Ο παππούς μου είχε ορίσει έναν περιορισμό στην έκφραση γνώμης: δεν επέτρεπε σε κανέναν, ούτε στον εαυτό του, να πιστεύει ότι έχει πάντα δίκιο ή ότι δεν μπορεί να μάθει από την άποψη κάποιου άλλου.

Η ζωή στο άσραμ ήταν σχεδιασμένη να βοηθά τους ανθρώπους να ξεπερνούν τις προκαταλήψεις και τις διακρίσεις, και καλλιεργούσε την κατανόηση, την αποδοχή και την εκτίμηση των διαφορών ανάμεσα στους ανθρώπους. Ο Μπάπου πίστευε ότι για να μιλά κανείς πειστικά ενάντια στην αδικία και να ελπίζει ότι θα αλλάξει την κοινωνία, έπρεπε να μιλά από εμπειρία και να νιώθει την αδικία βαθιά στο μεδούλι του. Το να μιλάς γι’ αυτό που πιστεύεις σωστό, μερικές φορές μπορεί να σε φέρει σε επισφαλή θέση.

Όταν ζούσα ως ενήλικος πια στην Ινδία, άρχισα να μελετώ την προκατάληψη επειδή με ενδιέφερε να μάθω πώς γίνεται να διαχωρίζουμε τόσο ανόητα τους ανθρώπους. Μια μέρα, μια γυναίκα από τον Μισισιπή, που ταξίδευε στην Ινδία, ήρθε στο γραφείο μου στο Μουμπάι, όπου μιλήσαμε για τις φυλές στην Αμερική. Σκέφτηκα ότι θα ήταν ενδιαφέρον να γράψω μια συγκριτική μελέτη για τις διακρίσεις στη Νότια Αφρική, την Ινδία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η ζωή μου στη Νότια Αφρική, μου είχε μάθει ότι αν δεν ήσουν λευκός, ήσουν μαύρος, επομένως διαφορετικός. Η νέα μου φίλη από τον Μισισιπή μου είπε ότι εκείνη την εποχή στην Αμερική ο φυλετικός διαχωρισμός έφερνε τους ανθρώπους που είχαν καταγωγή από τους Αφρικανούς σκλάβους, αντιμέτωπους με τους λευκούς Αμερικανούς.

Στην Ινδία δεν χρησιμοποιούσαμε το χρώμα του δέρματος για να ορίζουμε τις διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους, αλλά το σύστημα κάστας υπαγόρευε σε ποια ομάδα ανήκες και χώριζε τους ανθρώπους σε ομάδες όπως οι Βραχμάνοι ή οι παρίες. Το Πανεπιστήμιο του Μισισιπή μου προσέφερε μια υποτροφία να κάνω αυτή τη διαπολιτισμική μελέτη της προκατάληψης, και με τη γυναίκα μου μετακομίσαμε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο κόσμος έμαθε ότι ο εγγονός του Γκάντι ήταν στην Αμερική, και πολλοί που ήθελαν να μάθουν περισσότερα για τον Μπάπου με τίμησαν.

Έναν περίπου χρόνο αργότερα, το 1988, με κάλεσαν να μιλήσω στο Πανεπιστήμιο της Νέας Ορλεάνης. Η σχολή είχε διαφημίσει την ομιλία και είχε αναρτήσει παντού αφίσες προσκαλώντας τον κόσμο να έρθει να ακούσει «τον Γκάντι για τον Ρατσισμό». Έτυχε να είναι την ίδια χρονιά που ο ρατσιστής και μέλος της Κου Κλουξ Κλαν Ντέιβιντ Ντιουκ κατέβαινε υποψήφιος στη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λουιζιάνα. Όταν προσγειωθήκαμε στη Νέα Ορλεάνη, στο αεροπλάνο ανέβηκαν τέσσερις αστυνομικοί που μου είπαν: «Κύριε Γκάντι, παρακαλούμε ελάτε μαζί μας».

Σηκώθηκα φοβισμένος. Τι είχα κάνει; Οι αστυνομικοί δεν μου έλεγαν τι συνέβαινε, αλλά ένας τους είπε: «Είναι για τη δική σας ασφάλεια». Με συνοδεία δύο αστυνομικών μπροστά μου και δύο πίσω, κατέβηκα από το αεροπλάνο και με πήγαν με αυτοκίνητο στο πανεπιστήμιο. Εκεί, επιτέλους μου είπαν ότι το πανεπιστήμιο είχε δεχτεί απειλητικά τηλεφωνήματα από την ΚΚΚ, καθώς και απειλή για δολοφονική απόπειρα εναντίον μου.

Αποφασίσαμε να προχωρήσουμε με την ομιλία. Κράτησαν το κοινό μακριά μου, αφήνοντας τις πρώτες σειρές καθισμάτων της αίθουσας άδειες, και με έβγαλαν από το πίσω μέρος της σκηνής την τελευταία στιγμή. Ύστερα με συνόδευσαν στο αεροδρόμιο και με έβαλαν να καθίσω στον χώρο των VIP με την ασφάλεια των ίδιων τεσσάρων αστυνομικών. Τέλος, με πήγαν στο αεροπλάνο, ο τελευταίος που επιβιβάστηκε, και με έβαλαν να καθίσω στην πρώτη θέση που είχε κρατήσει κενή η αεροπορική εταιρεία ειδικά για μένα. Οι αστυνομικοί με χαιρέτησαν ευγενικά κι έφυγαν.

Εκείνη την ημέρα έμαθα ότι το να λες τη γνώμη σου μπορεί να προκαλέσει αναστάτωση, φόβο και συγκρούσεις, πριν φέρει την αλλαγή που επιθυμείς. Μερικές φορές είναι πιο εύκολο να κρατάς το κεφάλι κάτω και να μην προκαλείς θόρυβο και να θεωρείς ότι είναι πιο ασφαλές και λιγότερο πολύπλοκο το να συμβαδίζεις με το πλήθος. Όμως ο παππούς μου δεν θα το έκανε ποτέ αυτό. Στα χρόνια που έζησε ξυλοκοπήθηκε, δέχτηκε επιθέσεις και φυλακίστηκε, και αντιμετώπισε οκτώ δολοφονικές απόπειρες κατά της ζωής του.

Σε μία από αυτές, ο επίδοξος δολοφόνος συνελήφθη από εθελοντές, αλλά ο Μπάπου αρνήθηκε να τον παραδώσει στην αστυνομία. Απεναντίας, κουβέντιασε μαζί του για να μάθει γιατί ήθελε τόσο πολύ να τον σκοτώσει. Μετά από σχεδόν μία ώρα, ο Μπάπου κατάλαβε ότι ο άνθρωπος δεν επρόκειτο να λογικευτεί ή να αλλάξει, κι έτσι τον άφησε να φύγει, λέγοντάς του:

«Σου εύχομαι καλή τύχη. Αν είναι η μοίρα μου να πεθάνω από το χέρι σου, κανείς δεν μπορεί να με σώσει. Αν, πάλι, δεν είναι της μοίρας μου, τότε δεν θα το πετύχεις»

Ο Μπάπου ήταν πάντα πρόθυμος να αντιμετωπίσει τους αντιπάλους του και να φυλακιστεί για τα πιστεύω του. Έπαιρνε δύναμη από τον ζήλο του να μιλά ενάντια στο σύστημα που θεωρούσε λανθασμένο, και χρησιμοποιούσε μη βίαιες μεθόδους για να το αλλάξει. Κάποιοι πιστεύουν ότι ο παππούς μου ζούσε μια ζωή με μεγάλες στερήσεις∙ στο κάτω κάτω, δεν έτρωγε πολύ, ζούσε σε καλύβα από λάσπη και φορούσε φτωχικά ρούχα. Με όλον τον θαυμασμό και τον σεβασμό που κέρδισε, θα μπορούσε να ζει σε έπαυλη με τους υπηρέτες που περίμενα να δω εκείνη την πρώτη μέρα που έφτασα στο άσραμ του Σεβαγκράμ. Αντί γι’ αυτό, ανακάλυψε τι ήταν σημαντικό και ζούσε μια ζωή με πάθος και συμπόνια.

Απόσπασμα από το βιβλίο «Μαχάτμα Γκάντι: Το Δώρο του Θυμού» – Εκδόσεις Διόπτρα

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Δείτε όλες τις εκδηλώσεις του μήνα

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε