Υπάρχουν πληγές που δεν τις γιατρεύει ο χρόνος. Τις γιατρεύει το «μαζί»

Διάβασα το «Μαζί, ό,τι κι αν συμβεί» των Μάριου Μαζάρη και Φρόσως Φωτεινάκη και αυτό που μου έκανε εντύπωση από τις πρώτες κιόλας σελίδες

Υπάρχουν πληγές που δεν τις γιατρεύει ο χρόνος. Τις γιατρεύει το «μαζί»

Διάβασα το «Μαζί, ό,τι κι αν συμβεί» των Μάριου Μαζάρη και Φρόσως Φωτεινάκη και αυτό που μου έκανε εντύπωση από τις πρώτες κιόλας σελίδες είναι ότι δεν μοιάζει με ένα ακόμη βιβλίο για γονείς. Είναι περισσότερο μια μεγάλη συζήτηση ανάμεσα σε έναν παιδαγωγό, μια ψυχοθεραπεύτρια και τον αναγνώστη, μέσα από πραγματικές ιστορίες και θέματα όπως ο σχολικός εκφοβισμός, οι οθόνες, το διαζύγιο, η απώλεια, η αποτυχία και το διαγενεακό τραύμα.

Δεν περίμενα ότι θα συγκινηθώ τόσο νωρίς. Κι όμως, πριν ακόμη μπω στο πρώτο κεφάλαιο, είχα ήδη σταματήσει να διαβάζω για λίγα λεπτά. Όχι γιατί το βιβλίο είναι βαρύ. Αλλά γιατί σε κάνει να θυμηθείς κάτι που οι περισσότεροι ενήλικες έχουμε ξεχάσει: πώς ήταν να είμαστε παιδιά και να προσπαθούμε να καταλάβουμε έναν κόσμο που σπάνια μας εξηγούσε τι συμβαίνει.

Advertisment

Το «Μαζί, ό,τι κι αν συμβεί» δεν προσπαθεί να πείσει ότι υπάρχουν τέλειοι γονείς ή τέλειοι τρόποι διαπαιδαγώγησης. Αντίθετα, από τις πρώτες σελίδες γίνεται ξεκάθαρο πως η μεγαλύτερη δύναμη ενός παιδιού δεν είναι να μη συναντήσει δυσκολίες. Είναι να μη χρειαστεί να τις περάσει μόνο του. Αυτό το «μαζί» που υπάρχει στον τίτλο δεν λειτουργεί σαν σύνθημα. Είναι η καρδιά ολόκληρου του βιβλίου.

Αυτό που μου άρεσε ιδιαίτερα είναι ο τρόπος που έχουν επιλέξει να γράψουν οι δύο συγγραφείς.

Ο Μάριος Μαζάρης φέρνει τη ματιά του ανθρώπου που ζει καθημερινά μέσα στη σχολική τάξη.

Advertisment

Η Φρόσω Φωτεινάκη απαντά μέσα από την εμπειρία της ως ψυχοθεραπεύτρια. Δεν διαφωνούν για να εντυπωσιάσουν ούτε συμφωνούν από ευγένεια. Συνομιλούν. Και όσο προχωρούν οι σελίδες, έχεις την αίσθηση ότι κάθεσαι κι εσύ δίπλα τους.

Τα θέματα που επιλέγουν δεν είναι καθόλου εύκολα. Μιλούν για τη διαφορετικότητα και τον σχολικό εκφοβισμό, για τη σχέση των παιδιών με τις οθόνες, για το τέλος μιας φιλίας, για το διαζύγιο, τις οικονομικές δυσκολίες, την αποτυχία, την ασθένεια, την απώλεια, τη σεξουαλική αγωγή και το διαγενεακό τραύμα. Είναι ουσιαστικά όλα εκείνα που καμία οικογένεια δεν θέλει να συναντήσει, αλλά σχεδόν καμία δεν καταφέρνει να αποφύγει.

Εκεί όμως που το βιβλίο διαφέρει από πολλά άλλα είναι ότι δεν αντιμετωπίζει αυτά τα ζητήματα σαν προβλήματα προς επίλυση. Δεν υπάρχουν λίστες με «πέντε βήματα» ούτε εύκολες απαντήσεις. Υπάρχουν ιστορίες, διάλογοι και ερωτήματα που σε κάνουν να κοιτάξεις πρώτα τον εαυτό σου.

Γιατί όσο διάβαζα, ένιωθα ότι το βιβλίο δεν μιλούσε μόνο για τα παιδιά. Μιλούσε διαρκώς και για το παιδί που υπάρχει ακόμη μέσα στους ενήλικες.

Ξεχώρισα ιδιαίτερα τις σελίδες όπου οι συγγραφείς εξηγούν πως πολλές φορές δεν είναι το ίδιο το δύσκολο γεγονός που τραυματίζει ένα παιδί, αλλά η μοναξιά που νιώθει απέναντί του. Είναι μια σκέψη που μοιάζει τόσο απλή, αλλά δύσκολα φεύγει από το μυαλό σου όταν κλείσεις το βιβλίο. Δεν χρειάζεται να προστατεύουμε τα παιδιά από κάθε δυσκολία. Χρειάζεται να βρίσκονται δίπλα τους άνθρωποι που θα την περάσουν μαζί τους. Αυτή η ιδέα επανέρχεται ξανά και ξανά, χωρίς ποτέ να γίνεται διδακτική.

Μου άρεσε επίσης ότι οι συγγραφείς δεν προσπαθούν να εμφανιστούν ως άνθρωποι που έχουν όλες τις απαντήσεις. Αντίθετα, μιλούν και για τις δικές τους αμφιβολίες, για τα λάθη, για τις στιγμές που ακόμη κι ένας γονιός ή ένας εκπαιδευτικός αισθάνεται ότι δεν ξέρει τι πρέπει να κάνει. Αυτή η ειλικρίνεια κάνει το βιβλίο πολύ πιο ανθρώπινο.

Κάτι ακόμη που κράτησα είναι η διαρκής υπενθύμιση ότι τα παιδιά δεν χρειάζονται έναν ατρόμητο ενήλικα. Χρειάζονται έναν άνθρωπο που να μπορεί να τους δείξει πως και οι δύσκολες στιγμές χωράνε μέσα στη σχέση. Πως η λύπη, ο φόβος και η απώλεια δεν είναι συναισθήματα που πρέπει να κρύβονται πίσω από μια κλειστή πόρτα. Είναι εμπειρίες που μπορούν να μοιραστούν. Και όταν μοιράζονται, γίνονται λίγο πιο ελαφριές.

Όταν έφτασα στον επίλογο, κατάλαβα ότι ο τίτλος του βιβλίου είχε αποκτήσει άλλο βάρος. Στην αρχή είχα διαβάσει το «Μαζί, ό,τι κι αν συμβεί» σαν μια όμορφη φράση. Στο τέλος το ένιωσα σαν υπόσχεση. Μια υπόσχεση που δεν αφορά μόνο τη σχέση γονιού και παιδιού, αλλά κάθε ανθρώπινη σχέση που αξίζει να κρατήσει μέσα στις δυσκολίες.

Δεν θα έλεγα ότι πρόκειται αποκλειστικά για ένα βιβλίο γονεϊκότητας. Είναι ένα βιβλίο για τη σύνδεση. Για τη σημασία του να υπάρχει κάποιος δίπλα σου όταν η ζωή γίνεται δύσκολη. Και ίσως αυτός να είναι ο λόγος που, τελικά, δεν απευθύνεται μόνο σε γονείς ή εκπαιδευτικούς. Απευθύνεται σε όλους όσοι κάποτε υπήρξαν παιδιά και εξακολουθούν, έστω και ασυναίσθητα, να αναζητούν έναν άνθρωπο που θα τους πει: «Έλα, πάμε μαζί. Ό,τι κι αν συμβεί.»

Λάβετε καθημερινά τα άρθρα μας στο e-mail σας

Σχετικά θέματα

Η δύναμη των βοτάνων: Φυσικές θεραπείες για καθημερινά προβλήματα
dentrolivano 1
3 φυτά εσωτερικού χώρου που βοηθούν στην απομάκρυνση της σκόνης
Μήπως γινόμαστε λιγότερο έξυπνοι; Το μυστήριο των εγκεφάλων που συρρικνώνονται

Πρόσφατα Άρθρα

Εναλλακτική Δράση