(…) Εκείνη τη νύχτα, μετά από πολύ καιρό, η Τίγρη ονειρεύτηκε τον Άνθρωπο. Δεν έλεγε ούτε έκανε τίποτα το ιδιαίτερο. Καθόταν απλώς δίπλα στη σόμπα, όπως έκανε συχνά στη διάρκεια του χειμώνα. Το φως που αναδιδόταν απ’ το σώμα του έμεινε για ώρα στα μάτια της Τίγρης. Πλέον ήταν ξύπνια και το έβλεπε ή, μάλλον, το ένιωθε βαθιά μέσα στην καρδιά της.

Από πού ερχόταν εκείνο το φως; Έμοιαζε με το φως της αυγής, αλλά ήταν πιο φωτεινό από την πιο φωτεινή αυγή. Το επόμενο πρωί, όταν ξύπνησε, η Τίγρη συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν πια θλιμμένη. Σηκώθηκε και τεντώθηκε, τινάζοντας πολλές φορές το κορμί της, λες και ήταν σκεπασμένο με χιόνι. Δεν ήταν πια μόνη.

Υπήρχε ένα παιδί, κι εκείνο το παιδί είχε το βλέμμα. Και, εκτός του ότι είχε το βλέμμα, ερχόταν από έναν κόσμο όχι μακρινό απ’ τον δικό της. Αν αυτή έλεγε «χιόνι», εκείνο θα καταλάβαινε, όπως θα καταλάβαινε κι αν πρόσθετε: «Μπορώ να τρέχω για μέρες χωρίς να συναντήσω εμπόδια». Την επόμενη εβδομάδα ανακάλυψε ότι οι ώρες εξάσκησης των τίγρεων κι εκείνες των ακροβατών συνέπιπταν. Αυτές ήταν από κάτω κι οι αθλητές από πάνω, μετέωροι στον αέρα. Τους χώριζε μόνο ένα ελαστικό δίχτυ.

Έτσι, συχνά, στη διάρκεια των συνηθισμένων σάλτων και βρυχηθμών, της συνέβαινε να αφαιρείται. Οι γονείς του παιδιού λικνίζονταν πάνω στις μπάρες κι έπειτα, εντελώς ξαφνικά, άφηναν το κράτημά τους και τα σώματά τους όργωναν τον αέρα λες και δεν τα τραβούσε η γη, λες και δεν είχαν πια βάρος. Υπήρχε πάντα κάποιος απ’ την άλλη πλευρά που τους έπιανε απ’ τους καρπούς ή τους αστραγάλους. Και το παιδί μια μέρα θα έπεφτε έτσι, ελαφρύ σαν φύλλο, με την ατάραχη βεβαιότητα ότι θα το έπιαναν οι γονείς του.

Για να πέσεις στο κενό, χρειάζεται εμπιστοσύνη, σκέφτηκε η Τίγρη πηδώντας μέσα στο πύρινο στεφάνι της. Εγώ, πάλι, πηδάω μόνο από το ένα σκαμπό στο άλλο, όπως άλλοτε πηδούσα στις ράχες των ελαφιών. Όλα αυτά τα χρόνια δεν έμαθα τίποτα, επέτρεψα στα κάγκελα να μπουν στην καρδιά μου, κλείνοντάς μου όλους τους δρόμους. «Εμείς είμαστε οι πρώτοι δεσμοφύλακες του εαυτού μας». Αυτά δεν ήταν τα λόγια του Ανθρώπου;

Η μοίρα της είχε αλλάξει απότομα, ασφαλώς, αλλά κι εκείνη είχε παραδοθεί αμέσως στην καινούρια κατάσταση. Ρουτίνα, θυμός, κλουβί. Αυτός ήταν ο μοναδικός της ορίζοντας μέχρι εκείνη τη στιγμή. Οι μέρες της μοιράζονταν ακριβοδίκαια ανάμεσα στην ανία και τη μνησικακία, η τιγρίσια ψυχή της είχε γίνει το σκιάχτρο μιας γούνας. Μια γούνα πλέον σαρακοφαγωμένη, ξεθωριασμένη, που σε πολλά σημεία είχε ξεφτίσει.

Δεν φανταζόταν έτσι τη ζωή της όταν περπατούσε προς την Ανατολή. Η αιχμαλωσία του Τσίρκου είχε μετατρέψει τα όνειρά της σε υγρό πριονίδι. Με την άφιξη των ακροβατών όμως κάτι είχε αλλάξει. Ο ύπνος τις νύχτες δεν ήταν πια σκοτεινός, και ακόμα και στον πιο ελαφρύ της μέρας άρχιζε να τρυπώνει ένα φως. Δεν ήταν το ψυχρό φως του νέον, όσο εκείνο το ζεστό του λαδοφάναρου στην Καλύβα.

Μια φορά ο Άνθρωπος είχε δημιουργήσει εκπληκτικές εικόνες παίζοντας απλά με τη σκιά των χεριών του πάνω στον τοίχο. Η Τίγρη είχε μείνει άναυδη, κοιτάζοντάς τες. Δεν είχε ποτέ φανταστεί ότι θα μπορούσε να δει κάτι που δεν υπήρχε πραγματικά. «Το δώρο της ονειροπόλησης», της είχε πει τότε ο Άνθρωπος, «είναι το σπουδαιότερο δώρο».

Απόσπασμα από το βιβλίο της Susanna Tamaro “Η Τίγρη που θέλησε να γίνει ακροβάτης” από τις εκδόσεις Διόπτρα 

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε