Απόσπασμα από το μπεστ σέλερ  “Βάλσαμο για την ψυχή” Εκδόσεις Διόπτρα

Η εικοσιεξάχρονη μητέρα κοίταξε το γιο της που πέθαινε από ανίατη λευχαιμία. Αν και η καρδιά της ήταν γεμάτη πόνο, ήταν και άνθρωπος με δυνατή θέληση. Όπως κάθε γονιός, ήθελε να μεγαλώσει ο γιος της και να πραγματοποιήσει όλα του τα όνειρα. Αυτό τώρα πια δεν ήταν δυνατό να γίνει. Δε θα τον άφηνε η λευχαιμία. Ωστόσο δεν έπαυε να έχει την επιθυμία να πραγματοποιήσει ο γιος της τα όνειρα του.

Πήρε το χέρι του και τον ρώτησε: «Μπόψι, σκέφτηκες ποτέ τι θα ήθελες να γίνεις όταν μεγαλώσεις; Έκανες ποτέ όνειρα σχετικά με το τι θα έκανες στη ζωή σου;»
«Μαμά, ήθελα πάντα να γίνω πυροσβέστης όταν μεγαλώσω».

Η μαμά χαμογέλασε και είπε, «Για να δούμε αν μπορούμε να κάνουμε την επιθυμία σου πραγματικότητα». Αργότερα την ίδια μέρα, πήγε στην τοπική πυροσβεστική υπηρεσία στηνπόλη Φοίνιξ της Αριζόνα, όπου βρήκε έναν πυροσβέστη που τον έλεγαν Μπόμπ και που είχε μεγάλη καρδιά, σαν την πόλη όπου ζούσε. Εξήγησε την τελευταία επιθυμία του γιου της και ρώτησε αν ήταν δυνατό να πάνε τον εξάχρονο γιο της μια βόλτα γύρω από το τετράγωνο, με ένα από τα πυροσβεστικά οχήματα.

Ο Μπομπ, ο πυροσβέστης, της είπε: «Ακούστε, μπορούμε να κάνουμε κάτι καλύτερο απ’ αυτό. Αν μπορείτε να έχετε το γιο σας έτοιμο στις εφτά η ώρα την Τετάρτη το πρωί, θα τον κάνουμε επίτιμο πυροσβέστη για ολόκληρη τη μέρα. Θα έρθει στο γραφείο της πυροσβεστικής, θα φάει μαζί μας και θα πάει με τα πυροσβεστικά οχήματα σε κάθε κλήση για πυρόσβεση. Κι αν μας δώσεις το μέγεθος του, θα του φτιάξουμε και μια πραγματική στολή πυροσβέστη, με πραγματικό καπέλο -όχι παιχνίδι— με το έμβλημα της πυροσβεστικής υπηρεσίας της πόλης Φοίνιξ επάνω, μια κίτρινη νιτσεράδα απ’ αυτές που φοράμε εμείς και λαστιχένιες μπότες. Όλα αυτά κατασκευάζονται εδώ, στην πόλη μας, έτσι μπορούμε να τα φτιάξουμε γρήγορα».

Τρεις μέρες αργότερα ο πυροσβέστης Μπόμπ πήρε τον Μπόψι, τον έντυσε με την πυροσβεστική στολή του και τον συνόδεψε από το κρεβάτι του νοσοκομείου στο όχημα της πυροσβεστικής υπηρεσίας που περίμενε απέξω. Ο Μπόψι κάθισε δίπλα στον οδηγό, και στρίβοντας κι αυτός το τιμόνι οδήγησαν το όχημα στο σταθμό της υπηρεσίας. Πετούσε από τη χαρά του.

Υπήρχαν τρεις κλήσεις για πυρόσβεση εκείνη τη μέρα κι ο Μπόψι πήγε με τους πυροσβέστες και στις τρεις περιπτώσεις. Πήγε με τα διάφορα οχήματα της υπηρεσίας, με το νοσοκομειακό της πυροσβεστικής, ακόμα και με το αυτοκίνητο του διοικητή της. Και τον μαγνητοσκόπησαν για τις τηλεοπτικές ειδήσεις από το τοπικό κανάλι.

Η πραγματοποίηση του ονείρου του και όλη εκείνη η αγάπη και το ενδιαφέρον που του χάρισαν γενναιόδωρα, έδωσαν τόση χαρά στον Μπόψι που έζησε τρεις μήνες περισσότερο απ’ ό,τι θεωρούσαν οι γιατροί δυνατό.

Ένα βράδυ, όλες οι ζωτικές του λειτουργίες άρχισαν να πέφτουν επικίνδυνα και η προϊσταμένη αδελφή, που πίστευε στην αρχή ότι κανείς δεν πρέπει να πεθαίνει μόνος, άρχισε να καλεί τα μέλη της οικογένειας του στο νοσοκομείο. Μετά θυμήθηκε τη μέρα που πέρασε ο Μπόψι σαν πυροσβέστης και τηλεφώνησε στο διοικητή της πυροσβεστικής για να τον ρωτήσει αν ήταν δυνατό να στείλει έναν πυροσβέστη με στολή στο νοσοκομείο για να είναι κοντά στον Μπόψι όταν θα άφηνε την τελευταία του πνοή.

«Μπορούμε να κάνουμε κάτι καλύτερο απ’ αυτό», αποκρίθηκε ο διοικητής. «Θα είμαστε εκεί σε πέντε λεπτά. Σε παρακαλώ, μπορείς να μου κάνεις μια χάρη; Όταν ακούσεις τις σειρήνες της πυροσβεστικής να στριγκλίζουν και δεις τα φώτα ν’ αναβοσβήνουν, ν’ ανακοινώσεις από το μεγάφωνο ότι δεν υπάρχει φωτιά κι ότι απλά η πυροσβεστική υπηρεσία έρχεται να δει άλλη μια φορά ένα από τα καλύτερα μέλη της. Επίσης, μπορείτε ν’ ανοίξετε το παράθυρο του δωματίου του; Ευχαριστώ».

Περίπου πέντε λεπτά αργότερα, ένα όχημα με σκάλα και γάντζο, έφτασε στο νοσοκομείο, έριξε τη σκάλα του στο ανοιχτό παράθυρο του Μπόψι, που βρισκόταν στο τρίτο πάτωμα, και δεκατέσσερις άντρες και δυο γυναίκες της πυροσβεστικής υπηρεσίας ανέβηκαν στο δωμάτιο του Μπόψι. Με την άδεια της μητέρας του, τον αγκάλιασαν και τον κράτησαν για λίγο λέγοντας του πόσο τον αγαπούσαν.

Πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, ο Μπόψι γύρισε και κοίταξε το διοικητή της πυροσβεστικής και τον ρώτησε, «Κύριε διοικητά, είμαι στ’ αλήθεια πυροσβέστης τώρα;»
«Είσαι Μπόψι», αποκρίθηκε ο διοικητής.

Ακούγοντας αυτά τα λόγια ο Μπόψι χαμογέλασε κι έκλεισε τα μάτια του για τελευταία φορά.

Jack Canfield και  Mark V. Hansen

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε