Η περίοδος της εφηβείας είναι σαφώς ένα σημαντικό μεταβατικό στάδιο στον άνθρωπο, το οποίο συνήθως αφορά τις ηλικίες μεταξύ 12 έως 19 ετών. Κατά το διάστημα αυτό, ο άνθρωπος φεύγει από την αθωότητα και την ξεγνοιασιά της παιδικής αντίληψης και προετοιμάζεται για την ένταξή του στον κόσμο της ευθύνης και της ενηλικίωσης γενικότερα.

Σε αυτό το διάστημα, οι αλλαγές που συμβαίνουν αφορούν κατά κύριο λόγο τον κοινωνικό, τον γνωστικό, τον συναισθηματικό και τον ψυχολογικό τομέα. Δηλαδή, μέσα σε μια χρονική περίοδο περίπου 8 χρόνων ένας έφηβος μπαίνει στη διαδικασία να υιοθετήσει όλες αυτές τις αλλαγές, ώστε στη συνέχεια να αποτελεί έναν ενήλικα με ισορροπία ψυχικού και συναισθηματικού επιπέδου. Όπως θα αναφέρουμε στη συνέχεια, στο διάστημα αυτό η θέση των γονέων είναι λεπτή και ιδιαίτερη.

Είναι αλήθεια πως το διάστημα πριν από την εφηβεία, οι γονείς μπορούν να διαχειριστούν το παιδί τους πιο εύκολα. Άλλωστε, στις παιδικές ηλικίες το άτομο περιστρέφεται μοιραία γύρω από την ασφάλεια της γονεϊκής παρουσίας. Έτσι, τις περισσότερες φορές οι γονείς αισθάνονται ένοχοι, διότι δεν μπορούν ίσως να ασκήσουν τον μέχρι πρότινος «έλεγχο» ή αισθάνονται αμηχανία για το πώς πρέπει να καθοδηγήσουν έναν έφηβο, που σαφώς έχει περισσότερες και πιο πολύπλοκες ανάγκες από ένα παιδί.

Σε πρώτη φάση χρειάζεται να σημειωθεί ότι σε αυτές τις περιπτώσεις, ο χρόνος είναι εξαιρετικά πολύτιμο πράγμα. Σε σχέση ειδικά με το παρελθόν, ο χρόνος τον οποίον οι γονείς αφιερώνουν στα παιδιά τους είναι χαρακτηριστικά μειωμένος, ενώ εξακολουθεί να μειώνεται διαρκώς, αφού αυξάνεται ο φόρτος εργασίας και οι λοιπές ενασχολήσεις. Από την άλλη, οι έφηβοι βρίσκονται αντιμέτωποι με το σχολικό ωράριο και το πλήθος των υπόλοιπων ασχολιών τους, με αποτέλεσμα να μην έχουν αρκετό χρόνο για τις απαραίτητες ενδοοικογενειακές και διαπροσωπικές τους σχέσεις. Παρακάτω, θα αναφερθούν αναλυτικά ορισμένες συμβουλές, ιδέες και τρόποι ανταπόκρισης γενικά απέναντι στην εφηβική ηλικία αλλά και σε πιο ιδιαίτερες περιπτώσεις που την χαρακτηρίζουν.

Αρχικά, κάτι που οι γονείς δεν πρέπει ποτέ να ξεχνούν είναι η αξία, η ποιότητα και η λειτουργικότητα της επικοινωνίας που έχουν μεταξύ τους. Η συναισθηματική ζωή και η κοινωνική έκφραση των εφήβων επηρεάζεται άμεσα από τη σχέση που έχουν οι γονείς μεταξύ τους, διότι ο τρόπος με τον οποίον συμπεριφέρεται ο ένας γονιός απέναντι στον άλλον και κυρίως η στάση του πατέρα απέναντι στη μητέρα έχει άμεσο αντίκτυπο στον τρόπο που συμπεριφέρεται ο έφηβος απέναντι στους γονείς του και στον ευρύτερο κοινωνικό του περίγυρο.

Γίνεται κατανοητό, λοιπόν, ότι η ποιοτική επικοινωνία στη σχέση των γονέων παίζει σημαντικό ρόλο στη δημιουργία μιας υγιούς σχέσης με τον επαναστατημένο/ανήσυχο έφηβο που αναζητά την ταυτότητά του. Ειδικότερα,

– Οι γονείς πρέπει να αντιμετωπίζουν τα λάθη που κάνουν οι ίδιοι με υπευθυνότητα. Δηλαδή δεν χρειάζεται να προσποιούνται τους τέλειους. Δεν πρέπει να φοβάστε οι γονείς να παραδεχτείτε ή να απολογηθείτε για τα λάθη σας. Όταν ο γονέας επιδεικνύει ώριμη και υπεύθυνη συμπεριφορά σε αυτές τις περιπτώσεις, αποτελεί παράδειγμα και βοηθά στο να χειρίζονται οι έφηβοι καλύτερα τις οποιεσδήποτε στρεσσογόνες και αγχώδεις καταστάσεις.

– Ο έφηβος την περίοδο αυτή δομεί τις προσωπικές του φιλίες, ενώ οι παρέες του συνιστούν «μικρές» κοινωνίες και με ιδιαίτερους, πολλές φορές, κώδικες επικοινωνίας. Οι γονείς χρειάζεται να αποδέχονται τις καταστάσεις αυτές και τις σχέσεις του, χωρίς να προσπαθούν να εισχωρήσουν σε αυτές ή να τις αντικαταστήσουν κάποιον τρόπο. Οι προσπάθειες των γονέων να υποδυθούν τον «φίλο» πέφτουν στο κενό, διότι οι έφηβοι το αντιλαμβάνονται. Η ανάγκη που διακατέχει τον έφηβο για αυτονόμηση και ανεξαρτησία πολλές φορές οδηγεί σε οδυνηρές συγκρούσεις με τους γονείς.

– Οι γονείς πρέπει να διαχειρίζονται με ιδιαίτερη προσοχή τις καταστάσεις που χαρακτηρίζονται από ένταση, με υπομονή και άνευ όρων αγάπη απέναντι στο παιδί τους. Ο διάλογος- όχι ο ακατάπαυστος που θυμίζει πλύση εγκεφάλου-, και η βούληση για υγιή διαπραγμάτευση και αποδοχή των επιθυμιών είναι μια απαραίτητη στάση που πρέπει οι γονείς να διατηρούν.

Αξίζει να αναφερθεί εδώ ότι οι σημαντικότεροι παράγοντες που διαφοροποιούν το μειωμένο από το υψηλό επίπεδο αυτοεκτίμησης στους εφήβους εξαρτώνται από τη γενικότερη αποδοχή του παιδιού από τους γονείς, από την προσπάθεια καθορισμού συγκεκριμένων ορίων της παιδικής ελευθερίας και από τη δυνατότητα ατομικής πρωτοβουλίας εκ μέρους του παιδιού – εφήβου. Έτσι,

– η άτυπη καθιέρωση κανόνων επιβράβευσης προς τα παιδιά και τους έφηβους αντανακλά τον σεβασμό των γονιών προς τα παιδιά τους, ενώ τονώνει την αυτοπεποίθησής και την αισιοδοξία τους. Από την άλλη,

– στις περιπτώσεις που οι έφηβοι επιδεικνύουν ανεπιθύμητες συμπεριφορές, είναι ανάγκη οι γονείς να δείχνουν στα παιδιά τους και να διαπαιδαγωγούν αυτά πως κάθε πράξη πολλές φορές έχει συνέπειες. Ωστόσο, σε καμία περίπτωση κάτι τέτοιο δεν πρέπει να ταυτίζεται με τη σωματική και τη λεκτική βία και σαφέστατα δεν πρέπει να έχει τιμωρητικό χαρακτήρα.

Η συμπεριφορά και η διαχείριση του εαυτού μας στο πλαίσιο της συναναστροφής με άλλα πρόσωπα και κανόνες, δημιουργεί στον άνθρωπο την έννοια της οργάνωσης και φυσικά τον υγιή προβληματισμό σχετικά με τις πράξεις του. Επίσης, να πούμε ότι ο ρόλος της μητέρας απέναντι στον έφηβο έχει σημαντική αξία και μάλιστα αφορά άμεσα την ψυχική ανάπτυξη του εφήβου, διότι ο τελευταίος αναπτύσσει μαζί της σχέση αλληλενέργειας και αλληλεκπλήρωσης.

– Οι μητέρες οφείλουν να βρίσκονται κοντά στα παιδιά τους, να ενδιαφέρονται για ό,τι τα απασχολεί, χωρίς βέβαια να προσπαθούν να δημιουργήσουν οι ίδιες σχέση εξάρτησης. Βάσει του παραπάνω, δεν προκύπτει φυσικά ότι ο πατέρας έχει υποτιμημένο ρόλο, απεναντίας είναι σημαντικός και πολλές φορές καταλυτικός στην εξέλιξη του εφήβου, τόσο για αγόρια όσο και για τα κορίτσια.

Συμπερασματικά, γίνεται αντιληπτό πως δεν είναι εύκολο το να είσαι έφηβος, ούτε και το να διαχειρίζεσαι μια σχέση με έναν έφηβο άνθρωπο. Αναδεικνύονται δυσκολίες και πολλές φορές οι γονείς αισθάνονται ολότελα απόγνωση στη σχέση γονέα – έφηβου.

Όμως μια τέτοια λογική δεν αντανακλά την πλήρη αλήθεια, διότι σε κάθε περίπτωση υπάρχουν τρόποι και μέσα, όπως σημειώνονται και παραπάνω, ώστε ο καθένας να μπορεί να βρει διεξόδους, χωρίς να καταστρέψει τη σχέση του με το παιδί του και κυρίως χωρίς να του δημιουργήσει προβλήματα που θα τον ακολουθούν στη ενήλικη ζωή του. Η διάθεση, η υπομονή, οι συμβουλές κάποιου ειδικού όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο και η άνευ όρων αγάπη των γονέων προς τα παιδιά συνιστούν τις βάσεις για μια υγιή και λειτουργική σχέση.

Συγγραφέας Νεκτάριος Κοσμάς

Ο Νεκτάριος Κοσμάς είναι απόφοιτος του ακαδημαικού προγράμματος σπουδών στη Συμβουλευτική Ψυχικής Υγείας/Counselling Psychology του Κέντρου Εφαρμοσμένης Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής (Δίπλωμα αναγνωρισμένο απο την Εuropean Assocation For Counselling και την Ελληνική Εταιρεία Συμβουλευτικής) Εξειδικεύτηκε στην Ιατρική Ψυχολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και παρακολούθησε εκπαιδευτικό πρόγραμμα στη Σχεσιακή Ψυχανάλυση και τη Ψυχοθεραπεία στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αθηνών από το Ινστιτούτο Σχεσιακής Ψυχανάλυσης και Ψυχοθεραπείας. Έχει μετεκπαιδευτικές σπουδές εξειδίκευσης στην Κλινική Ύπνωση - Βιοθυμική Ψυχοθεραπεία (Advanced Diploma In Clinical Hypnosis - Bioaffective Psychotherapy ) από το General Hypnotherapy Standards Council της Βρετανίας. Επιπλέον εξειδικεύεται στον νευρογλωσσικό προγραμματισμό ΝLP και στο EFT σε επίπεδο certificat practitioner, έχει παρακολουθήσει επιπρόσθετα μια σειρά απο εκπαιδευτικά προγράμματα και σεμινάρια και ειναι κάτι το οποίο συνεχίζει με στόχο να εμπλουτίζει τις θεραπευτικές του δεξιότητες. Είναι μέλος της Ε.Ε.Σ. , E.A.C. , I.A.R.P.P. Διατηρεί δικό του γραφείο στην Αθήνα στην περιοχή της Κυψέλης στο οποίο παρέχει συνεδρίες σε έφηβους και ενήλικες (ατομικές,ζευγους,ομάδας).

Ιστοσελίδα
Δείτε όλα τα άρθρα

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε