- Sponsored Ad -

Στα ταξίδια σας θα συναντήσετε αµέτρητους ανθρώπους. Θα κάνετε φευγαλέες γνωριµίες, θα χτίσετε δυνατές φιλίες, θα προσλάβετε ανθρώπους για να σας βοηθήσουν έναντι αµοιβής, θα γνωρίσετε τον έρωτα της ζωής σας και, φυσικά, θα αποκτήσετε αντιπάλους και εχθρούς.

Όπως, όµως, δεν είναι δυνατόν να διακρίνουµε έναν εγκληµατία από την εµφάνισή του, έτσι δεν γίνεται να κατατάξουµε τους συνοδοιπόρους σε κατηγορίες βάσει γενικευµένων κριτηρίων. Κατά τη γνώµη µου, δεν επιτρέπεται να χωρίζουµε τους ανθρώπους –και άρα τους πιθανούς συνταξιδιώτες µας– σε σηµαντικούς και ασήµαντους ή χρήσιµους και άχρηστους. Κάθε άνθρωπος έχει να αφηγηθεί τη δική του ιστορία – και κανένας κατάλογος, όσο εκτενής κι αν είναι, δεν µπορεί να σας πει αν αξίζει να αφιερώσετε χρόνο από τη ζωή σας στον συγκεκριµένο άνθρωπο.

Πάντως, τους συνοδοιπόρους µε τον µεγαλύτερο αντίκτυπο στη ζωή σας δεν µπορείτε να τους διαλέξετε – τουλάχιστον για ένα αρκετά µεγάλο µέρος της διαδροµής. Πρόκειται για τα µέλη της οικογένειάς σας. Κανένας δεν σας ρώτησε αν θέλατε για γονείς τον σούπερ µπαµπά σας και την τροµερή µαµά σας, κι έτσι τώρα, θέλοντας και µη, εκτός από εµάς έχετε φορτωθεί και τα αδέλφια σας, τη γιαγιά Πέτρα, τον θείο Κλέµενς και τη θεία Σαµπίνε.

Αλλά σε ό,τι αφορά τους φίλους και τους ερωτικούς συντρόφους ή τον σύντροφο της ζωής µας δεν είµαι και τόσο σίγουρος ότι εµείς οι άνθρωποι είµαστε σε θέση να επιλέξουµε µε αντικειµενικό τρόπο. Είµαι της άποψης ότι συνήθως αποφασίζουµε διαισθητικά µε ποιον θέλουµε να είµαστε φίλοι και ποιον θέλουµε να ερωτευτούµε. Σπανίως σταθµίζουµε τα πράγµατα αντικειµενικά προτού λάβουµε την απόφασή µας – αφήστε που µια τέτοια στάθµιση δεν δείχνει µονάχα έλλειψη ροµαντισµού, αλλά είναι και εντελώς άσκοπη.

Αν κατά την επιλογή των καλύτερών µου φίλων άκουγα πάντα τη φωνή της λογικής και τους διέκρινα σε δυνάµει χρήσιµους και άχρηστους συνοδοιπόρους, τότε τολµώ να πω ότι η ζωή µου θα είχε ακολουθήσει πολύ χειρότερη πορεία. Και µάλιστα ήδη από τότε που ήµουν δέκα ετών!

Τότε πήγαινα στην πέµπτη τάξη του Δασικού Δηµοτικού Σχολείου και ήµουν τόσο δηµοφιλής όσο µπορεί να είναι κάποιος που φοράει τα ρούχα τού επτά χρόνια µεγαλύτερου αδελφού του και έχει µείνει µία δεκαετία πίσω στο κούρεµα (διά χειρός µανούλας). Φανταστείτε ένα στριµµένο πλάσµα µε κούρεµα «κατσαρόλα», δερµάτινα παντελονάκια και χαρτοφύλακα, που του αρέσει να περνάει τον ελεύθερο χρόνο του στη βιβλιοθήκη του σχολείου.

Ναι, ακριβώς αυτό: Ήµουν ο κλασικός σπασίκλας, που κανένας δεν τον ήθελε στην οµάδα του στα «Μήλα», παρά µόνο ως αναλώσιµο θύµα.

Έτσι που λέτε. Αλλά µετά ήρθε ο Έντερ.

Είχε αργήσει να ξεκινήσει το σχολείο, είχε µείνει και µία φορά στην ίδια τάξη, οι δάσκαλοι τον αποκαλούσαν «Τουρκογερµανό», και ήταν το πιο άτακτο παιδί του σχολείου. Όταν µπήκε στην τάξη, νόµισα πως κάποιος πατέρας είχε έρθει να πάρει το παιδί του λίγο νωρίτερα. Αλλά ύστερα ο πιο κουλ τύπος του κόσµου ήρθε και κάθισε δίπλα µου.

Η δασκάλα σίγουρα θα σκέφτηκε ότι το φυτό της τάξης (δηλαδή εγώ) θα είχε θετική επιρροή στην προβληµατική περίπτωση (δηλαδή τον Έντερ). Φυσικά, συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Ο Έντερ άλλαξε τη ζωή µου· κυρίως µε το να µε συµπαθεί, κάτι που ίσως είχε να κάνει και µε το γεγονός ότι τον βοηθούσα µε τα µαθήµατά του. Αλλά, πιστέψτε µε, µε συµπαθούσε απόλυτα οικειοθελώς – χωρίς να πρέπει, ας πούµε, να του δώσω τα αθλητικά παπούτσια µου ως αντάλλαγµα. Ίσα ίσα, εκείνος µου έφερε τα πρώτα µου µποτάκια Adidas από το µαγαζί του πατέρα του, ώστε να µε απαλλάξει από τις τετράγωνες µαούνες που φορούσα.

Κι επειδή εκείνος, ο δηµοφιλής, έγινε φίλος µου, επηρεάστηκαν και οι υπόλοιποι συµµαθητές µας, που έως τότε δεν έµπαιναν στον κόπο ούτε καν να µε αγνοήσουν.

Ο Έντερ µου έµαθε πολλά χρήσιµα πράγµατα, που κάθε µαθητής του δηµοτικού χρειάζεται οπωσδήποτε στην καθηµερινή του ζωή: Όπως, για παράδειγµα, πώς καπνίζουµε ένα πούρο (δεν ήταν πολύ καλή ιδέα να το προσπαθήσουµε πίσω από το γυµναστήριο την ώρα που περνούσε από εκεί ο γυµναστής). Αργότερα έφερνε να δούµε στα κρυφά τις ακατάλληλες για ανηλίκους βιντεοκασέτες του πατέρα του (ταινίες όπως το Rollerball, Η τάξη του 1984, Το καταραµένο άσµα, Το ξύπνηµα των νεκρών και, φυσικά, η Απόδραση από τη Νέα Υόρκη, µε τον Κερτ Ράσελ – τις οποίες εσείς δεν επιτρέπεται να δείτε ακόµη, αλλά ίσως τώρα υποπτεύεστε από πού προήλθε το πάθος µου για τα θρίλερ). Με λίγα λόγια, χρωστάω πολλά στον Έντερ και είναι υπέροχο που σήµερα εξακολουθούµε να είµαστε φίλοι. Γι’ αυτό και κάθε Κυριακή τον επισκέπτοµαι στο σωφρονιστικό κατάστηµα (αστειεύοµαι).

Παρεµπιπτόντως, χρωστάω µεγάλη ευγνωµοσύνη στους γονείς µου, οι οποίοι δεν υπονόµευσαν τη διαισθητική απόφασή µου να γίνω φίλος µε τον Έντερ. Θα ήταν πολύ απλό να πουν: «Μην παίζεις µ’ αυτό το βροµόπαιδο», και να µου απαγορεύσουν ή να δυσκολέψουν αφάνταστα τη συναναστροφή µαζί του. Όµως, ούτε εκείνοι έβλεπαν στο πρόσωπό του τον κακό µαθητή, αλλά τον καλό άνθρωπο, που απλώς είχε ξεκινήσει από δυσµενέστερες συνθήκες σε σύγκριση µ’ εµένα.

Η ζωή δεν είναι εµπορική συναλλαγή.

Μην είστε υστερόβουλοι.

Ο Έντερ κι εγώ χανόµασταν συχνά επί µήνες ολόκληρους. Αλλά ακόµα κι αν είχα δύο χρόνια να του τηλεφωνήσω, είχα ξεχάσει τα γενέθλιά του και είχα φύγει από την πόλη χωρίς να τον ενηµερώσω, και στη συνέχεια του τηλεφωνούσα ξαφνικά στις τρεις και µισή τα ξηµερώµατα για να του πω να φτιάξει αµέσως τη βαλίτσα του και να έρθει να µε µαζέψει από την Άγκυρα (της Τουρκίας) επειδή είχα µπλέξει, θα έπαιρνε το επόµενο αεροπλάνο και θα ερχόταν να µε βρει χωρίς να ρωτήσει καν τον λόγο. Χωρίς να ζητήσει οτιδήποτε σε αντάλλαγµα. Χωρίς να γκρινιάξει ότι τόσο καιρό ήµουν εξαφανισµένος. Συγχρόνως, ξέρει πολύ καλά ότι κι εγώ θα έκανα το ίδιο για κείνον. Δεν χρειάζεται να «καλλιεργούµε» τη φιλία µας για να αισθανόµαστε σιγουριά ο ένας για τον άλλο.

Πολλοί γνωστοί µου χρησιµοποιούν εκφράσεις όπως «δικτυώ-νοµαι», «καλλιεργώ τις επαφές µου», «χτίζω σχέσεις», όταν µιλούν για την επιλογή των –επαγγελµατικών συνήθως– συνοδοιπόρων τους. Τρέχουν σε πάρτι, εκθέσεις, σεµινάρια και συνέδρια, µε την ελπίδα πως εκεί θα συναντήσουν σηµαντικές προσωπικότητες που θα τους βοηθήσουν να πετύχουν τους στόχους τους. Συνήθως, βέβαια, ο στόχος τους είναι απλώς να βγάλουν περισσότερα χρήµατα. Στα δικά µου µάτια, αυτοί οι άνθρωποι κυνηγούν τον λάθος στόχο µε τις λάθος µεθόδους.

Εδώ οφείλω να παραδεχτώ ότι δεν είµαι καθόλου «επικοινωνιακός». Είµαι υπερβολικά ντροπαλός για να πλησιάσω ανθρώπους µόνος µου, ενώ δεν έµαθα ποτέ την τέχνη της ψιλής κουβέντας – και άρα την τέχνη της προσέγγισης δυνάµει «σηµαντικών» ατόµων.

Βλέπετε ότι έβαλα τη λέξη «σηµαντικών» σε εισαγωγικά. Ο λόγος είναι ότι δεν υπάρχουν ασήµαντοι άνθρωποι. Ο εργάτης που συναρµολόγησε το ασθενοφόρο που σε µετέφερε στην κλινική δεν είναι πιο ασήµαντος από τον χειρουργό που σου αφαίρεσε τη σκωληκοειδή απόφυση.

Δεν είµαι ούτε στο ελάχιστο πιο σηµαντικός από την οικιακή βοηθό µας. Ούτε εσείς είστε σηµαντικότεροι από οποιοδήποτε άλλο παιδί στον κόσµο (όχι για εµάς τους γονείς σας, εννοείται – για εµάς είστε ό,τι πιο σηµαντικό υπάρχει, αλλά δεν είναι αυτό το θέµα µας).

Κι αυτό δεν αρκεί να το κατανοήσετε µε το µυαλό σας· θα πρέπει να το ενστερνιστείτε µε όλο σας το «είναι».

Ποτέ, µα ποτέ να µην κοιτάζετε τους άλλους αφ’ υψηλού.

Μπορεί κάποιους ανθρώπους να µην τους καταλαβαίνετε, να τους φοβάστε, να µην τους συµπαθείτε – απλώς µείνετε µακριά τους, αποφύγετέ τους και συνεχίστε το ταξίδι της ζωής σας χωρίς αυτούς.

Αλλά τους υπόλοιπους να τους αντιµετωπίζετε µε σεβασµό. Και σεβασµός σηµαίνει να είστε ευγενικοί, ανθρώπινοι και φιλικοί.

Ένα µικρό παράδειγµα: Να χαιρετάτε την ταµία του σουπερµάρκετ. Να της χαµογελάτε και να την ευχαριστείτε όταν χτυπάει την τιµή της κατεψυγµένης πίτσας σας στην ταµειακή. Ακόµα κι αν εκείνη σας αγριοκοιτάζει µε το βλέµµα που έχει ο Ντάβιντ όταν ξυπνάει µε νεύρα.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Sebastian Fitzek “Τα Ψάρια που Σκαρφαλώνουν στα Δέντρα” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα

-Sponsored Ad-

Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε