(…) Μια μέρα που προσπαθούσε να τσακώσει μια μαρμότα, (η τίγρη) κατρακύλησε παρασύροντας μια μεγάλη ποσότητα από πέτρες, μερικές από τις οποίες τη χτύπησαν στο κεφάλι, αφήνοντάς την αναίσθητη στους πρόποδες της πλαγιάς με τα χαλίκια. Όταν ξανάνοιξε τα μάτια και είδε να κρέμεται απειλητικά από πάνω της ο μεγάλος βράχος, ξαφνικά της ξανάρθαν στο μυαλό τα λόγια του Ανθρώπου της Καλύβας. «Θλιβερές οι ζωές που δεν συναντούν ποτέ έναν τοίχο».

Εκείνη την εποχή η Τίγρη δεν είχε την παραμικρή ιδέα για το τι ήταν ένας τοίχος. Η Τάιγκα ήταν επίπεδη και φαινομενικά απέραντη. Δεν υπήρχαν εμπόδια στον ορίζοντα. «Τι είναι ένας τοίχος;» είχε ρωτήσει τότε. «Ένα εμπόδιο που σου φράζει τον δρόμο». Εκείνη τη μέρα είχαν βγει να μαζέψουν φρούτα και δεν είχε όρεξη για άλλες ερωτήσεις. Το βράδυ όμως, ξαπλωμένη στην ψάθα, δεν μπόρεσε να μη ρωτήσει τον Άνθρωπο για ποιο λόγο θεωρούνταν θλιβερή η ζωή αυτού που δεν είχε βρει εμπόδια στην πορεία του.

«Το μανιτάρι ζει τη ζωή του μανιταριού, η μέλισσα της μέλισσας, το ίδιο και το δέντρο», της είχε απαντήσει μέσα στο σκοτάδι. «Το ίδιο επίσης συμβαίνει στην πέτρα, στο νερό και στα σύννεφα. Ακόμα και ο κεραυνός ζει τη δική του ζωή, όπως και το χαλάζι. Αλλά με τον άνθρωπο όλα αλλάζουν». «Γιατί;» είχε ρωτήσει εκείνη, σιγά.

Ο αέρας φυσούσε πολύ δυνατά εκείνη τη νύχτα. Φςςςςςςςς φςςςςςςςςς. Χωνόταν ανάμεσα στους κορμούς της Καλύβας, την τράνταζε με δύναμη σαν να ήθελε να την πάρει μαζί του. Κουδούνιζαν τα τζάμια του παραθύρου, έτρεμαν όλα τα πράγματα που κρέμονταν: το φανάρι, ο κουβάς, το τουφέκι, το μπρίκι σε ασταθή ισορροπία πάνω στη σόμπα. Εκείνα τα κουδουνίσματα για λίγο ήταν η μοναδική απάντηση στην ερώτησή της. Όταν πλέον είχε πειστεί ότι ο Άνθρωπος είχε αποκοιμηθεί, είχε ακούσει μέσα στη σκοτεινιά να υψώνεται η φωνή του: «Ο θησαυρός δεν είναι ποτέ πίσω απ’ την πόρτα».

Εκείνο το βράδυ η Τίγρη είχε δυσκολευτεί να κοιμηθεί. Ήταν νέα ακόμα, τότε, και άπειρη. Για δύο εποχές δεν είχε κάνει τίποτ’ άλλο από το να πηγαίνει πέρα-δώθε στην Τάιγκα. Ανατρέχοντας σ’ εκείνες τις μακρινές μέρες, προσπάθησε να θυμηθεί αν είχε ποτέ συναντήσει κάποιο πραγματικό εμπόδιο. Μερικά ποτάμια, ασφαλώς. Ποτάμια καλυμμένα με πάγο, γεμάτα παγίδες ή με ορμητικά ρεύματα όταν έλιωναν οι πάγοι. Τα ποτάμια όμως απαιτούσαν μόνο να τα διασχίσεις.

Έπρεπε να έχεις την ικανότητα, δεν έλειπαν οι κίνδυνοι, αλλά μόλις βρισκόσουν απ’ την άλλη πλευρά, το τοπίο ήταν ακριβώς το ίδιο με αυτό που είχες αφήσει. Το ποτάμι επομένως δεν ήταν τοίχος. Στο μισοΰπνι της αυγής, στο μυαλό της αναδύθηκε το βλέμμα της Μητέρας της. Είχε την ίδια προσεκτική έκφραση με την οποία επέβλεπε τον ύπνο τους όταν ήταν μικρά. Για κείνη είχε αρχίσει να περπατάει, γιατί, παρότι της είχε πει να την περιμένει, δεν ξαναγύρισε ποτέ. Δεν είχε σκαρφαλώσει σε κάποιον τοίχο για να πάει να την ψάξει, αλλά έτσι κι αλλιώς είχε εγκαταλείψει το γνωστό για το άγνωστο.

Η απώλεια της Μητέρας της είχε αφήσει ένα κενό στην καρδιά της. Κανένα Βασίλειο δεν θα μπορούσε να το γεμίσει. Η δύναμη των πραγμάτων δεν θα μπορούσε να καλύψει εκείνη την απουσία. Το βράδυ της επόμενης μέρας, ενώ ακόμα μαινόταν η καταιγίδα, είχε ζητήσει απ’ τον Άνθρωπο να της μιλήσει ξανά για τον τοίχο. «Υπάρχουν τοίχοι που μπορείς να τους σκαρφαλώσεις με τα χέρια και άλλοι που τους σκαρφαλώνεις με την καρδιά», ήταν η απάντησή του. «Όπως υπάρχουν και ζωές που γνωρίζουν μόνο τη μονοτονία της πεδιάδας και άλλες από τις οποίες ζητείται πάντα να αναρριχώνται».

Έπειτα ο Άνθρωπος είχε καθίσει στην ψάθα και, ρίχνοντας ένα κούτσουρο στη σόμπα, της είχε μιλήσει για τον πιο απότομο τοίχο που είχε χρειαστεί να αντιμετωπίσει στη διάρκεια της ζωής του. Κάποτε, όταν ήταν νέος, είχε μια σύζυγο, μια πολύ αγαπημένη σύζυγο. Από εκείνη τη σύζυγο περίμενε ένα παιδί, αλλά, λίγο προτού γεννηθεί, σκοτώθηκαν και οι δυο τους από έναν μεθυσμένο ληστή. Μέσα σε δυο λεπτά όλα όσα αγαπούσε, όλα όσα έδιναν νόημα και ελπίδα στη ζωή του είχαν αφανιστεί. Αίμα στο χιόνι, και το σώμα της αγαπημένης του να έχει μετατραπεί σε μαριονέτα.

Πού θα μπορούσε να ξαναβρεί το βλέμμα της, πού την ανάσα της; Πώς θα μπορούσε να γνωρίσει τα μάτια του παιδιού του, εκείνα τα μάτια που δεν θα ορθάνοιγαν ποτέ στη ζωή; «Είχα μπροστά μου δυο επιλογές. Να αρχίσω να τριγυρίζω και να σκοτώνω όλους τους ληστές που θα έβρισκα μπροστά μου ή να αντιμετωπίσω τον τοίχο, να αποσυρθώ και να προσπαθήσω να καταλάβω.

Καμία από τις δύο δεν θα μου έδινε πίσω αυτό που είχα χάσει, αλλά, ενώ η μια θα έσπερνε μόνο κι άλλο πόνο και αίμα, η άλλη ίσως μπορούσε να με κάνει να κατανοήσω το νόημα αυτού που είχε συμβεί. Δεν ήμουν βέβαιος γι’ αυτό, ήταν μονάχα μια ελπίδα». «Ελπίδα;» Η Τίγρη δεν είχε ακούσει ποτέ αυτόν τον όρο. «Τι είναι αυτό;» «Είναι η ταπεινή δύναμη που κάνει τον κόσμο να πηγαίνει μπροστά».

Εκείνη την εποχή η Τίγρη δεν είχε καταλάβει τα λόγια του, αλλά τώρα που το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της ήταν ήδη πίσω της, αναγνώριζε την αλήθεια που είχε πει ο Άνθρωπος. Δεν ήταν μήπως για την ελπίδα να ξανασυναντήσει τη Μητέρα της που είχε αφήσει τη βεβαιότητα του Βασιλείου; Και για ποιο λόγο είχε εγκαταλείψει την καθησυχαστική τώρα πια ρουτίνα του Τσίρκου αν όχι για την ελπίδα να κατακτήσει ξανά την αξιοπρέπεια στη ζωή της;

Ναι, πράγματι, μόνο οι πέτρες μπορούσαν να ζουν χωρίς την εσωτερική αυτή ώθηση. Όλα τα υπόλοιπα, όλα τα ζωντανά όντα, δεν μπορούσαν να υπάρχουν παρά κάτω από το σημάδι της Ελπίδας.

Απόσπασμα από το βιβλίο της Susanna Tamaro “Η Τίγρη που θέλησε να γίνει ακροβάτης” από τις εκδόσεις Διόπτρα

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε