Θα σου πω μια ιστορία που ίσως ποτέ σου δεν έχεις ξανακούσει, καθώς τόσο πολύ χάνεται στα βάθη των αιώνων που λίγοι απέμειναν πια να τη γνωρίζουν. Κάποτε, λοιπόν, όσο κι αν φαντάζει κομματάκι δύσκολο να το πιστέψεις, τα μυρμήγκια είχαν αρχίσει να δημιουργούν τις δικές τους εστίες επανάστασης στο ζωικό βασίλειο, απειλώντας την τάξη του τότε κόσμου.

Βλέπεις, τα άλλα ζώα διαρκώς τους χλεύαζαν ή τους παραγκώνιζαν αλλά εκείνα έβρισκαν τρόπο να παρεισφρέουν στην καθημερινότητά τους, καινοτομώντας και επιμένοντας στα όνειρά τους. Εκπροσωπούσαν, μάλιστα, το είδος με τους περισσότερους κατοίκους στο δάσος και υπήρξαν αξιοθαύμαστοι για την κοινωνική αλληλεγγύη και τη σπάνια ομοψυχία τους.

Για να καταλάβεις καλύτερα, στις συγκεντρώσεις του ζωικού βασιλείου, τα μυρμήγκια ήταν τα μόνο που πάλευαν με σθένος για τα δικαιώματά τους. Το ένα μυρμήγκι ίσα που ακουγόταν στο πλήθος αλλά όταν όλα μαζί ένωναν τις φωνές τους, τότε σηκωνόταν ένα φοβερό βουητό στο δάσος. Τόσο μεγάλο που ενίοτε κάλυπτε ακόμη και τους βρυχηθμούς των πλέον άγριων θηρίων.

Τέτοια ήταν, όμως, η οργή των μυρμηγκιών για τον άδικο παραγκωνισμό τους που πολλές φορές έπεφταν επίτηδες στα φαγητά των άλλων ζώων ή σκαρφάλωναν πάνω τους, προκαλώντας τους έναν ενοχλητικό γαργαλητό κι έναν ανυπόφορο κνησμό. Και προχωρούσαν πάντα ενωμένα, αντιμετώπιζαν θαρραλέα τις επιθέσεις και βοηθούσαν ουσιαστικά ο ένας τον άλλον.

«Γιατί δεν έχουμε κι εμείς δικαίωμα στη μόρφωση;» «Γιατί πρέπει να μένουμε σε όλη μας τη ζωή απλώς εργάτες; Θέλουμε να δοκιμαστούμε μάνατζερ, διοικητές και διευθυντές», διαμαρτύρονταν και γίνονταν δυσάρεστοι στα υπόλοιπα ζώα του δάσους. Κι όσο πλήθαιναν οι απεργίες τους, τόσο αυξανόταν ο εκνευρισμός στο βασίλειο.

«Δεν μπόρεσα να πάω χτες για κυνήγι. Είχαν μαζευτεί χιλιάδες μικροσκοπικά μυρμήγκια στα βλέφαρά μου και μου θόλωναν την όραση» οργιζόταν ο λύκος. «Εκεί που κυλιόμουν ανέμελο στη λάσπη, με περικύκλωσαν. Τρεις μέρες σαπουνίζομαι ασταμάτητα στα νερά της λίμνης μα ακόμη τα νιώθω να περπατούν στην πλάτη μου» ωρυόταν το γουρούνι.

Κάποτε ο βασιλιάς των λιονταριών και κυβερνήτης ολόκληρου του δάσους, κάλεσε τα υπόλοιπα λιοντάρια σε μυστική σύσκεψη. «Φίλοι μου, μαζευτήκαμε εδώ απόψε για να καταστρώσουμε το σχέδιο της απόλυτης και αιώνιας κυριαρχίας μας».

«Μα, άρχοντα μας, δε χρειαζόμαστε δα και κάποιο περίτεχνο κόλπο για να αποδείξουμε την υπεροχή μας. Αυτή είναι αναμφισβήτητη. Παρατήρησε απλώς το αγέρωχο βάδισμά μας, το περήφανο βλέμμα μας , την εκτυφλωτική χαίτη μας και τον μοναδικό τρόπο που τα άλλα ζώα σκύβουν πειθήνια το κεφάλι στην εξουσία μας».

«Όλα εκτός από τα μυρμήγκια. Γεννήθηκαν ατίθασα και μας δημιουργούν πάσης φύσεως προβλήματα, που προβλέπω, μάλιστα, πως θα γίνουν πολύ σοβαρότερα εάν δεν αναλάβουμε δράση». «Μα εξοχότατε… Απολογούμαι για το θάρρος μου, αλλά νομίζω πως τα μυρμήγκια λογαριάζονται για παντελώς ασήμαντα στο βασίλειό μας. Κανείς ποτέ δεν θα ενδιαφερθεί για τις ανόητες φωνές τους. Ας τα αφήσουμε να διαμαρτύρονται λοιπόν».

«Κι όμως. Διαθέτουν μια κρυφή δύναμη που πολύ με ανησυχεί. Είναι αμέτρητα και προχωρούν πάντα ενωμένα. Κι, ύστερα, μη λησμονείτε το γεγονός ότι προκαλούν ένα σωρό αναμπουμπούλες στις συσκέψεις, παγώνοντας με συνεχείς ενστάσεις τους νόμους μας».

«Αυτό είναι αλήθεια. Ωστόσο, τι μπορούμε να κάνουμε για να τιθασεύσουμε την ανυπάκουη φύση τους; Εάν τα εκτελέσουμε ομαδικά, θα προκαλέσουμε αντιπάθειες στο ζωικό βασίλειο και αυτή δεν είναι καλή στιγμή για νέους εχθρούς. Να σας θυμίσω μόνο πως οι λύκοι χρόνια τώρα καιροφυλακτούν για να κλέψουν μέσα από τα χέρια μας την προεδρία. Τελευταία, μάλιστα έπιασαν φιλίες μέχρι και με τα πρόβατα, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να πείσουν τους μελλοντικούς ψηφοφόρους πως άφησαν το σκοτεινό τους παρελθόν πίσω».

«Ανόητε. Ποιος μίλησε για άμεσο φόνο; Θα τους εκτελέσουμε αθόρυβα και με πλάνο. Ανοίξτε τα πανεπιστήμια και τις δουλειές για αυτούς. Φορτώστε τα με περισπούδαστους τίτλους σπουδών και επαγγελματικά μεγαλεία. Δώστε τους ένα τυράκι που θα τους δημιουργήσει την ψευδαίσθηση πως είναι σεβαστοί υπάλληλοι και όχι σκλάβοι. Σκοτώστε την ορθή κρίση τους. Θέλω να τρέχουν από το πρωί ως το βράδυ σε δουλειές που δεν τελειώνουν. Ποτέ να μην έχουν χρόνο να πάρουν μια ανάσα, να σκεφτούν, να αποφασίσουν για το παρόν και το μέλλον τους. Να αποφασίζουμε εμείς για αυτούς λοιπόν. Μυστικά και υπόγεια. Κι, ύστερα, εκείνα να εκπληρώνουν τις επιθυμίες μας μια μια σαν καλοκουρδισμένα ρομποτάκια».

Και πράγματι το σχέδιο τέθηκε σε εφαρμογή. Τα Πανεπιστήμια άνοιξαν για τα μυρμήγκια και αυτά, εργατικά όπως ήταν, στρώθηκαν για τα καλά στο διάβασμα προκειμένου να μορφωθούν και να κάνουν περήφανα τους γονείς τους. Μελετούσαν νυχθημερόν μια ατέλειωτη ύλη, αποστήθιζαν ένα σωρό απίστευτες ασυναρτησίες κι έτσι χρόνος άλλος δεν τους έμενε να ενημερώνονται για το τι συμβαίνει στον κόσμο των ζώων.

Και τι σπουδαίο! Τα μυρμήγκια δε λογαριάζονταν πλέον μόνο για εργάτες. Έγιναν διευθυντές, μάνατζερ, πολιτικοί μηχανικοί, δικηγόροι. Εργάζονταν αδιάκοπα για να ξεπληρώσουν τα φοιτητικά τους δάνεια και να χτίσουν τις κατοικίες των ονείρων τους.

Και περιφέρονταν καμαρωτά στις κοσμικές εκδηλώσεις του δάσους, κόμπαζαν για τους θριάμβους τους, για τα πτυχία που άραζαν στους τοίχους τους, για τις σημαντικές δουλειές τους και για εκείνους του άπιαστους στόχους που σύντομα θα κατακτούσαν. Τους φίλους τους παραμέρισαν με τον καιρό καθώς δε διέθεταν καιρό για χάσιμο. Εξάλλου, ο ένας κοίταζε πια τον άλλον λιγάκι πιο καχύποπτα. Ήταν ο γείτονας πιο πετυχημένος, πιο καλά αμειβόμενος, πιο πολλά υποσχόμενος;

Και τα μυρμήγκια έχτιζαν τις μοντέρνες φωλιές τους. Κι έπειτα άλλες φωλιές. Κι ύστερα κόπιαζαν για να αποκτήσουν ένα μεταφορικό μέσο και να μην διασχίζουν πια με τα πόδια τους το αχανές δάσος. Όχι τίποτε άλλο, θα τους έβλεπε και κάνα μάτι με τον ιδρώτα να στάζει στο μέτωπο και θα αμαυρωνόταν για τα καλά η φήμη τους.

Και όσο μάζευαν με τον κόπο τους χρήματα για να ξεπληρώσουν τα δάνεια, όσο φορτώνονταν κι άλλα δάνεια, τόσο τα περήφανα λιοντάρια έτριβαν τα χέρια τους, περνούσαν τους σκληρούς τους νόμους στα συμβούλια και καμιά δυνατή φωνή πια δεν υψωνόταν στις συσκέψεις των ζώων. Κάπου κάπου ένα μυρμήγκι μουρμούριζε κάτι για τον άδικο βασιλιά μα έπεφταν όλα τα υπόλοιπα πάνω του με θυμό:

«Αρκετά πια με το παραμυθάκι για το αδίστακτο λιοντάρι, που καταδυναστεύει τους αδύναμους του δάσους. Προτιμώ να ακούσω καμιά ιστορία για τον κακό λύκο. Πιο αληθινή θα μου φανεί» μουρμούριζε ο προϊστάμενος του υπουργείου οικονομικών των μυρμηγκιών, που φήμες λένε ότι διορίστηκε στη θέση χωρίς πτυχίο αλλά με το απαραίτητο μέσο από ένα πανίσχυρο λιοντάρι.

Και τα χρόνια κυλούσαν και τα μυρμήγκια αποκτούσαν απογόνους, που μεγάλωναν με ένα φύσημα του ανέμου, σπούδαζαν, πλήρωναν δάνεια, εργάζονταν αδιάκοπα και πέθαιναν χωρίς να μάθουν ποιοι είναι.
Και μια θλιβερή μέρα, που τα σύννεφα σκοτείνιασαν για τα καλά τον ουρανό, ο βασιλιάς τον λιονταριών μάζεψε ξανά τα άλλα λιοντάρια στη μυστική τους κρυψώνα:

«Κυρίες και κύριοι, τα καταφέραμε. Καταστήσαμε τα μυρμήγκια παντελώς ακίνδυνα. Όμως παραμένουν πολλά κι έτσι έφτασε ή ώρα να τα ξεφορτωθούμε λίγα λίγα. Θα παραμονεύουμε, λοιπόν, έξω από τις σύγχρονες φωλιές τους και θα τα σκοτώνουμε. Θα αντιστέκονται, θα φωνάζουν με κάθε ικμάδα δύναμης, αλλά κανείς δεν θα βρεθεί να τους βοηθήσει. Βλέπετε, αγαπητοί μου, χτίσαμε με σπάνια μαεστρία τη νωθρή κοινωνία τους για χρόνια ολόκληρα. Τους ραντίσαμε με ψεύτικους φόβους και κούφιες φιλοδοξίες, με βασανιστικούς ψυχαναγκασμούς και αδιανόητο ναρκισσισμό.

Απορροφημένοι όλοι στον δικό τους μικρόκοσμο, χωρίς ουσιαστικές σχέσεις με τους γύρω τους, ουδέποτε θα παρατηρήσουν την απώλεια. Θα ελαττώνονται μέρα με τη μέρα, μα θα συνεχίζουν να τρέχουν δίχως να βλέπουν πού πάνε, να κυνηγούν στόχους που ουδέποτε ανταμώνουν τα όνειρα, να χαϊδεύουν το ευάλωτο εγώ τους με τίτλους τιμής, να υπηρετούν τις ανασφάλειες και όχι τα υψηλά οράματα. Συγχαρητήρια σε όλους μας αγαπημένοι μου! Τους πείσαμε πως είναι λιοντάρια και αδιαμαρτύρητα μας υπηρέτησαν για τόσο καιρό».

Κάπως έτσι ξεκίνησαν οι εκτελέσεις των μυρμηγκιών. Καμία υποψία δεν κίνησαν στα υπόλοιπα ζώα οι θάνατοί τους. Το ένα μυρμήγκι ήταν ηλικιωμένο και δεν είχε πια πολλά να προσφέρει στην κοινωνία, το άλλο διέθετε εξασθενημένο οργανισμό, το τρίτο έτρεχε γρήγορα με το μεταφορικό του μέσο και το τέταρτο έφυγε μόνιμες διακοπές στο βασίλειο των ανθρώπων. Ποιος νοιαζόταν όμως, ποιος είχε αληθινά κοιτάξει τον διπλανό του στην τρελή κούρσα προς την καταξίωση και την αποπληρωμή των δανείων;

Το πείραμα με τα μυρμήγκια είχε πετύχει. Όχι ολοκληρωτικά όμως. Ορισμένα από αυτά έγκαιρα υποψιάστηκαν το σχέδιο και μυστικά δραπέτευσαν σε ένα μέρος πολλά χιλιόμετρα μακριά από το σκοτεινό δάσος. Δημιούργησαν μια νέα κοινωνία, πολύ πιο δίκαιη και συνεργάζονται ειρηνικά μεταξύ τους για αιώνες τώρα.

Κάποια βράδια θυμούνται τους παλιούς τους φίλους και γνωστούς. Χαμογελούν. Αλλά δε στενοχωριούνται για τη χαμένη τους πατρίδα. «Για να χτιστεί ένας νέος κόσμος, πρέπει πρώτα να γκρεμιστεί ο παλιός», με παρακάλεσαν να σας μεταφέρω.

Συγγραφέας Κατερίνα Τσιτούρα

Είμαι απόφοιτος της Ελληνικής Φιλολογίας με ειδίκευση στη Γλωσσολογία.Το 2017 εξέδωσα από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης» το πρώτο μου βιβλίο, ένα παραμύθι για ενήλικες με τίτλο «Η Καθρεφτούπολη». Λατρεύω να παρατηρώ τους ανθρώπους. Κι έτσι γράφω. Για να τους κατανοήσω λίγο περισσότερο. Για να διηγηθώ μια ιστορία.Τη δική τους, τη δική μου ή εκείνη που θα μπορούσε να εκτυλιχτεί σ’ έναν κόσμο όπου οι λέξεις νικούν τον χρόνο.

Δείτε όλα τα άρθρα
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε