Όλοι έχουμε δημιουργήσει τις δικές μας προσωπικές ιστορίες, που χαρακτηρίζονται από καλές και από άσχημες στιγμές, που τις μοιραζόμαστε με τον κόσμο- και μπορούμε να τις διαμορφώσουμε έτσι ώστε να ζούμε με περισσότερο νόημα και σκοπό.

Είμαστε όλοι αφηγητές, όλοι αφοσιωμένοι, όπως το θέτει η ανθρωπολόγος Mary Catherine Bateson, σε μια «πράξη δημιουργίας» της « σύνθεσης της ζωής μας». Κι όμως, σε αντίθεση με τις περισσότερες ιστορίες που έχουμε ακούσει, η ζωή μας δεν ακολουθεί μια προκαθορισμένη πορεία. Οι ταυτότητες και οι εμπειρίες μας συνεχώς μεταβάλλονται και η αφήγηση είναι το εργαλείο που χρησιμοποιούμε για να βρούμε το νόημα αυτών. Παίρνοντας τα διάσπαρτα κομμάτια της ζωής μας και ενώνοντάς τα σε μια αφήγηση, δημιουργούμε ένα ενοποιημένο όλον που μας επιτρέπει να κατανοήσουμε τη ζωή μας ως κάτι συνεκτικό- και η συνεκτικότητα, λένε οι ψυχολόγοι, αποτελεί μια βασική πηγή νοήματος.

Ο ψυχολόγος Dan McAdams από το Πανεπιστήμιο του Northwestern είναι ειδικός στην έννοια που εκείνος ονομάζει «αφηγηματική ταυτότητα». Ο McAdams περιγράφει την αφηγηματική ταυτότητα ως μια εσωτερικευμένη ιστορία που δημιουργούμε για τον εαυτό μας- ο δικός μας προσωπικός μύθος. Όπως οι μύθοι, έτσι και η αφηγηματική ταυτότητα περιέχει ήρωες και κακούς που μας βοηθούν ή μας εμποδίζουν, κύρια γεγονότα που καθορίζουν την πλοκή, προκλήσεις που ξεπερνάμε και ταλαιπωρίες που αντέχουμε. Όταν θέλουμε οι άνθρωποι να μας καταλάβουν, μοιραζόμαστε τις ιστορίες μας ή κάποια κομμάτια τους μαζί τους• όταν θέλουμε να μάθουμε ποιο είναι το άλλο άτομο, του ζητάμε να μοιραστεί μαζί μας κάποιο μέρος της δικής του ιστορίας.

Η ιστορία της ζωής μας δεν εξαντλεί όλα όσα έχουν συμβεί. Το αντίθετο μάλιστα, ο McAdams ισχυρίζεται ότι κάνουμε «αφηγηματικές επιλογές». Οι ιστορίες μας τείνουν να εστιάζουν στα πιο συναρπαστικά γεγονότα, καλά και κακά, επειδή εκείνες είναι οι εμπειρίες που χρειαζόμαστε για να βγάλουμε νόημα και για να μας διαμορφώσουν. Αλλά οι ερμηνείες μας μπορεί να διαφέρουν. Για παράδειγμα, για ένα άτομο μια παιδική εμπειρία όπως το να μάθει να κολυμπά με το να το πετάει ο γονιός του στο νερό, μπορεί να εξηγεί την πλευρά του εαυτού του ως ανθρώπου που παίρνει ρίσκα. Για κάποιον άλλο, αυτή η εμπειρία μπορεί να εξηγεί το γιατί μισεί τα καράβια και δεν εμπιστεύεται τους εκπροσώπους της εξουσίας. Ένας τρίτος μπορεί να αποκλείσει αυτή την εμπειρία από την ιστορία της ζωής του, θεωρώντας τη ανούσια.

Ο McAdams μελετά την αφηγηματική ταυτότητα για πάνω από 30 χρόνια. Στις συνεντεύξεις του, ζητά από τα ερευνητικά του υποκείμενα να διαχωρίσουν τη ζωή τους σε κεφάλαια και να διηγηθούν βασικές σκηνές, όπως μια θετική εμπειρία, μια δυσάρεστη, μια μεταβατική στιγμή ή μια πρώιμη μνήμη. Ενθαρρύνει τους συμμετέχοντες να σκεφτούν τις προσωπικές τους πεποιθήσεις και αξίες. Στο τέλος, τους ζητά να αναλογιστούν πάνω στη κεντρική θεματική της ιστορίας τους. Έχει ανακαλύψει ενδιαφέροντα μοτίβα για το πώς οι άνθρωποι που ζουν ζωές με νόημα αντιλαμβάνονται και ερμηνεύουν τις εμπειρίες τους. Οι άνθρωποι που κινητοποιούνται με το να συνεισφέρουν στην κοινωνία και στις μελλοντικές γενιές, βρήκε ότι είναι πιθανότερο να διηγούνται «λυτρωτικές» ιστορίες για τη ζωή τους ή ιστορίες που μεταμορφώνονται από κακές σε καλές.

Υπήρξε ένας άνδρας, ο οποίος μεγάλωσε μέσα σε απόλυτη φτώχεια, αλλά είπε στον McAdams ότι οι σκληρές συνθήκες έφεραν πιο κοντά εκείνον και την οικογένειά του. Υπήρξε και μια γυναίκα, η οποία του ανέφερε ότι η φροντίδα ενός κοντινού φίλου, καθώς εκείνος πέθαινε, ήταν γι’ αυτή μια οδυνηρή εμπειρία, αλλά τελικά ανανέωσε την αφοσίωσή της στο επάγγελμα που θα εγκατέλειπε, την νοσηλευτική. Αυτοί οι άνθρωποι αξιολογούν τη ζωή τους ως πιο σημαντική και γεμάτη νόημα σε σύγκριση με εκείνους που διηγούνται ιστορίες που δεν περιέχουν «λυτρωτικά» γεγονότα ή ακολουθίες.

Το αντίθετο μιας λυτρωτικής ιστορίας είναι αυτό που ο McAdams αποκαλεί «μολυσματική ιστορία», κατά την οποία οι άνθρωποι ερμηνεύουν τη ζωή τους ως μια πορεία από το καλό στο κακό. Μια γυναίκα του διηγήθηκε την ιστορία της γέννησης του παιδιού της, ένα ευχάριστο γεγονός, αλλά κατάληξε στο θάνατο του πατέρα του μωρού, που δολοφονήθηκε τρία χρόνια μετά. Η χαρά της γέννησης του παιδιού της επικαλύφθηκε από την τραγωδία. Οι άνθρωποι που διηγούνται «μολυσματικές ιστορίες», ανακάλυψε ο McAdams, είναι λιγότερο «παραγωγικοί» ή λιγότερο κινητοποιημένοι να προσφέρουν στην κοινωνία και στις νεότερες γενιές. Έχουν επίσης την τάση να είναι πιο αγχωτικοί και καταθλιπτικοί και νιώθουν ότι η ζωή τους είναι λιγότερο συνεκτική σε σύγκριση με όσους αφηγούνται λυτρωτικές ιστορίες.

Οι λυτρωτικές και μολυσματικές ιστορίες είναι απλά δύο είδη ιστοριών που υφαίνουμε. Ο McAdams έχει ανακαλύψει ότι πίσω από τις ιστορίες της λύτρωσης, οι άνθρωποι που πιστεύουν ότι η ζωή τους έχει νόημα τείνουν να λένε ιστορίες, που καθορίζονται από εξέλιξη, επικοινωνία και δράση. Αυτές οι ιστορίες επιτρέπουν στα άτομα να κατασκευάζουν μια θετική ταυτότητα: έχουν τον έλεγχο της ζωής τους, αγαπιούνται, προοδεύουν και όποια εμπόδια συναντούν ξεπερνιούνται με καλά τελικά αποτελέσματα.

Μία από τις σπουδαιότερες συνεισφορές της ψυχολογίας και της ψυχοθεραπείας είναι η ιδέα ότι μπορούμε να επιμεληθούμε, να αναθεωρήσουμε και να επανερμηνεύσουμε τις ιστορίες που διηγούμαστε για τη ζωή μας, ακόμα και αν περιοριζόμαστε από τα γεγονότα. Η δουλειά ενός ψυχοθεραπευτή είναι να εργαστεί με τους θεραπευόμενούς του, ώστε να ξαναγράψουν την ιστορία τους με θετικότερο τρόπο. Μέσα από την επιμέλεια και την επανερμηνεία της ιστορίας του με τον ψυχοθεραπευτή, ο θεραπευόμενος μπορεί να συνειδητοποιήσει τελικά ότι έχει τον έλεγχο της ζωής του και ότι υπάρχει κάποιο ξεκάθαρο νόημα που αναδύεται μέσα από τις δυσκολίες που έχει περάσει. Μια αναθεώρηση της επιστημονικής βιβλιογραφίας έχει αποδείξει ότι αυτή η μορφή θεραπείας είναι το ίδιο αποτελεσματική, όσο τα αντικαταθλιπτικά ή η γνωσιακή- συμπεριφοριστική θεραπεία.

Ακόμα και η αλλαγή μιας μικρότερης ιστορίας μπορεί να έχει μεγάλη επίδραση στη ζωή μας. Αυτό συμπέραναν οι Adam Grant και Jane Dutton σε έρευνα δημοσιευμένη το 2012. Οι ερευνητές ζήτησαν από εργαζόμενους σε ένα τηλεφωνικό κέντρο εράνων να κρατήσουν ημερολόγιο για τέσσερις συνεχόμενες μέρες. Στη μία συνθήκη, οι ερευνητές ζήτησαν από τους εργαζόμενους να καταγράψουν την τελευταία φορά που ένας συνάδελφος έκανε κάτι γι’ αυτούς και τους ενέπνευσε ευγνωμοσύνη. Στη δεύτερη συνθήκη, ζήτησαν από τους συμμετέχοντες να καταγράψουν μία φορά που εκείνοι βοήθησαν κάποιον στη δουλειά.

Οι ερευνητές ήθελαν να μάθουν ποιο είδος ιστορίας θα έκανε τα ερευνητικά υποκείμενα να γίνουν πιο γενναιόδωρα. Για να το καταλάβουν, έλεγξαν τις καταγραφές των τηλεφωνημάτων. Καθώς οι εργαζόμενοι πληρώνονταν ανάλογα με τα τηλεφωνήματα, οι ερευνητές σκέφτηκαν ότι ο αριθμός των τηλεφωνημάτων που έκαναν κατά τη διάρκεια της βάρδιάς τους θα αποτελούσε έναν καλό δείκτη φιλοκοινωνικής συμπεριφοράς με διάθεση προσφοράς και βοήθειας.

Αφού οι επιστήμονες ανέλυσαν τις θεωρίες, βρήκαν ότι οι εργαζόμενοι που διηγήθηκαν μια ιστορία προσφοράς στη δεύτερη συνθήκη έκαναν τελικά 30% περισσότερα τηλεφωνήματα μετά το πείραμα απ’ ότι πριν. Εκείνοι που διηγήθηκαν ιστορίες για τη γενναιοδωρία άλλων δεν έδειξαν αξιοσημείωτες διαφορές στη συμπεριφορά τους.

Η έρευνα αυτή αποδεικνύει ότι η ικανότητα μιας ιστορίας να δημιουργήσει νόημα δεν τελειώνει στην κατασκευή και μόνο της πλοκής. Οι ιστορίες της δεύτερης συνθήκης οδήγησαν σε συμπεριφορές γεμάτες νόημα- ενδυνάμωσαν το κίνητρό τους να προσφέρουν περισσότερη βοήθεια για ένα μεγαλύτερο σκοπό. Ακόμα κι αν οι εργαζόμενοι στον έρανο γνώριζαν ότι αφηγούνταν τις ιστορίες τους ως μέρος μιας έρευνας, τελικά επηρεάστηκαν από εκείνες τις διηγήσεις, όπως ο McAdams υποστηρίζει άλλωστε. Αναπλαισιώνοντας την αφήγησή τους, υιοθέτησαν μια θετική ταυτότητα που τους έδωσε περισσότερο σκοπό.

Photo: Author/Depositphotos

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε