρόαση μέχρι τον φόβο, την επιθυμία, τη σχέση, τον πόνο, την αγάπη και τελικά τον θάνατο, οι θεματικές απλώνονται μέσα στη χρονιά χωρίς να προσπαθούν να σου φτιάξουν μια «γραμμική κατανόηση» της ζωής. Και ίσως αυτό είναι που με μπέρδεψε περισσότερο στην αρχή: δεν υπάρχει αφήγηση για να κρατηθείς, δεν υπάρχει εξέλιξη που να σε ανταμείβει.
Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι το διάβαζα λάθος. Προσπαθούσα να το καταναλώσω, ενώ εκείνο επέμενε να με σταματά. Δύο σελίδες ήταν αρκετές για να μου χαλάσουν τον ρυθμό, όχι επειδή δεν καταλάβαινα τι λέει, αλλά επειδή καταλάβαινα λίγο παραπάνω απ’ όσο θα ήθελα. Ο Κρισναμούρτι δεν γράφει με τρόπο που σε παίρνει από το χέρι. Δεν είναι ούτε καθησυχαστικός ούτε «εμπνευστικός» με την κλασική έννοια. Δεν σου λέει ότι όλα θα πάνε καλά, ούτε σου δίνει ένα πλαίσιο για να νιώσεις καλύτερα. Αντίθετα, σε αφήνει με ερωτήσεις που δεν έχουν εύκολες απαντήσεις. Και το κάνει με έναν τόνο σχεδόν ήρεμο, σαν να θεωρεί αυτονόητο ότι θα αντέξεις να τις δεις.
Υπήρχαν στιγμές που το έκλεινα και σκεφτόμουν ότι δεν έχω διάθεση για κάτι τόσο άμεσο. Γιατί, χωρίς να το καταλάβεις, αρχίζεις να βλέπεις πόσο συχνά λειτουργείς μηχανικά, πόσο εύκολα υιοθετείς σκέψεις, αντιδράσεις, φόβους που δεν έχεις εξετάσει ποτέ πραγματικά. Και εκεί κάπου το βιβλίο γίνεται λίγο άβολο. Όχι επιθετικό, όχι δραματικό, απλώς επίμονο. Σαν να σου λέει «κοίτα λίγο καλύτερα», χωρίς να σε πιέζει αλλά και χωρίς να σε αφήνει να ξεγλιστρήσεις.
Δεν μπορώ να πω ότι το απόλαυσα με τον τρόπο που «απολαμβάνεις» ένα βιβλίο. Δεν είχε αυτή τη ροή που σε κάνει να θες να συνεχίσεις. Είχε όμως κάτι άλλο, πιο ήσυχο και πιο επίμονο. Με έκανε να επιστρέφω σε αυτό χωρίς λόγο, να ανοίγω τυχαίες σελίδες, να διαβάζω μια παράγραφο και μετά να το αφήνω κάπου δίπλα, σαν να μην χρειάζεται να συνεχίσω. Και κάπως έτσι άρχισε να γίνεται μέρος της καθημερινότητας χωρίς να το καταλάβω.
Αν έπρεπε να το περιγράψω με έναν τρόπο που να έχει νόημα, θα έλεγα ότι δεν είναι βιβλίο που σου δίνει κάτι καινούριο, αλλά βιβλίο που σου αφαιρεί στρώματα. Δεν σε γεμίζει ιδέες, σε αδειάζει από βεβαιότητες. Και αυτό, όσο περνάει ο καιρός, αρχίζεις να καταλαβαίνεις ότι δεν είναι καθόλου μικρό πράγμα.
Δεν ξέρω αν είναι βιβλίο που «προτείνεται». Ίσως γιατί δεν ταιριάζει σε εκείνη τη διάθεση που ψάχνεις κάτι να σε ανεβάσει ή να σου δώσει απαντήσεις. Ταιριάζει περισσότερο σε εκείνες τις στιγμές που είσαι ήδη λίγο ανήσυχος, λίγο ανοιχτός, λίγο έτοιμος να δεις τα πράγματα χωρίς φίλτρο. Και ακόμα κι έτσι, δεν είμαι σίγουρος ότι θα σε «κερδίσει». Μπορεί και να σε εκνευρίσει. Μπορεί να το αφήσεις στην άκρη. Μπορεί να επιστρέψεις μετά από καιρό.
Αλλά αν τελικά μείνει, δεν θα μείνει επειδή σε εντυπωσίασε. Θα μείνει επειδή, κάπου ανάμεσα σε όλες αυτές τις μικρές καθημερινές σκέψεις, σε έκανε να σταθείς για λίγο διαφορετικά απέναντι στον εαυτό σου. Και αυτό, χωρίς να το καταλάβεις εκείνη τη στιγμή, είναι μάλλον το πιο ουσιαστικό που μπορεί να σου αφήσει.
Advertisment
Μπορείς να διαβάσεις τις πρώτες σελίδες του για να πάρεις μια γεύση. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα

































