Υπάρχει μια πολύ συγκεκριμένη στιγμή που σχεδον όλοι έχουμε ζήσει. Ανοίγεις το ψυγείο βράδυ, χωρίς να πεινάς πραγματικά, και κάνεις εκείνο το μικρό παζάρι με τον εαυτό σου. «Από Δευτέρα θα προσέχω». «Αυτό είναι το τελευταίο γλυκό». «Δεν έχω πειθαρχία». Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε τύψεις και υποσχέσεις, συνειδητοποιείς ότι τελικά το φαγητό δεν είναι ποτέ μόνο φαγητό.
Αυτό ακριβώς ένιωσα διαβάζοντας το “F@ck the Diet” του Βασίλειου Κατσίλα. Όχι ότι κρατούσα στα χέρια μου άλλο ένα βιβλίο διατροφής — έχουμε γεμίσει από αυτά. Ένιωσα περισσότερο σαν να ακούω κάποιον να προσπαθεί επιτέλους να σπάσει εκείνη τη μόνιμη, κουραστική φωνή που μας λέει ότι πρέπει διαρκώς να διορθώσουμε το σώμα μας για να αξίζουμε λίγο περισσότερο.
Advertisment
Και ξέρετε κάτι; Είναι σχεδόν ανακουφιστικό όταν ένα βιβλίο δεν προσπαθεί να σε τρομάξει.

Δεν σου κουνάει το δάχτυλο. Δεν σε κάνει να νιώθεις αποτυχημένος επειδή έφαγες πίτσα ένα βράδυ ή επειδή δεν άντεξες άλλη μία εξαντλητική δίαιτα. Αντίθετα, μοιάζει να σου λέει: «Κάτσε λίγο. Μήπως έχεις κουραστεί να πολεμάς τον εαυτό σου;».
Αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι ότι το βιβλίο δεν αντιμετωπίζει τη διατροφή σαν μαθηματική εξίσωση. Δεν είναι θερμίδες “μέσα-έξω”, ούτε ένας στρατός από “μη” και “πρέπει”. Ο συγγραφέας μιλά περισσότερο για τη σχέση μας με το φαγητό, με το σώμα, με την εικόνα μας, με εκείνη τη βαθιά ανάγκη να γίνουμε αποδεκτοί. Και κάπου εκεί, χωρίς να το καταλάβεις, η συζήτηση ξεφεύγει από τα πιάτα και φτάνει κατευθείαν στις ανασφάλειες.
Advertisment
Διαβάζοντάς το, θυμήθηκα όλες εκείνες τις εποχές που οι δίαιτες είχαν γίνει σχεδόν συλλογικό χόμπι. Εκείνα τα τραπέζια όπου όλοι έλεγαν «εγώ δεν τρώω ψωμί», «εγώ κόβω τη ζάχαρη», «εγώ κάνω αποτοξίνωση». Σαν να βρισκόμασταν μόνιμα σε κάποιο reality επιβίωσης με έπαθλο την αποδοχή.
Το “F@ck the Diet” έρχεται και τα γκρεμίζει αυτά χωρίς υπερβολικές επαναστάσεις και χωρίς ψεύτικη επαναστατικότητα του Instagram τύπου «αγάπα τον εαυτό σου» γραμμένο πάνω από ηλιοβασίλεμα. Έχει κάτι πιο ανθρώπινο. Παραδέχεται ότι η σχέση με το σώμα είναι δύσκολη. Ότι οι ανασφάλειες δεν εξαφανίζονται μέσα σε μια νύχτα. Ότι πολλές φορές δεν τρως επειδή πεινάς αλλά επειδή είσαι κουρασμένος, αγχωμένος, θυμωμένος ή απλώς επειδή θες να νιώσεις λίγο καλύτερα.
Και ειλικρινά, αυτή η παραδοχή ήταν ίσως το πιο δυνατό σημείο του βιβλίου.
Μου άρεσε επίσης ότι δεν προσπαθεί να παρουσιαστεί σαν ο απόλυτος οδηγός ζωής. Δεν έχει εκείνη τη βαριά αυτοπεποίθηση των βιβλίων που υπόσχονται ότι “σε 30 μέρες θα αλλάξεις”. Αντίθετα, αφήνει χώρο στον αναγνώστη να αναπνεύσει. Να σκεφτεί. Να παρατηρήσει τον εαυτό του χωρίς να τον δικάσει συνεχώς.
Υπάρχει μάλιστα μια αίσθηση ότι πίσω από τις σελίδες κρύβονται πραγματικοί άνθρωποι. Άνθρωποι που κουράστηκαν να μετράνε μπουκιές, να φοβούνται τη ζυγαριά και να νιώθουν ενοχές επειδή έφαγαν “παραπάνω”. Και αυτό κάνει το βιβλίο να μοιάζει περισσότερο με συζήτηση παρά με διάλεξη.
Σε αρκετά σημεία έπιασα τον εαυτό μου να σταματά την ανάγνωση και να σκέφτεται πόσο παράξενο είναι που μεγαλώσαμε πιστεύοντας ότι η αξία μας συνδέεται τόσο εύκολα με το σώμα μας. Ότι ένα νούμερο μπορεί να επηρεάζει τη διάθεσή μας για ολόκληρη μέρα. Ότι τόσοι άνθρωποι έχουν μάθει να μιλούν στον εαυτό τους με τρόπο που δεν θα μιλούσαν ποτέ ούτε στον χειρότερό τους εχθρό.
Και κάπου εκεί το βιβλίο πετυχαίνει κάτι πολύ δύσκολο: μετατρέπει τη διατροφή από πεδίο μάχης σε πεδίο κατανόησης.
Δεν ξέρω αν το “F@ck the Diet” θα αλλάξει τη ζωή κάποιου μέσα σε ένα βράδυ. Αυτές οι μεγάλες υποσχέσεις συνήθως με κάνουν καχύποπτο έτσι κι αλλιώς. Ξέρω όμως ότι είναι από εκείνα τα βιβλία που μπορούν να σου αλλάξουν τον τρόπο που μιλάς στον εαυτό σου. Και αυτό, τελικά, ίσως είναι πιο σημαντικό από οποιαδήποτε δίαιτα.
Γιατί όταν κλείνεις το βιβλίο, δεν μένει η αίσθηση ότι πρέπει να μικρύνεις το σώμα σου. Μένει περισσότερο η ανάγκη να μικρύνεις λίγη από τη σκληρότητα που κουβαλάς απέναντι στον εαυτό σου.
Και μεταξύ μας; Αυτό μοιάζει πολύ πιο δύσκολο. Αλλά και πολύ πιο αληθινό.

































