Ως παιδί, αγαπούσα πολύ τη μυρωδιά του φρέσκου καφέ. Όταν ήμουν πέντε χρονών, η γιαγιά μου μου έμαθε πώς να φτιάχνω καφέ για τον παππού μου, για να τον εντυπωσιάσω. Μου είπε ότι αν ο καφές που θα του έφτιαχνα ήταν καλός, θα με έπαιρνε μαζί του στο καφενείο, όπου συγκεντρώνονταν τα απογεύματα όλοι οι άντρες του χωριού για να μιλήσουν για το παρελθόν, το μέλλον και οτιδήποτε συνέβαινε ανάμεσα στα δύο.

Δοκίμασα ελληνικό καφέ για πρώτη φορά όταν ήμουν επτά χρονών. Ο παππούς μου με άφησε να πιω μια γουλιά από το φλιτζάνι του αλλά με συμβούλευσε να μην ξαναπιώ μέχρι να μεγαλώσω, γιατί ο καφές δεν κάνει καλό στα παιδιά. Είπε ότι θα με έκανε νευρική, επειδή ήμουν ήδη γεμάτη ενέργεια, και είχε δίκιο.
Όταν όμως μεγάλωσα, αυτό έπαψε να ισχύει. Η ενέργεια που μου έδινε ο ελληνικός καφές ήταν σταθερή και συστηματική και όχι απότομη, όπως η ξαφνική ενέργεια και η ακόλουθη πτώση της, που προκαλούν άλλοι τύποι καφέ, οι οποίοι περιέχουν περισσότερη καφεΐνη.

Το τσάι του βουνού όμως ήταν κάτι που έπινα πολύ συχνά στην παιδική μου ηλικία. Αυτό το τσάι φτιάχνεται από τα αποξηραμένα φύλλα του φυτού σιδερίτης και συνήθως σερβίρεται με μέλι και λεμόνι. Η μητέρα μου το ετοίμαζε για μένα και τα αδέλφια μου κάθε βράδυ για να μας ηρεμήσει από την ένταση της ημέρας και να μας νανουρίσει. Τον χειμώνα μας έφτιαχνε κοτόσουπα για βραδινό και τσάι του βουνού πριν κοιμηθούμε, για να διασφαλίσει ότι θα ξυπνούσαμε νιώθοντας δυνατοί και υγιείς.

Στο χωριό ήταν γνωστό ότι το τσάι του βουνού επιδρά ευεργετικά στη θεραπεία του κρυολογήματος και της γρίπης και καταπολεμά τα γαστρεντερικά προβλήματα, τη δυσπεψία και την αϋπνία. Όποτε δεν ένιωθα καλά, έπινα αυτό το ρόφημα. Όταν μεγάλωσα, άρχισα να πίνω όλο και περισσότερο τσάι του βουνού, αρκετά φλιτζάνια την ημέρα κάθε μέρα. Ήταν σαν ένα αποτοξινωτικό τονωτικό, που όξυνε το πνεύμα μου και δυνάμωνε το σώμα μου.

Ο καφές δεν ήταν γνωστός στην αρχαία Ελλάδα, αλλά το τσάι του βουνού ήταν πολύ δημοφιλές σε όλες τις κοινωνικές τάξεις. Ακόμα και οι φτωχοί μπορούσαν να μαζέψουν αυτό το άγριο, αυτοφυές βότανο από τα βουνά και να φτιάξουν το τσάι τους πάνω στη φωτιά, τη μέρα ή τη νύχτα. Χρησιμοποιούσαν το τσάι ως χωνευτικό ρόφημα και ως φάρμακο για το κρυολόγημα και άλλες αρρώστιες.

Σιδερίτης σημαίνει “αυτός που είναι από/ή περιέχει σίδηρο”. Οι αρχαίοι Έλληνες ονόμασαν έτσι αυτό το φυτό, που φυτρώνει σε βραχώδεις θέσεις σε μεγάλα υψόμετρα, επειδή ήταν γνωστό ότι βοηθούσε στην επούλωση των τραυμάτων των στρατιωτών που είχαν προκληθεί από σιδερένια όπλα κατά τη διάρκεια της μάχης. Φαίνεται ότι οι αρχαίοι Έλληνες γνώριζαν για το φυτό κάτι που οι επιστήμονες χρειάστηκαν χρόνια για να ανακαλύψουν: ο σιδερίτης έχει μεγάλη περιεκτικότητα σε σίδηρο, για αυτό και σε ορισμένες χώρες ονομάζεται “σιδηρόχορτο”

Όταν ξεκίνησα τη σταδιοδρομία μου στις δημόσιες σχέσεις, άρχισα να πίνω τον καφέ μου όπως οι Ιταλοί: με γάλα και ζάχαρη. Απολάμβανα τη γεύση και το άρωμα των κόκκων του καφέ, αλλά δεν μου άρεσαν οι παχυντικές προσθήκες που λάτρευαν οι σύγχρονοί μου.

Αρκετά χρόνια αργότερα, η καλή μου φίλη από την Ελλάδα, Εύα Ζακ, με ρώτησε: “Μιλάς για την Ελλάδα σε όλο τον κόσμο, αλλά δεν πίνεις το καλύτερο προϊόν της χώρας σου;” Την είχα επισκεφτεί στο σπίτι της στην Ελλάδα και εκείνη μου είχε μόλις φτιάξει ένα φλιτζάνι ελληνικό καφέ, κάτι που δεν είχα πιει για πολλά χρόνια.

Η δυνατή γεύση και η μοναδική υφή του ροφήματος, που πολλοί αποκαλούν “κατακάθι”, με συνεπήραν και μέσα σε μια στιγμή με ταξίδεψαν χρόνια πίσω, στην παιδική μου ηλικία. Εκείνη τη στιγμή ορκίστηκα να ξαναρχίσω να πίνω ελληνικό καφέ και δεν σταμάτησα ποτέ. Το εκπληκτικό με αυτό το ρόφημα είναι ότι δεν χρειάζεται να προσθέσεις ζάχαρη ή γάλα, και οι περισσότεροι Έλληνες το πίνουν σκέτο.

Δυστυχώς, όταν άρχισα να διατρέφομαι ως Δυτική, σταμάτησα να πίνω το παραδοσιακό τσάι του βουνού. Όταν όμως υιοθέτησα και πάλι την παραδοσιακή ελληνική διατροφή, άρχισα να το πίνω ξανά. Θυμάμαι ότι επισκέφτηκα την παραλία κοντά στο χωριό μου και κάθισα στην ακροθαλασσιά με ένα ζεστό φλιτζάνι τσάι του βουνού στα χέρια μου και τα πόδια μου μέσα στη θάλασσα. Το ζεστό τσάι και η κρύα θάλασσα ήταν τόσο χαλαρωτικά που αναρωτήθηκα: “Γιατί σταμάτησα να πίνω τσάι του βουνού;” Ένιωσα αμέσως πιο δυνατή και αποφάσισα να ακολουθήσω τον νέο, πιο υγιεινό τρόπο διατροφής.

Ως σεφ στη Νέα Υόρκη, θεωρώ ότι είναι σημαντικό να προσφέρω στους πελάτες μου μια ποικιλία ειδών καφέ και τσαγιού που να τους είναι γνωστή και οικεία. Όμως, πάντα τους προτρέπω να δοκιμάσουν τον ελληνικό καφέ και το τσάι του βουνού, με αποτέλεσμα πολλοί από αυτούς να έχουν γίνει φανατικοί οπαδοί αυτών των δύο ροφημάτων και να τα παραγγέλνουν κάθε φορά που έρχονται.

Αν κάποιος από τους φίλους μου δεν αισθάνεται καλά, του στέλνω πάντα ένα κουτί τσάι του βουνού, ένα βάζο μέλι και μερικά φρέσκα λεμόνια μαζί με τις οδηγίες για τη σωστή παρασκευή του ροφήματος. Άλλωστε, οι κρύοι χειμώνες της Νέας Υόρκης αποτελούν το ιδανικό σκηνικό για να κλείσεις ένα νόστιμο ελληνικό γεύμα με ένα καυτό φλιτζάνι ελληνικό καφέ ή τσάι του βουνού.

Παρόλο που πολλοί λαοί χρησιμοποιούν τον καφέ και το τσάι στη μαγειρική, αυτός ο τρόπος μαγειρέματος δεν υπάρχει στη Μεσόγειο. Οι Έλληνες δεν μαγειρεύουμε με αυτά τα ροφήματα – προτιμούμε να τα πίνουμε. Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να αρχίσεις ή να τελειώσεις την ημέρα σου παρά με ένα ζεστό, χορταστικό ρόφημα.
Πιστεύω με πάθος ότι κανένα γεύμα δεν είναι ολοκληρωμένο χωρίς κρασί και ένα φλιτζάνι ζεστό καφέ ή τσάι.

“Η Ελληνική Δίαιτα” Μαρία Λόη – Σάρα Τόλαντ εκδόσεις Πεδίο

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε