«Όταν η βάρκα της ψυχής λύνει τα σκοινιά της…»

Τα σκοινιά της βάρκας μου αρχίσουν να λύνονται. Τόσο καιρό μόνη, παρατημένη, νόμιζε ότι το ταξίδι θα ήταν ανέφικτο. Είχε αρχίσει να σκουριάζει, να ξεθωριάζουν τα χρώματα της. Εκείνη που ήξερε να αρμενίζει στους ωκεανούς, να τρέφεται με την αλμύρα της θάλασσας και το γαλάζιο του ουρανού, ξαφνικά βρέθηκε αγκυροβολημένη σε μια στεριά. Στο δικό σου νησί. Στην αρχή γοητεύτηκε από την ομορφιά του τοπίου και τα λιβάδια που απλωνόταν μπροστά, μέχρι εκεί που δεν φτάνει ανθρώπου μάτι.

Παρασύρθηκε και νόμιζε ότι έφτασε η ώρα να σταματήσει να ταξιδεύει. Πόσο ανόητη ήταν; Τα ταξίδια και τη περιπλάνηση ακόμα και όταν βρίσκεις το ιδανικό λιμάνι δεν τα σταματάς ποτέ. Είναι σαν να σταματάς να αναπνέεις και έτσι αργοπεθαίνεις. Ό,τι αγαπάει κανείς πολύ δεν χρειάζεται να το σταματάει ποτέ. Ούτε στο όνομα του πιο μεγάλου έρωτα. Αν κάποιος μας αγαπάει πολύ, μας αφήνει να ανθίζουμε, να γινόμαστε ένα υπέροχο λουλούδι στον κήπο του, δεν κόβει τα φύλλα και τους ανθούς μας.

Δεν μου ζήτησες να αγκυροβολήσω στις ακτές σου. Μόνη μου το επέλεξα και μόνη μου έδεσα με χοντρά σκοινιά την βάρκα μου. Την ψυχή μου όμως έδεσα. Την έκλεισα βαθιά σε ένα σεντούκι ξύλινο που μέρα με την μέρα την πίεζε πιο πολύ. Ωσότου δεν άντεξε κρυμμένη. Αποφάσισε ότι είναι ώρα να σαλπάρει.

Αν την αγαπάς, θα βρεις τον τρόπο να σε πάρει στο ταξίδι της. Αλλιώς θα μείνεις στις ακτές σου, να κουνάς το μαντήλι του αποχωρισμού. Με μια δόση πίκρας στα χείλη, εκείνης που έχουν οι άνθρωποι που όταν βρέθηκαν μπροστά στο βάζο με το γλυκό κεράσι προτίμησαν να το αγνοήσουν. Αρνήθηκαν να το δαγκώσουν και να το γευτούν. Να έχουν για πάντα δική τους τη γεύση του.

Αλλά αρκέστηκαν απλά να το δοκιμάσουν και με το πρόσχημα ότι μπορεί να τους παχύνει το άφησαν αν και το ήθελαν πολύ. Αυτό το ανικανοποίητο για πάντα θα τους κατατρέχει στην ζωή τους. Αν είχαν ακούσει την καρδιά τους, αν είχαν κάνει αλλιώς τα πράγματα; Αν είχαν παρασυρθεί από την ίδια τη ζωή; Δεν ξέρω τελικά τι τους κρατάει πίσω. Ο φόβος του να δοκιμάζουν; Η ανασφάλεια του καινούργιου; Ή η σιγουριά που μέχρι τώρα έχουν επιλέξει;

Μόνο που πάντα στην ζωή έρχεται και η ώρα των επιλογών. Εκείνων που ο καθένας μας καλείται να κάνει με τα μάτια στραμμένα στην ψυχή του. Γιατί μόνο εκείνη ξέρει τι επιθυμούμε πραγματικά. Αν την ακούσουμε μπορεί να μας οδηγήσει σε μέρη που ούτε καν είχαμε ονειρευτεί ότι υπάρχουν. Γιατί πολλές φορές όντας ακόλουθοι των πρέπει και των κοινωνικών επιταγών βάζουμε φρένο ακόμα και στα όνειρα μας. Μέχρι εκεί ελέγχουμε τον εαυτό μας και δεν τον αφήνουμε να ζήσει.

Αν το θέλουμε όμως πολύ, ας βγούμε έξω στην βροχή, να χορέψουμε και ας κρυώσουμε. Το σώμα προσωρινά θα παγώσει. Η ψυχή μας όμως είναι ζεστή γιατί απλά ξεχειλίζει από χαρά. Έχει ανοίξει το κουτί της ευτυχίας και αυτό την ανταμείβει πλουσιοπάροχα.

Συγγραφέας Μαρία Μουδάτσου

Η Μαρία Μουδάτσου είναι κοινωνική λειτουργός – οικογενειακή θεραπεύτρια (μέλος EFTA, ΕΛΕΣΥΘ) και ασχολείται με τη ψυχική υγεία στο Ηράκλειο της Κρήτης. Παράλληλα δουλεύει ως Εργαστηριακός Συνεργάτης στο τμήμα Κοινωνικής Εργασίας του ΑΤΕΙ Κρήτης. Είναι Διδάκτορας Επιστημών Υγείας (Ιατρική Σχολή) του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Δείτε όλα τα άρθρα

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε