Η διαφορετικότητα ως καθρέφτης

Κάθε φορά που λέμε «διαφορετικός», είναι σαν να υπονοούμε ότι υπάρχει και ένας «κανονικός» – και κάπου εκεί αρχίζει το πρόβλημα.

Δεν είμαι σίγουρος πόσο εύκολο είναι να μιλήσουμε για τη διαφορετικότητα. Γιατί κάθε φορά που λέμε «διαφορετικός», είναι σαν να υπονοούμε ότι υπάρχει και ένας «κανονικός» – και κάπου εκεί αρχίζει το πρόβλημα. Ζούμε σε μια εποχή που τα παιδιά μεγαλώνουν ανάμεσα σε προσδοκίες για ομοιομορφία: να μοιάζουν, να προσαρμόζονται, να μην ξεχωρίζουν πολύ.

Η διαφορετικότητα, όμως, δεν είναι πρόβλημα προς διόρθωση αλλά μια ιστορία προς κατανόηση από όλους εμάς. Είναι ο τρόπος που ένα παιδί βλέπει τον κόσμο αλλιώς και γι’ αυτό έχει κάτι να μας διδάξει. Μέσα στις σχολικές αυλές, στα διαλείμματα και στις παρέες, η διαφορετικότητα πολλές φορές μετατρέπεται σε στόχο. Κι εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει περιέργεια, φυτρώνει τελικά ο φόβος. Γιατί και ο εκφοβισμός δεν γεννιέται από κακία, από φόβο γεννιέται. Από παιδιά που μαθαίνουν ότι για να νιώσουν δυνατά πρέπει να μικρύνουν κάποιον άλλο. Από γονείς και δασκάλους που, συχνά άθελά τους, φοβούνται κι αυτοί το διαφορετικό, γιατί δεν το γνώρισαν ποτέ ως ομορφιά. Η πρόληψη του εκφοβισμού λοιπόν προϋποθέτει κατανόηση του συναισθήματος. Είναι η στιγμή που σταματάς να ρωτάς «ποιος φταίει;» και αρχίζεις να ρωτάς «ποιος πονάει;» – αφού πίσω από κάθε παιδί που πληγώνει, υπάρχει συνήθως ένα παιδί που πονάει.

Advertisment

Η ενσυναίσθηση δεν είναι απλώς ένα μάθημα· είναι μια πράξη που αλλάζει τις ισορροπίες. Ένα παιδί που μαθαίνει να καταλαβαίνει πώς νιώθει ο άλλος, θα δυσκολευτεί πολύ να τον πληγώσει. Και ένα παιδί που βρίσκει χώρο να μιλήσει για τη δική του διαφορά, θα μάθει να σέβεται και τη διαφορά των άλλων. Στο σχολείο, η διαφορετικότητα δεν είναι απλώς μια έννοια, είναι στιγμές καθημερινές, και κάθε ιστορία είναι μια υπενθύμιση: ότι το παιδί που διαφέρει δεν χρειάζεται λύπηση, αλλά χώρο. Δεν ζητά οίκτο, ζητά το βλέμμα των άλλων. Και ότι το θεραπευτικό «μαζί» δεν είναι αυτό που τους κάνει όλους ίδιους, αλλά αυτό που χωράει όλες τις αποχρώσεις χωρίς να τις φοβάται.

Οι γονείς φοβούνται κι αυτοί πολλές φορές, μπορεί περισσότερο κι από τα παιδιά. Φοβούνται γιατί καλούνται να ικανοποιήσουν τη δική τους πορεία και συνέχεια ζωής, τις πεποιθήσεις που κουβαλούν από χρόνια, τα στερεότυπα του χθες με τα στερεότυπα του σήμερα και τον αμείλικτο κόσμο του διαδικτύου, όπου όλα μεγεθύνονται και η διαφορετικότητα θάβεται κάτω από τόνους τοξικών σχολίων ή το ακριβώς αντίθετο, από αποθέωση. Η αλήθεια του καθενός όμως βρίσκεται εκεί ανάμεσα και δεν αφορά τους άλλους, και σίγουρα δεν ζητά την άδεια των κοινωνικών δικτύων για να υπάρξει, να σταθεί στα πόδια της και να μιλήσει.

Η διαφορετικότητα είναι καθρέφτης. Μας δείχνει ποιοι είμαστε, όχι ποιον απορρίπτουμε. Και ίσως αυτό να είναι το βαθύτερο νόημα της εκπαίδευσης: να μαθαίνουμε να βλέπουμε τον άλλον χωρίς να τον μετράμε, να τον ακούμε χωρίς να τον κρίνουμε, να τον αγκαλιάζουμε χωρίς να τον αλλάζουμε.

Advertisment

Στο κεφάλαιο αυτό, θα δούμε ιστορίες που γεννήθηκαν μέσα από το βλέμμα εκείνων που ένιωσαν διαφορετικοί, αλλά και εκείνων που έμαθαν να βλέπουν αλλιώς. Ιστορίες συμφιλίωσης, αλλαγής, επανόρθωσης. Η Φρόσω στο θεραπευτικό δωμάτιο θα αγκαλιάσει ιστορίες ανθρώπων που ένιωθαν διαφορετικοί και αυτό τους πονούσε, αλλά και την ιστορία μιας δασκάλας που αναζητούσε βοήθεια για να στηρίξει τον «διαφορετικό» μαθητή της.

Και ίσως τελικά η ουσία της διαφορετικότητας να είναι ακριβώς αυτή: να μας θυμίζει ότι κανείς δεν είναι φτιαγμένος να χωρά μόνος του, αλλά να συνδέεται.

Μάριος

ΙΣΤΟΡΙΑ 1Η – ΜΑΡΙΟΣ

Ανοιχτή πόρτα

Αυτή τη χρονιά μου τη θυμάμαι ως ίσως την πιο δυσκολεμένη. Ήταν πριν από αρκετά χρόνια πια, σε μια Α´ Δημοτικού που τη θυμάμαι ακόμη σαν καταιγίδα και λιακάδα μαζί. Από εκείνες τις χρονιές που σε ωριμάζουν απότομα, γιατί σε φέρνουν αντιμέτωπο με όλα όσα νόμιζες πως ξέρεις για τα παιδιά, τους γονείς και τον ίδιο σου τον ρόλο. Είχα είκοσι πέντε παιδιά στο τμήμα και το καθένα από αυτά θα μπορούσε να είναι μέρος μιας ιστορίας του βιβλίου μας εδώ. Στην τάξη μου υπήρχε και ο Χρήστος, ένα αγόρι που δεν γινόταν να μην το προσέξεις. Όχι μόνο γιατί ήταν όμορφο, με μάτια έντονα γεμάτα περιέργεια, αλλά γιατί ήταν ένα αγόρι έντονο σε όλα του. Περισσότερο δραστήριο από την ηλικία του, περισσότερο ενημερωμένο από την τάξη για τη ζωή, περισσότερο ζωηρό απ’ όσο χωρούσαν τα σχολικά θρανία.

Οι γονείς του –οι δύο γυναίκες που τον μεγάλωναν με τόση αγάπη– είχαν από την πρώτη στιγμή μια ιδιαίτερη αγωνία: να γίνει αποδεκτός. Ο Χρήστος ήταν υιοθετημένος, αλλά δεν ήθελαν να είναι αυτό που θα έβλεπαν πρώτα οι άλλοι σ’ εκείνον. Τον αποκαλούσαν «το παιδί της καρδιάς μας» – μια φράση που με συγκινούσε κάθε φορά που την άκουγα, γιατί κουβαλούσε τόση τρυφερότητα και θεωρώ ότι αντιπροσωπεύει πάρα πολλούς ανθρώπους που επέλεξαν να γίνουν γονείς και κίνησαν γη και ουρανό για να το καταφέρουν. Το αγόρι το ίδιο γνώριζε ότι ήταν υιοθετημένο, καθώς η ψυχολόγος που επισκέφτηκαν οι μαμάδες τις συμβούλευσε ότι είναι καλύτερο το παιδί να γνωρίζει από μικρή ηλικία τόσες πληροφορίες όσες χρειάζεται. Το αγόρι ήταν χαρούμενο, έδειχνε μεγάλη σιγουριά.

Ένιωθα όμως ότι οι μαμάδες ήταν ιδιαίτερα επιφυλακτικές με την κοινωνία γύρω τους και γύρω από το παιδί. Αντιλαμβανόμουν την αδιόρατη σκιά του φόβου· μην τυχόν και τον πληγώσει κάποιος με μια λέξη. Μια κοροϊδία. Ένα σχόλιο. Η αγωνία τους ήταν τόσο έντονη, που ίσως αυτή τις οδήγησε στο να τον μεγαλώσουν τόσο μαχητικό, δεν άφηναν κουβέντα να πέσει κάτω, λες και ήταν μονίμως σε επίθεση, για να μην του επιτεθούν οι άλλοι πρώτοι. Η καλύτερη άμυνα, όπως λέει και η φράση.

Ο Χρήστος ήταν ένα παιδί γεμάτο ενέργεια – τόση που δεν ήξερε πού να την εκτονώσει. Πηδούσε, σκαρφάλωνε στα δέντρα της αυλής, φώναζε σε σημείο να γυρίζουν όλοι να τον κοιτάζουν, χτυπιόταν όταν δεν του άρεσε κάτι, δεν δεχόταν το όχι ή την παρατήρηση, αντιμιλούσε με τρόπο που σε έκανε να αναρωτιέσαι πώς χωρούσε τόσο πάθος σε τέτοιο μικρό σώμα. Κάποια στιγμή, θυμάμαι, είχε κατεβάσει το παντελόνι του στην αυλή και είχε δείξει τα οπίσθιά του στα παιδιά που τον μάλωναν – μια εικόνα τόσο απρόβλεπτη που για λίγα δευτερόλεπτα κανείς δεν ήξερε πώς να αντιδράσει.

Μετά, φυσικά, ακολούθησε χαμός. Εμένα με έπιασε το γνωστό εκείνο μείγμα: ντροπή, αμηχανία, και μια αίσθηση ότι κάτι βαθύτερο κρύβεται πίσω από τη συμπεριφορά. Ήταν ένα αγόρι που δεν ήξερα πώς να διαχειριστώ, σίγουρα σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα είκοσι τέσσερα παιδιά της τάξης ένιωθα ότι δεν είχα τον έλεγχο και χρειαζόμουν βοήθεια. Στον σύλλογο διδασκόντων ο Χρήστος ήταν συνεχές θέμα συζήτησης και ψάχναμε όλοι τρόπους διαχείρισης. Ο πρώτος τρόπος βέβαια είναι πάντα ο προφανής: συνεργασία με τους γονείς για κοινή αντιμετώπιση. Οι συζητήσεις με τις δύο μητέρες του, όμως, ήταν δύσκολες από την πρώτη μέρα. Όχι γιατί δεν αγαπούσαν το παιδί – το αντίθετο. Η αγάπη τους ήταν τόσο μεγάλη, τόσο προστατευτική, τόσο εμποτισμένη από φόβο και αμυντικότητα, που τις έκανε να αρνούνται κάθε πιθανότητα δυσκολίας. Όταν τους περιέγραφα τι συνέβαινε στο σχολείο, αντιδρούσαν σαν να αμφισβητούσα την αξία της οικογένειάς τους. «Όλα τα παιδιά κάνουν έτσι», έλεγαν. «Ε, τώρα… παιδιά είναι».

Όταν τους εξηγούσα πως όχι, δεν κάνουν όλα τα παιδιά έτσι, πως εδώ είχαμε κάτι πιο επίμονο, πιο διαρκές, πιο απαιτητικό, έβλεπα το βλέμμα τους να σκληραίνει μέσα σε ένα δευτερόλεπτο. Με κατηγόρησαν εξαρχής ότι είχα στοχοποιήσει το παιδί επειδή είναι υιοθετημένο, ότι όλοι τα είχαν βάλει μαζί του επειδή ήταν το εύκολο θύμα. Ήταν πολύ στενόχωρο να ακούω τέτοια λόγια, έχοντας προηγουμένως αφιερώσει ώρες από την κάθε μου μέρα ψάχνοντας τρόπο να βοηθήσω και το παιδί και την τάξη. Ένιωσα πολύ αδικημένος. Και είχα πλέον καταλάβει πως η μεγαλύτερη δυσκολία δεν ήταν ο Χρήστος. Ήταν ο φόβος των γονιών του. Ένας φόβος που είχε ρίζες στην κοινωνία, στην ντροπή, στη μυστικότητα με την οποία έπρεπε –ή νόμιζαν πως έπρεπε– να κουβαλούν στη ζωή τους.

Είχαν αποφασίσει πως στη γειτονιά χρειαζόταν να εμφανίζονται σαν «μαμά» και «φίλη που μένει μαζί μας», δυο ρόλοι που τις βοηθούσαν να προστατευτούν από την κακία των άλλων. Ζούσαν στο ίδιο σπίτι, μεγάλωναν μαζί το παιδί, αλλά δεν τολμούσαν να παραδεχτούν ούτε στον εαυτό τους ότι ήταν οικογένεια. Και αυτό τις έκανε υπερβολικά ευάλωτες.

Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο Μαζί ό,τι κι αν συμβεί της Φρόσως Φωτεινάκη και του Μάριου Μάζαρη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα

Λάβετε καθημερινά τα άρθρα μας στο e-mail σας

Σχετικά θέματα

stargazing
Είμαστε ποτέ μόνοι; Ή μήπως κουβαλάμε όλα τα βάρη του χθες;
Δεν υπάρχει άνθρωπος χωρίς ιστορία και καμία ιστορία δεν είναι απογυμνωμένη από τις ιστορίες των ανθρώπων που τον αφορούν
elina-giachali

Πρόσφατα Άρθρα

Εναλλακτική Δράση