Η λέξη αγάπη αποτελεί μια από τις πιο δημοφιλείς λέξεις στον κόσμο και η κατανόησή της είναι ζωτικής σημασίας για τους ανθρώπους. Παρόλα αυτά, εν έτη 2016 δεν υπάρχει ένας ευρέως, κοινά αποδεκτός ορισμός, καθώς η ερμηνεία της είναι υποκειμενική.

Ο Carl Rogers, Αμερικανός ψυχολόγος και εμπνευστής της ανθρωπιστικής προσέγγισης στη ψυχολογία, ανέφερε ότι όλοι οι άνθρωποι είναι μοναδικά όντα και λειτουργούν εντός ενός υποκειμενικού πλαισίου αναφοράς. Οι εμπειρίες των ατόμων ποικίλουν, ενώ το νόημα που αποδίδουν στις ρομαντικές τους σχέσεις, καθώς και ο τρόπος που τις βιώνουν διαφέρει, με συνέπεια να διαφοροποιείται και ο βαθμός ικανοποίησής τους από αυτήν.

Η μελέτη που ασχολείται με τις ρομαντικές σχέσεις δεν είναι καινούργιο φαινόμενο αφού στις αρχές του 20ου αιώνα αναπτύχθηκε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την κατανόηση της έννοιας της αγάπης και αρκετοί ανθρωπολόγοι εστιάστηκαν σε αυτή ερευνώντας διάφορα πολιτισμικά πλαίσια. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες όμως, ο κλάδος της κοινωνικής ψυχολογίας άρχισε να συνδυάζει τις ρομαντικές σχέσεις αγάπης που αναπτύσσονται στην ενήλικη ζωή με την αναπτυξιακή θεώρηση και τη φύση της σχέσης γονέα-παιδιού. Ειδικότερα, από το 1980 και μετά, αρκετοί ήταν οι ερευνητές που άρχισαν να μελετούν τις στενές, ρομαντικές σχέσεις και να προσπαθούν να απαντήσουν στα ερωτήματα: ‘Τι σημαίνει να αγαπάς κάποιον/α;’ ή ‘Τι επιφέρει ικανοποίηση στα μέλη ενός ζεύγους που διατηρούν ρομαντική σχέση;’.

Η θεωρία της προσκόλλησης (attachment theory) του Bowlby (1973), πρεσβεύει ότι η συμπεριφορά των ατόμων στις σχέσεις που αναπτύσσουν στην ενήλικη τους ζωή, επηρεάζεται σημαντικά από τις εμπειρίες προσκόλλησης που είχαν στα πρώτα στάδια της ζωής τους με τους γονείς ή τους σημαντικούς άλλους. Επομένως, οι δεσμοί που είχαν τα άτομα στην παιδική τους ηλικία επηρεάζουν τις σχέσεις που δημιουργούν στην ενήλικη τους ζωή.

Συγκεκριμένα, τα παιδιά μέσω της αλληλεπίδρασης τους με τους φροντιστές, αναπτύσσουν σύμφωνα με τον Bowlby ένα εσωτερικό μοντέλο, το οποίο αποτελείται από τις εμπειρίες που βίωσαν στο παρελθόν και περιέχει τις προσδοκίες τους σχετικά με το αν ο φροντιστής είναι άτομο που νοιάζεται και εάν ο εαυτός τους είναι άξιο άτομο προσοχής. Συνεπώς, το μοντέλο αυτό χρησιμεύει ως ένας οδηγός για τις προσδοκίες και συμπεριφορές των ατόμων στις μελλοντικές τους σχέσεις.

Εμπειρικά δεδομένα που εφάρμοσαν τη θεώρηση του Bowlby για την προσκόλληση και διερεύνησαν την προσκόλληση στις ενήλικες, ρομαντικές σχέσεις, επισημαίνουν ότι η αγάπη μπορεί να γίνει αντιληπτή ως μια τέτοια διαδικασία προσκόλλησης. Οι Bartholomew & Horowitz (1991) αναφέρουν ότι η προσκόλληση που συντελείται κατά τις ρομαντικές σχέσεις έχει θετική ή αρνητική δομή σε σχέση με τον εαυτό και χωρίζεται σε 4 τύπους: τον ασφαλή, τον προκατειλημμένο, τον φοβισμένο και τον απορριπτικό.

Άτομα με ασφαλή τύπο προσκόλλησης, έχουν ένα εσωτερικευμένο, θετικό μοντέλο για τον εαυτό τους και τους άλλους και είναι άνετοι με την οικειότητα και την αυτονομία. Αντίθετα, άτομα με προκατειλημμένο τύπο προσκόλλησης έχουν εσωτερικευμένο ένα αρνητικό μοντέλο εαυτού και ένα θετικό μοντέλο για τους άλλους, έτσι αγωνίζονται για να κερδίσουν την αυτό-αποδοχή μέσω της αποδοχής από τους άλλους.

Τα άτομα με φοβισμένο τύπο προσκόλλησης έχουν εσωτερικευμένο ένα αρνητικό μοντέλο για τον εαυτό τους και τους άλλους, αναμένουν ότι οι άλλοι θα τους απορρίψουν, αποφεύγουν την οικειότητα και είναι κοινωνικά αποφευκτικοί. Τέλος, άτομα με απορριπτικό τύπο προσκόλλησης έχουν ένα εσωτερικευμένο, θετικό μοντέλο εαυτού και αρνητικό μοντέλο για τους άλλους και τείνουν να αποφεύγουν τις στενές σχέσεις στη προσπάθεια τους να διατηρήσουν την ανεξαρτησία τους.

Σύμφωνα και με άλλα ερευνητικά δεδομένα, οι ενήλικες με ασφαλή τύπο προσκόλλησης μπορούν πιο εύκολα να συνδεθούν συναισθηματικά με άλλα άτομα και να απολαύσουν στοργικές και μακροχρόνιες σχέσεις. Αντίθετα, άτομα με προκατειλημμένο τύπο τείνουν να ερωτεύονται εύκολα αλλά οι σχέσεις τους χαρακτηρίζονται από συναισθηματικές διακυμάνσεις και είναι δυστυχισμένοι. Επίσης, άτομα με φοβισμένο τύπο προσκόλλησης αναφέρουν ψηλά επίπεδα δυσφορίας για να συνδεθούν με το ταίρι τους και έχουν δυσκολίες στο να αποκαλύψουν πτυχές του εαυτού τους.

Ο κεντρικός στόχος της προσκόλλησης είναι να παρέχει μια ασφαλή βάση μέσα από την οποία ο καθένας να έχει τη δυνατότητα να εξερευνεί τον κόσμο. Η Carole Pistole, επικεφαλής ερευνήτρια της θεωρίας προσκόλλησης για τους ενήλικες στο Πανεπιστήμιο Purdue στην Αμερική, υπογραμμίζει ότι η θεραπευτική σχέση, δηλαδή η σχέση μεταξύ ψυχολόγου και πελάτη, έχει μια τέτοια δομή. Αυτό διότι μέσα από τη θεραπευτική αλληλεπίδραση γίνεται προσπάθεια εδραίωσης ασφαλών συνθηκών, με στόχο το άτομο να κατανοήσει καλύτερα τον ίδιο του τον εαυτό.

Συγκεκριμένα, μέσω της θεραπευτικής σχέσης κάθε άτομο έχει την ευχέρεια να συνειδητοποιήσει το δικό του ατομικό στυλ προσκόλλησης, να κατανοήσει καλύτερα τις συμπεριφορές που υιοθετεί στη ρομαντική του σχέση και σχετίζονται με αυτό και να αντιληφθεί ότι το επίπεδο ικανοποίησης ή μη που βιώνει στη σχέση του επηρεάζεται από το στυλ προσκόλλησής του.

Καταληκτικά, αξίζει να επισημανθεί πως η κάθε σχέση είναι μοναδική, όπως και η κάθε ανθρώπινη οντότητα. Έτσι, προκειμένου να επέλθουν οι όποιες αλλαγές στη ρομαντική σχέση μεταξύ δύο ατόμων, χρειάζεται αρχικά τα μέλη να συνειδητοποιήσουν ο καθένας το δικό του ατομικό στυλ προσκόλλησης. Ακόμα, να αναγνωρίσουν ποιοι παράγοντες επηρεάζουν την ικανοποίηση που βιώνουν από τη σχέση τους και εν τέλει να συνειδητοποιήσουν ότι και οι δύο σύντροφοι συμβάλλουν εξίσου στη δημιουργία και διατήρηση της ρομαντικής τους σχέσης, καθώς και του βαθμού ικανοποίησης που λαμβάνουν από αυτή.

Ρεβέκκα Μούγη – Εκπαιδευόμενη Κλινική Ψυχολόγος, Πανεπιστήμιο Κύπρου

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε