Της Αγγελικής Μπολουδάκη

«Οι περισσότερες σκιές στη ζωή μας δημιουργούνται επειδή εμείς στεκόμαστε μπροστά στο δικό μας φως». – Ralph Emerson

Ο φόβος μας κάνει να λυγίζουμε μπροστά στην δύναμή μας και να αναστέλλουμε τις προσπάθειες μας. Κάθε φορά που τολμάμε να αγκαλιαστούμε με την επιθυμία μας που φτεροκοπά σα νεοσσός, να καλωσορίσουμε εκείνη την πλευρά μας που έμεινε αθέατη, κατακλυζόμαστε από συναισθήματα που μας ξεπερνούν, εμποδίζοντας μας να ολοκληρώσουμε τις προσπάθειες μας. Το εγώ μας, ο εαυτός μας ολάκερος υποφέρει, αντιδρά, αντιστέκεται σα δούρειος ίππος που φοβάται την εκπόρθησή του, όσο κι αν την ποθεί.

Το αντικείμενο του φόβου μας απορροφά μέσα του όλη την ενέργεια που χρειάζεται να καταβάλουμε για τον εαυτό μας, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η δυναμική μας, γιατί πλέον έχουμε στρέψει όλη μας την ενέργεια στο να αντιμετωπίσουμε το συναίσθημά μας, ώστε να μην μας κυριεύσει. Παρόλο που συχνά γνωρίζουμε τι θέλουμε, ακόμα και πώς να το πετύχουμε, νιώθουμε αποκαρδιωμένοι, ακριβώς γιατί στη καρδιά μας έχει θρονιαστεί η σύγχυση, η αμηχανία. Έτσι, αναλωνόμαστε στο πως θα ανακουφίσουμε αυτά τα συναισθήματα και λιγότερο με την επίτευξη του στόχου μας.

Όταν φοβόμαστε, αγχωνόμαστε ή νιώθουμε μια βαθιά στενοχώρια ή πένθος, τότε το εγώ μας περνάει από μια περίοδο πτώχευσης. Προκειμένου να επιβιώσει, περιορίζει τις δαπάνες που κάνει, τις συναισθηματικές του επενδύσεις στον εξωτερικό κόσμο, για να ασχοληθεί με την φροντίδα του πυρήνα του, που έχει βυθιστεί σε αυτό το πληγωμένο συναίσθημα. Νιώθει, όπως μας λέει ο Φρόιντ, όπως ένας χρηματιστής, ο οποίος έχει ακινητοποιήσει τα κεφάλαια του στις επιχειρήσεις του, προκειμένου να αντιμετωπίσει μια εξωτερική απειλή. Οι αναστολές λοιπόν περιορίζουν τις λειτουργίες του εγώ, είτε ως μέτρο προφύλαξης, είτε ως επακόλουθο ενεργειακής πτώχευσης, είτε ως τιμωρία.

Τα αίτια αυτών των αναστολών έχουν τις ρίζες τους στην παιδική μας ηλικία. Στην μνήμη μας υπάρχουν εμπειρίες που μας έχουν τραυματίσει, έτσι κάθε φορά που ξαναζούμε περιστατικά που μας ανακινούν παρόμοια συναισθήματα, το τραύμα αφυπνίζεται και νιώθουμε το άγχος να μας κυριεύει στην σκέψη ότι το ίδιο τραύμα θα μπορούσε να επαναληφθεί. Ακόμα κι αν τα πρόσωπα είναι διαφορετικά ή και οι συνθήκες, τα συναισθήματα όμως που αφυπνίζονται μέσα μας είναι τα ίδια ή ίσως και πολλαπλάσια κάποιες φορές.

Ως παιδιά νιώθαμε αδύναμοι να προστατεύσουμε τον εαυτό μας. Αν οι γονείς δεν μπόρεσαν για διαφόρους λόγους να περιθάλψουν τα συναισθήματά μας μετά από ένα επώδυνο γεγονός, τότε το σήμα προστασίας του εαυτού, που λειτουργεί μέσα μας σαν μια ελαστική πανοπλία, διαρρηγνύεται. Έτσι, καθετί στο μέλλον βρίσκει την δυνατότητα να παρεισφρήσει και να προκαλέσει παρόμοια συναισθήματα όπως το παλιό τραύμα.

Εμφανίζεται λοιπόν ένα σύμπτωμα, ψυχικό (φόβος κ.α) ή κάποιες φορές σωματικό, και αναστέλλουμε τις προσπάθειες μας, περιορίζουμε το εγώ μας, για να μην αφυπνίσουμε το άγχος. Το άγχος δεν σχετίζεται με μια κατάσταση η οποία φανταζόμαστε πως μας απειλεί, όσο αφορά αυτό που νομίζουμε πως θα προκληθεί από αυτήν τη κατάσταση. Δεν φοβόμαστε το πλοίο, αλλά φαντασιωνόμαστε ότι θα κινδυνεύσουμε σε αυτό. Βέβαια το πλοίο που δεν θα μας πνίξει, θα μας ταξιδέψει μακριά, οπότε νιώθουμε μια αμφιθυμική σύγκρουση μέσα μας. Αφυπνίζεται μια επιθυμία για πραγματικά ή νοερά ταξίδια απελευθέρωσης, αλλά συνάμα μια αποστροφή για το ίδιο το αντικείμενο μας διχάζει και μας ακινητοποιεί.

Η επιθυμία έχει να κάνει με την διάθεση μας να ταξιδέψουμε και ο φόβος μας με συναισθήματα που δοκιμάσαμε στο παρελθόν σχετικά με τα ταξίδια και δεν βρέθηκε κάποιος να αγκαλιάσει αυτά τα συναισθήματα, ώστε να τα καθησυχάσει. Έτσι γινόμαστε ευάλωτοι και ευπαθείς στην σκέψη πως σε κάθε ταξίδι μπορεί να παραμονεύει ένας ψυχικός θάνατος.

Αυτή η αναμόχλευση συναισθημάτων που διακινείται μέσα μας δεν αφορά το ίδιο καθ’ αυτό το γεγονός, αλλά ότι έχουμε μεταθέσει σε αυτό αμφιθυμικά συναισθήματα που νιώθουμε για κάποια πρόσωπα. Δεν είναι δηλαδή ότι μας φοβίζει το ταξίδι, όσο το ότι σε μια αλλαγή στο παρελθόν μια σύγκρουση με σημαντικά μας πρόσωπα μάς απείλησε συναισθηματικά, στην πραγματικότητά ή στη φαντασίωσή μας, και εκείνη την χρονική στιγμή δεν μας γαλήνεψε κάποιος με τα λόγια του. Έτσι δημιουργείται στον ψυχισμό μας μια παράσταση με δραματικό χαρακτήρα.

Όταν λοιπόν στο παρελθόν ένα γεγονός μας τρόμαξε, το οποίο προκλήθηκε από ένα πρόσωπο και αυτό το γεγονός συνέβη σε ένα συγκεκριμένο σημείο, τότε ενοχοποιούμε όχι το πρόσωπο, αλλά το σημείο και το αποφεύγουμε στη συνέχεια, γιατί φανταζόμαστε ότι θα ξαναζήσουμε την ίδια κατάσταση με τα ίδια συναισθήματα. Για παράδειγμα, ένα παιδί που υποτιμήθηκε από τον πατέρα του μπροστά σε μια ομάδα ανθρώπων, όταν γίνει ενήλικας θα δυσκολευτεί να εμφανιστεί σε κοινό ή θα νιώθει ένα τρομακτικό άγχος μπροστά σε αυτό. Μεταθέτει στο κοινό τα συναισθήματα που ένιωσε για τον πατέρα του, προκειμένου να τον προστατεύσει από τα συναισθήματά του, ενοχοποιώντας αυτό και τον εαυτό του. Έτσι κάθε φορά που βρίσκεται μπροστά σε κόσμο, συναισθήματα όπως βαθύς πόνος, άγχος και ένα αίσθημα εκμηδένισης ανακινούνται μέσα του και νιώθει ανήμπορος να αρθρώσει έστω και μια λέξη.

Η επιθυμία αφυπνίζει μέσα μας ανάγκες αυτονομίας και ανεξαρτησίας και όταν στο παρελθόν παρόμοιες ανάγκες αντιμετωπίστηκαν με απόρριψη, αποδοκιμασία, εγκατάλειψη, τότε καθετί προκαλεί το φόβο ότι θα υποστούμε την ίδια αντίδραση, γιατί εμείς πλέον γινόμαστε ένας εαυτός που δεν εκτιμά την αξία μας και δεν σέβεται τις προσπάθειες μας. Είναι σαν να έχουμε δυο εαυτούς που ο ένας κινεί και ο άλλος παγώνει την κίνησή μας και αδυνατούν να συμμαχήσουν για να συνεργαστούν για την επίτευξη του στόχου μας.

Ο άνθρωπος, ο οποίος είναι τραυματισμένος ψυχικά, επιβάλλει στο εγώ του ένα περιορισμό και δημιουργεί αυτή την αναστολή, γιατί έτσι νομίζει πως θα αποφύγει το κίνδυνο να του επιτεθεί ένα πρόσωπο ή κάτι από το εξωτερικό περιβάλλον. Ο φόβος δηλαδή, όσο κι αν παρεμποδίζει τις προσπάθειες μας, έχει ένα χαρακτήρα προφύλαξης, με την έννοια πως μας προειδοποιεί πως δεν είμαστε έτοιμοι να αναλάβουμε εκείνα τα όνειρα που ψαλιδίστηκαν στο παρελθόν και για αυτό χρειάζεται να δώσουμε χώρο και χρόνο στα συναισθήματά μας, για να καταλαγιάσουν και να τους επιτρέψουμε να μεγαλώσουν μαζί μας.

Αυτό που χρειαζόμαστε εκείνη τη στιγμή είναι να κατανοήσουμε τον εαυτό μας και να μην τον κρίνουμε για τα συναισθήματά του. Κάθε φόβος συντηρείται από έλλειψη αγάπης. Αν λοιπόν αποδεχτούμε τα συναισθήματά μας, μαθαίνουμε να αγαπάμε τον εαυτό μας. Αν σεβαστούμε το φόβο μας κατανοώντας ότι ήρθε για να μας προστατέψει και όχι για να μας κάνει κακό, δίνουμε θέση αξίας σε κάθε συναίσθημα που ζητά το χώρο του στην καρδιά μας.

Το παιδί μέσα μας που φοβάται επιθυμεί να του πούμε ότι είναι όμορφο να επιθυμεί, ότι είναι σωστό να ανοίγει νέα κεφάλαια στη ζωή του και ότι στο παρελθόν, αν κάποιος τον εμπόδισε, το έκανε εξαιτίας δικών του δυσκολιών οι οποίες δεν άφηναν και εκείνον να σεβαστεί την επιθυμία του. Δημιουργούμε έτσι ένα αίσθημα ασφάλειας στο ψυχικό μας σύστημα που μας βοηθά να νιώθουμε πιο δυνατοί, γιατί έχουμε ένα ισχυρό σύμμαχο μαζί μας κάθε φορά που τολμάμε. Τον δυνατό εαυτό μας!

——

Η Αγγελική Μπολουδάκη είναι ιδιώτης Κοινωνική Λειτουργός, τέως στέλεχος του Κέντρου πρόληψης της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών Ν.Χανίων και τέως Εκπαιδευτικός Α.Τ.Ε.Ι. Είναι συγγραφέας του βιβλίου ‘Μαμά, μπαμπά, δε με κοιτάξατε και χάθηκα’, Εκδόσεις Αραξοβόλι

Συγγραφέας Αγγελική Μπολουδάκη

Είμαι ιδιώτης Κοινωνική Λειτουργός στα Χανιά με ειδίκευση και μακροχρόνια εμπειρία στην ψυχοθεραπεία και στη συμβουλευτική ενηλίκων και εφήβων. Τέως στέλεχος του Κέντρου πρόληψης της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών Ν.Χανίων και τέως Εκπαιδευτικός Α.Τ.Ε.Ι. Συγγραφέας του βιβλίου ‘Μαμά, μπαμπά, δε με κοιτάξατε και χάθηκα’, Εκδόσεις Αραξοβόλι

Δείτε όλα τα άρθρα

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε