Δεν υπάρχει άνθρωπος χωρίς ιστορία και καμία ιστορία δεν είναι απογυμνωμένη από τις ιστορίες των ανθρώπων που τον αφορούν

Δεν υπάρχει άνθρωπος χωρίς ιστορία και καμία ιστορία δεν είναι απογυμνωμένη από τις ιστορίες των ανθρώπων που τον αφορούν. Κάθε σώμα κουβαλάει τα δικά

Δεν υπάρχει άνθρωπος χωρίς ιστορία και καμία ιστορία δεν είναι απογυμνωμένη από τις ιστορίες των ανθρώπων που τον αφορούν

Δεν υπάρχει άνθρωπος χωρίς ιστορία και καμία ιστορία δεν είναι απογυμνωμένη από τις ιστορίες των ανθρώπων που τον αφορούν. Κάθε σώμα κουβαλάει τα δικά του σημάδια — μικρά, αθέατα, που δεν φαίνονται στο δέρμα, αλλά χαράζουν τον τρόπο που αναπνέουμε, που αγαπάμε, που αντιδρούμε. Κάθε σώμα έρχεται σε επαφή με τα σώματα των σημαντικών άλλων και τα σημάδια αποτυπώνονται από το ένα στο άλλο.

Το παιδί στο παράθυρο

Advertisment

Ήταν 9 Σεπτεμβρίου 2001, όταν ήμουν στην Ιταλία, συγκεκρι-μένα στην Πάρμα. Ήταν πολύ πρωί και η ημέρα μου προβλε-πόταν μεγάλη. Θα ξεκινούσα την πρακτική του δεύτερου έτους, τρεις φορές την εβδομάδα, σε μια παιδοψυχιατρική κλινική της κοντινής πόλης. Ήμουν 21 ετών. Θα καθόμουν σε ένα δωμάτιο και θα παρατηρούσα πίσω από τον μεγάλο μονόδρομο καθρέφτη. Η παρέμβαση αφορούσε ομαδικές παιγνιοθεραπείες και ψυχοθεραπείες παιδιών από 7 έως 10 ετών. Στο συγκεκρι-μένο γκρουπ συμμετείχαν παιδιά που είχαν κακοποιηθεί, είχαν εγκαταλειφθεί ή είχαν μείνει ορφανά μετά από δυστύχημα των γονέων και είχαν δοθεί σε συγγενείς ή αναδόχους.

Η πρώτη ημέρα είχε πάει περίφημα, είχα γεμίσει το σημειω-ματάριό μου με σημειώσεις. Ήμουν έτοιμη να επιστρέψω στο σπίτι. Την ώρα που έβγαινα από το δωμάτιο, συνάντησα ένα από τα παιδιά. Δεν ήξερε πως το παρακολουθούσα. Με κοίταξε στα μάτια κι ένιωσα να παραξενεύομαι· κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού δεν είχε θελήσει να μπει στον κύκλο — καθόταν στο παράθυρο και κοιτούσε μελαγχολικά. Αργότερα έμαθα την ιστορία του:

Ο Μ. ήταν 10 χρόνων, διαγνωσμένος με άτυπο αυτισμό. Έμενε με τη θεία του, την αδελφή της μητέρας του, και τον σύντροφό της. Όταν ήταν 5 ετών, οι γονείς του σκοτώθηκαν σε αυτοκινητικό δυστύχημα μαζί με την 3 χρόνων αδελφή του. Εκείνος ήταν ο μόνος που επιβίωσε. Δεν ήταν μαζί τους στο αυτοκίνητο, είχε μείνει στο σπίτι με τη θεία του που τότε τη φιλοξενούσαν και τους περίμενε να επιστρέψουν.

Advertisment

Στις 11 Σεπτεμβρίου 2001 το πρωί μπήκα στο τρένο για να πάω στην πρακτική, θα πήγαινα για τρίτη φορά. Ο Μ. και το βλέμμα του είχαν χαραχτεί μέσα μου, κάτι κινητοποιούσαν στον ψυχικό μου κόσμο. Ήταν άλλη μια ημέρα όπου αρνιόταν να συμμετάσχει. Αργά το μεσημέρι βρέθηκα να περιμένω το τρένο της επιστροφής. Η ημέρα ήταν ηλιόλουστη, είχα λίγα λεπτά αναμονής. Πήρα στα χέρια μου το κινητό και κάλεσα τη μητέρα μου. Το τηλέφωνο δεν λειτουργούσε και σκέφτηκα πως μάλλον δεν είχε σήμα.

Ξαφνικά άκουσα ουρλιαχτά και κλάματα. Στο δωμάτιο των ελεγκτών ήταν μαζεμένοι όλοι μπροστά από μια τηλεόραση. Πλησίασα και είδα να προβάλλεται ένα κτίριο που καταρρέει, έπειτα ένα ακόμα, αφού το διαπερνούσε ένα… αερο-πλάνο. Ένας άντρας φώναξε «γίνεται πόλεμος», μια γυναίκα κρατούσε το κινητό της και ούρλιαζε «δεν λειτουργεί». Πάγωσα. Έμεινα εκεί ακίνητη. Θυμάμαι να σκέφτομαι πως βρίσκομαι μίλια μακριά από την οικογένειά μου, ολομόναχη και φαίνεται να ξεσπά… πόλεμος!Όταν αρχίσαμε να αντιλαμβανόμαστε τι είχε συμβεί και κατάφερα να βρω τους γονείς μου και εκείνοι εμένα στο τηλέφωνο, όλα κάπως μπήκαν στη θέση τους.

Την επόμενη εβδομάδα, το πρωί που θα πήγαινα στην κλινική, ξύπνησα από ένα τρομακτικό όνειρο. Είδα πως ήμουν ο Μ. και πως έψαχνα τους γονείς μου και τον αδελφό μου. Θυμήθηκα πως αυτόν τον τρόμο τον είχα ζήσει ξανά. Και αντι-λήφθηκα πως έμοιαζε με τον τρόμο που είχα όσο προσπα-θούσα να καλέσω τους γονείς μου στην Ελλάδα την ημέρα των δίδυμων πύργων.

Ήμουν περίπου 5 και οι γονείς μου είχαν πάει στο μαιευ-τήριο, η μητέρα μου θα γεννούσε τον αδελφό μου. Η γιαγιά μου είχε μεγάλη αγωνία και τη θυμάμαι να μιλά με τις φίλες της στο τηλέφωνο και να λέει «Δεν μπορώ να μιλήσω άλλο τώρα, πρέπει να είναι ελεύθερο το τηλέφωνο». Ο παππούς καθόταν στην πολυθρόνα του στο σαλόνι και διάβαζε εφημερίδα· η σελίδα είχε ένα στραπατσαρισμένο αυτοκίνητο. Θυμάμαι να λέει στη γιαγιά «Δες, εδώ πάει ολόκληρη η οικογένεια», και η γιαγιά, κουνώντας το κεφάλι, του έκανε νόημα πως ήμουν στο σαλόνι. Πήγα στο παράθυρο και θυμάμαι να λέω μέσα μου, Θα μείνω εδώ, να περιμένω να επιστρέψουν, έτσι θα επιστρέ-ψουν σίγουρα.

Αυτό ήταν. Από τη στιγμή που αναδύθηκε αυτή η ανάμνηση ξεκλείδωσε μέσα μου μια βαθιά αγωνία, που όμως είχε απαλυνθεί με την επιστροφή των γονιών μου και ενός επιπλέον μέλους. «Ήρθε ο αδελφός σου!» είχε φωνάξει με χαρά η γιαγιά.

Ο Μ. εκείνο το πρωί δεν πλησίασε το παράθυρο. Πήρε ένα αεροπλάνο και το πέταγε πάνω σε ένα αυτοκίνητο. Είχε δει στην τηλεόραση μια σκηνή από το αεροπλάνο να πέφτει στο κτίριο, η θεία είχε ενημερώσει την κλινική. Ο Μ. πέρασε τις επόμενες εβδομάδες να «παίζει το ίδιο παιχνίδι» μέχρι που μια μέρα «μαλάκωσε» και μπήκε στον κύκλο, σκεπάζοντας με ένα ύφασμα το αυτοκινητάκι που είχε χτυπηθεί από το αεροπλάνο. Η θεία έκανε συμβουλευτική ψυχοθεραπεία παράλληλα με τον Μ. και, όπως προέκυψε από τα λεγόμενά της, είχε συμβεί το εξής: Δεν είχε εξηγήσει κανένας στον Μ. τι είχε γίνει ακριβώς.

Και επειδή δεν ρωτούσε δεν του έλεγαν. Μια φορά μόνο είχε ψελλίσει η θεία: «πήγαν στον ουρανό με το αυτοκίνητο και θα έρχονται να σε προσέχουν». Ο Μ. στην αρχή περίμενε στο παράθυρο, όπως κάποτε εγώ. «Ίσως να επιστρέψουν» μπορεί να σκεφτόταν… Η σκηνή που είδε στην τηλεόραση λειτούργησε όμως με έναν τρόπο παραδόξως θεραπευτικό: ο Μ. προσπαθούσε να εξηγήσει τη σκηνή που φανταζόταν από τα συμφραζόμενα που άκουγε εδώ κι εκεί. Όταν επανέλαβε ξανά και ξανά για εβδομάδες τη σκηνή, με το αεροπλάνο να πέφτει στο αυτοκινητάκι, ήταν πια έτοιμος να «βάλει το αυτοκίνητο για ύπνο». «Πάει», ψέλλισε, κοιτάζοντας τη θεραπεύτρια με δάκρυα στα μάτια.

Ο Μ. έριξε φως σε μια σκιά που κουβαλούσε και κατάφερε να γαληνέψει — όσο γίνεται να γαληνέψει μια τόσο τραυμα-τισμένη παιδική ψυχή. Αλλά κι εγώ εκείνες τις μέρες βίωσα μαζί του κάτι πολύ έντονο και μάλιστα του οφείλω πολλά, ακόμα και τώρα.

Όχι μόνο γιατί ανέσυρα μια προσωπική μνήμη που φώτιζε ένα φορτισμένο μου βίωμα, αλλά κυρίως γιατί ήταν η πρώτη στιγμή που σκέφτηκα συνειδητά πως το τραύμα συναντά την προσωπική μνήμη και η προσωπική μνήμη μπορεί να φτάσει να γίνει ως και συλλογική. Και αυτό με οδήγησε να βλέπω καθαρά σε όλες τις θεραπευτικές διαδικασίες και στη συνύ-παρξή μου με τους γύρω μου πώς μια ιστορία αφυπνίζει μια άλλη, και ανοίγει ο δρόμος για να δούμε το παρόν να συνομιλεί με το παρελθόν.

Είναι σαν μια μαθηματική εξίσωση: τα δεδομένα είναι οι ιστορίες του παρελθόντος και του παρόντος, κι ο παράγοντας που δίνει νόημα σε όλα είναι το τώρα. Το αποτέλεσμα εμφανίζεται στη ζωή μας με τη μορφή συμπτωμάτων, σχέσεων, επιλογών· άλλοτε ως βάρος που μας κρατάει πίσω, κι άλλοτε ως δυνατότητα να μετασχηματίσουμε αυτό που μας δόθηκε. Μια ύλη που πάλλεται.

Το τραύμα δεν είναι απλώς ένα γεγονός. Συχνά είναι ένας ψυχικός μη-χώρος — εκεί όπου δεν υπήρξε κάποιος να δει, να αντέξει, να δώσει νόημα. Δεν είναι το ίδιο το συμβάν που μας δυσκολεύει, αλλά η απουσία πλαισίου που θα το περιλάμ-βανε. Κι αυτή η απουσία μπορεί να κληρονομηθεί. Οι ψυχικές εκκρεμότητες των προηγούμενων γενεών συχνά συνεχίζουν να ζουν μέσα στους επόμενους. Το παιδί δεν λαμβάνει μόνο τα γονίδια των γονιών του, αλλά και τις μη ολοκληρωμένες εμπειρίες τους. Ό,τι δεν έγινε αφήγημα, γίνεται σύμπτωμα. Ό,τι δεν βρήκε ακροατή, επιστρέφει σαν επανάληψη.

Έτσι, πολλές φορές, οι επόμενες γενιές δεν ζουν μόνο τη δική τους ιστορία, αλλά και την ανάγκη των προγόνων τους να κατανοήσουν τη δική τους. Οι πρώτες εμπειρίες ζωής
—ακόμη και πριν από τη γέννηση— εγγράφονται στον εγκέ-φαλο και στο νευρικό σύστημα και διαμορφώνουν τον τρόπο που αγαπάμε, που φοβόμαστε, που σχετιζόμαστε. Το διαγε-νεακό αποτύπωμα είναι το αόρατο νήμα που συνδέει τις γενιές· μεταφέρει πληροφορίες όχι μόνο μέσα από το DNA, αλλά κυρίως μέσα από το συναίσθημα: τις εμπειρίες, τις απώλειες, τις στρατηγικές επιβίωσης.

Ένα παιδί που μεγάλωσε χωρίς συναισθηματική ασφάλεια, μπορεί αργότερα, όταν γίνει γονέας, χωρίς να το θέλει, να προσφέρει στο δικό του παιδί την ίδια αίσθηση απόστασης. Κι έτσι η ιστορία συνεχίζεται — ώσπου κάποιος να τη δει καθαρά και να πει: «Ως εδώ».

Το αποτύπωμα του τραύματος μπορεί να μεταδοθεί από τη μία γενιά στην άλλη με δύο τρόπους. Η διαγενεακή μετάδοση είναι η άμεση μεταφορά από γονείς σε παιδιά, όχι απαραίτητα με λόγια, αλλά μέσα από τη συμπεριφορά, τις σιωπές, τις αντι-δράσεις, τον τρόπο φροντίδας ή απόστασης. Η υπεργενεακή μετάδοση αφορά τη συνέχιση του τραύματος σε επόμενες γενιές —εγγόνια ή δισέγγονα— μέσα από οικογενειακά μοτίβα, κοινωνικές συνθήκες ή ακόμη και βιολογικά (επιγενετικά) ίχνη.

Το τραύμα μπορεί να γίνει αποτύπωμα: με λόγια, όταν επαναλαμβάνεται μια αφήγηση που κουβαλά φόβο ή ενοχή· με σιωπές, όταν τα ανείπωτα βαραίνουν περισσότερο από όσα ειπώθηκαν· ή με συμπεριφορές, όταν ο φόβος γίνεται υπερ-προστασία ή απόσταση. Η επίγνωση αυτού του αποτυπώματος δεν έχει σκοπό να κατηγορήσει, αλλά να φωτίσει τον τρόπο με τον οποίο η μνήμη συνεχίζει να δρα μέσα μας — ώστε να μπορέσουμε να τη σταματήσουμε ή να τη μεταμορφώσουμε.

Το απόσπασμα είναι από το νέο βιβλίο Αυτό σταματάει εδώ της Σουζάνας Παπαφάγου και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα

Λάβετε καθημερινά τα άρθρα μας στο e-mail σας

Σχετικά θέματα

Είμαστε ποτέ μόνοι; Ή μήπως κουβαλάμε όλα τα βάρη του χθες;
elina-giachali
Σε κάθε οικογένεια τα παιδιά δεν μεγαλώνουν απλώς, αναλαμβάνουν ρόλους... πολλές φορές χωρίς επιλογή
metacognition

Πρόσφατα Άρθρα

Εναλλακτική Δράση