Όνομα: Λυκίσκος

Επιστημονική Ονομασία: Χούμουλος ο λυκίσκος – Humulus lupulus

Οικογένεια: Κανναβοειδών

Άλλα Ονόματα: ζυθοβότανο, αγριόκλιμα

Περιγραφή του λυκίσκου

Ο λυκίσκος είναι ένα ρητινώδες, τριχοειδές, αναρριχητικό και πολυετές φυτό που μπορεί να φτάσει στην κορυφή των υψηλότερων δέντρων χάρη στους αμέτρητους περιελισσόμενους βλαστούς του και σε ύψος 6 μέτρων, μοιάζει δε με σταφύλι. Έχει μεγάλα λοβωτά φύλλα, σε αντίθετη διάταξη, τα οποία θυμίζουν τα φύλλα της αμπέλου. Τα άνθη του, θηλυκά και αρσενικά, φυτρώνουν σε διαφορετικά φυτά.

Οι αρσενικοί ποδίσκοι παράγουν μικροσκοπικά λουλούδια. Οι θηλυκοί φέρουν, στο τέλος του καλοκαιριού, μικρούς κώνους (στρόβιλους) που αποτελούνται από πολλές μαλακές σειρές σαν λέπια και περιέχουν μια κίτρινη και αρωματική σκόνη, με πικρή γεύση, τη λουπουλίνη. Σύμφωνα με τη βοτανική, είναι «πρώτος ξάδελφος» με την τσουκνίδα, την κάνναβη και τη μουριά.

Ο λυκίσκος είναι από τα πιο ταχυφυή φυτά. Μέσα σε λίγους μήνες μπορεί και αναπτύσσει τεράστια φυτική μάζα, γι’ αυτό είναι πολύ απαιτητικό φυτό σε φως, θρεπτικά συστατικά και νερό. Προτιμά τα βαθιά, πολύ πλούσια σε θρεπτικά συστατικά, ελαφρά εδάφη και απαιτεί πλούσιο και υγρό χώμα, πολύ ήλιο και συχνό πότισμα.

Το συναντάμε στην Ευρώπη, τις εύκρατες περιοχές της Ασίας και τη Βόρεια Αφρική. Καλλιεργείται εμπορικά στη Βαυαρία αλλά και στο Βόρειο Ειρηνικό. Καλλιεργείται συστηματικά σε πολλές χώρες, ιδιαίτερα για την παρασκευή της μπύρας, όπως στην Ελλάδα, όπου πάντως συναντιέται και αυτοφυής (στη Μακεδονία και αλλού). Απαντάται σε φράχτες και στις παρυφές των δασών.

Η εποχή της άνθησης είναι από Ιούλιο μέχρι Αύγουστο ενώ η συγκομιδή των θηλυκών ανθέων γίνεται το φθινόπωρο και πρέπει να αποξηραίνονται αμέσως, στη σκιά. Τα χρησιμοποιούμενα μέρη είναι οι καρποί του λυκίσκου – από τα θηλυκά άνθη – καθώς και η λουπουλίνη.

Συστατικά του λυκίσκου

Τα αδενώδη τμήματα των κώνων του λυκίσκου παράγουν μια σκόνη, τη λουπουλίνη. Η σκόνη αυτή που είναι το κύριο συστατικό του φυτού, είναι μια σύμπλοκη ουσία, που σχηματίζεται από πολλές κετονικές ενώσεις (χουμουλόνη, λουπουλόνη, ρητίνες, λουπαρόλη, λουπαρενόλη, χολίνη και ασπαραγίνη).

Ο λυκίσκος περιέχει επίσης ένα αλκαλοειδές (την τριμεθυλαμίνη), καθώς και αιθέριο έλαιο, 2 ειδών ρητίνες (η πικρή ουσία), λουπουλικό οξύ και ταννίνη. Περιέχει επίσης, φλαβονοειδή, μια αρωματική ουσία πλούσια σε σεσκιτερπένια και πικρές ουσίες όπως βαλεριανικό οξύ. Περιέχει ακόμη οιστρογονικές ενώσεις και περίπου 100 χημικές συνθέσεις μεταξύ των οποίων γερανιόλη, λιναλοόλη, κιτράλη, λινιονίνη και σερονιδόλη.

Λυκίσκος: Θεραπευτικές ιδιότητες και τρόποι χρήσης

Ιστορία και Παράδοση

Οι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι γιατροί θεωρούσαν το φυτό εξαιρετικά χωνευτικό αλλά και καλή θεραπεία για τις εντερικές ασθένειες ενώ οι Κινέζοι, εδώ και αιώνες, πρότειναν το λυκίσκο ως χωνευτικό και για τη θεραπεία της λέπρας, της φυματίωσης και της δυσεντερίας. Ο Πλίνιος παρατηρώντας την τάση του λυκίσκου να περιπλέκεται γύρω από τις ιτιές είχε ονομάσει το βότανο “λύκο της ιτιάς” εκ του οποίου βγήκε και η λατινική του ονομασία Lupulus.

Η εξάπλωση του λυκίσκου εμποδίστηκε, ιδιαίτερα στην Αγγλία, μέχρι τον 17ο αιώνα. Αρχικά νόμιζαν ότι ενθαρρύνει τη μελαγχολική διάθεση και ότι ο πολύς λυκίσκος στη Γερμανική μπύρα ήταν «κακός για το κεφάλι». Πίστευαν, όμως, ακόμη ότι έδιωχνε τη χολερική διάθεση και την υπεραιμία και ότι ήταν πιο φυσικό ποτό από τον αγγλικό ζύθο.

Στη διάρκεια της Βασιλείας του Ερρίκου του 8ου, υπεβλήθη επίσημη αίτηση στο κοινοβούλιο κατά του λυκίσκου ως «αχρείου ζιζανίου που κατέστρεφε τη γεύση του ποτού και θα έβαζε σε κίνδυνο την υγεία των ανθρώπων». Μετά την εισαγωγή του λυκίσκου στη ζυθοποιία, το ποτό που παρασκευαζόταν με τον παλιό τρόπο, με την χρησιμοποίηση φυτών όπως το χρυσάνθεμο ή ο κισσός ήταν γνωστό ως ale, ενώ σε αυτό που παραγόταν από λυκίσκο, δόθηκε το γερμανικό όνομα bier.

Οι πρώτοι βοτανολόγοι τον θεωρούσαν ως εξαιρετικό χωνευτικό αλλά και ως θεραπευτικό μέσο για το τρομώδες παραλήρημα. Ο λυκίσκος συνδέεται με τη μαριχουάνα, ωστόσο η χρήση του δεν έχει τα ίδια αποτελέσματα. Τον 12ο αιώνα, η αγία Χίλντεγκαρντ ήταν, αναμφίβολα, η πρώτη που του απέδωσε φαρμακευτικές ιδιότητες.

Οι γιατροί της Αναγέννησης, και ο Matthiole, αξιοποίησαν τις ορεκτικές, καθαρτικές, αντιπυρετικές και διουρητικές ιδιότητές του. Ο Dodoens και ο lemery το θεωρούσαν αποτελεσματικό “για τις παθήσεις του αίματος και την παραγωγή ούρων”. Στις μέρες μας, οι φυτοθεραπευτές αναγνωρίζουν όλες αυτές τις ιδιότητές του και με τη σειρά τους προσθέτουν και άλλες.

Λυκίσκος: Θεραπευτικές δράσεις και χρήσεις

-Τα αντιβακτηριακά στοιχεία του φυτού βοηθούν στην πρόληψη κατά των μολύνσεων.

-Έρευνες απέδειξαν ότι ο λυκίσκος μπορεί να είναι αποτελεσματικός κατά του βακτηρίου που προκαλεί τη φυματίωση.

-Περιέχει ένα ηρεμιστικό χημικό στοιχείο που βοηθά στην αντιμετώπιση του άγχους και της αϋπνίας.

-Χαλαρώνει τον μυ που διατρέχει το πεπτικό σύστημα, αποτελώντας πολύ καλό αντισπασμωδικό.

– Είναι τονωτικός και ενεργοποιεί την πέψη.

-Χρησιμοποιείται με επιτυχία για την αντιμετώπιση της αναιμίας, της ραχίτιδας και της ανορεξίας.

– Είναι αντιπυρετικό και ανθελμινικό φάρμακο.

-Χρησιμοποιείται ως ισχυρό διουρητικό που εξαλείφει το ουρικό οξύ.

-Η αρωματική ουσία που περιέχει προσδίδει καταπραϋντικές ιδιότητες τόσο ώστε να είναι ένα καλό υπνωτικό. Έτσι, συνιστάται σε περίπτωση αϋπνίας, άγχους και νευρικότητας.

-Καταπραΰνει τους πόνους των γεννητικών οργάνων και επομένως είναι πολύτιμο θεραπευτικό μέσο σε περίπτωση δυσμηνόρροιας, ενώ καταπολεμά την ημικρανία και τις νευρικές διαταραχές που τη συνοδεύουν. Έχει επίσης οιστρογονική δράση.

-Μερικοί γιατροί τον προτείνουν για τη θεραπεία ορισμένων σεξουαλικών διαταραχών νευρικής προέλευσης στους άνδρες (πρόωρη εκσπερμάτιση, ερεθισμός των γεννητικών οργάνων, επώδυνος πριαπισμός λόγω βλεννόρροιας κτλ.).

-Σε κατάλληλες ιατροφαρμακευτικές δόσεις είναι σκωληκοκτόνο και καρδιοτονωτικό.

-Κατά της κατακράτησης ούρων.

-Θεωρείται ότι δρα κατά του καρκίνου.

-Εξωτερικά, η αντισηπτική του δράση χρησιμοποιείται για τη θεραπεία των ελκών.

-Σαν στυπτικό χορηγείται στη βλεννώδη κολίτιδα.

-Η Ομοιοπαθητική συστήνει το βάμμα των φρέσκων κώνων σαν ναρκωτικό, διουρητικό και αφροδισιακό.

Λυκίσκος: Θεραπευτικές ιδιότητες και τρόποι χρήσης

Άλλες χρήσεις του λυκίσκου

-Χρησιμοποιείται για τη διατήρηση του ποτού που προέρχεται από τη ζύμωση του κριθαριού, δηλαδή της μπύρας.

-Οι νεαροί βλαστοί του είναι ελαφρώς πικροί και πολύ αρωματικοί και μπορούν να καταναλωθούν όπως τα σπαράγγια. Τρώγονται ωμοί σε σαλάτα ή μαγειρεμένοι και αποτελούν ένα εύγευστο λαχανικό, τονωτικό και δροσιστικό.

-Χρησιμοποιείται σε βιομηχανική κλίμακα σαν βακτηριοστατικό.

-Πιθανόν, εξαιτίας των ηρεμιστικών ιδιοτήτων του λυκίσκου, κατά το παρελθόν αλλά ακόμη και σήμερα, τα άνθη του χρησιμοποιούνται για το γέμισμα μαξιλαριών.

Παρασκευή – Δοσολογία

Έγχυμα

Χρησιμοποιήστε 10-15 γρ. κώνους λυκίσκου ανά λίτρο νερού. Είναι τονωτικό, ενεργοποιηθεί την όρεξη και την πέψη. Για να επωφεληθείτε από τις ηρεμιστικές του ιδιότητες, αυξήστε τη δόση των κώνων έως 40γρ. ανά λίτρο νερού.

Σκόνη από λυκίσκο

Χρησιμοποιήστε 1 γρ. ως ηρεμιστικό και 2 γρ. ως υπνωτικό.

Βάμμα λυκίσκου

Χρησιμοποιήστε 10 γρ. κονιορτοποιημένο (με σύνθλιψη) λυκίσκο σε 90 γρ. αλκοόλης 90% vol. Πιείτε 2-4 γρ. ημερησίως ανάλογα με το αποτέλεσμα που θέλετε να πετύχετε.

Εξωτερικά (σαν μαξιλάρι)

Βάλτε τους κώνους του λυκίσκου σε μια υφασμάτινη θήκη και χρησιμοποιήστε την σαν μαξιλάρι. Βοηθάει να αποκοιμηθείτε γρήγορα.

‘Εγχυμα

Ρίξτε ένα φλιτζάνι βραστό νερό σε 1 κουταλιά του τσαγιού ξηρά άνθη και αφήστε το για 10-15 λεπτά. Πίνετε 1 φλιτζάνι το βράδυ πριν τον ύπνο. Η δόση μπορεί να αυξηθεί αν είναι απαραίτητο.

Βάμμα

1-4 ml βάμματος τρεις φορές την ημέρα.

Σαν υπνωτικό

Μπορεί να χρησιμοποιηθεί το τσάι του (3 κουταλιές λεπτοκομμένοι κώνοι σε 1 ποτήρι βραστό νερό, με δόση 1 ζεστό ποτήρι τη μέρα) ή η σκόνη του (από 1 “πρέζα”, πολλές φορές την ημέρα.

Ενδιαφέροντα στοιχεία για τον λυκίσκο

– Η χρησιμοποίηση του λυκίσκου στη ζυθοποιία άρχισε από το Μεσαίωνα, ενώ οι φαρμακευτικές του ιδιότητες έγιναν ευρέως γνωστές μόλις στις αρχές του 19ου αιώνα.

-Για την αϋπνία συνδυάζεται με Βαλεριάνα και Πασιφλόρα.

-Η λουπουλίνη είναι η ουσία στην οποία, η μπύρα οφείλει το έντονο άρωμά της, την πικρή γεύση και τις ηρεμιστικές της ιδιότητες.

-Ο λυκίσκος περιέχει δύο χημικά συστατικά, τη χουμουλόνη και τη λουπουλίνη, οι οποίες σκοτώνουν τα βακτήρια που καταστρέφουν τα τρόφιμα και τη μπύρα. Εξισορροπεί τη γλυκύτητα της βύνης στην μπύρα με την πικράδα του και βοηθάει στο σχηματισμό του αφρού.

-Η σωστή διατήρηση του λυκίσκου γίνεται σε ψυγείο, μέσα σε κλειστά γυάλινα βάζα.

Προφυλάξεις και παρενέργειες του λυκίσκου

-Πρέπει να αποφεύγεται όταν υπάρχει έντονη κατάθλιψη, γιατί μπορεί να την επιδεινώσει.

-Ο λυκίσκος έχει μεγάλα αποθέματα οιστρογόνων με αποτέλεσμα η υπερβολική κατανάλωση μπύρας να μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια λίμπιντο στους άνδρες.

-Οι γυναίκες που μαζεύουν λυκίσκο μπορεί να εμφανίσουν διαταραχές ή και πλήρη διακοπή της εμμηνορρυσίας, πράγμα που οφείλεται στην απορρόφηση του ελαίου από τα χέρια.

-Οι κώνοι του φυτού, σε υπερβολική δόση γίνονται τοξικοί και προκαλούν πονοκεφάλους, δυσπεψία, εμετούς, αδυναμία, πόνους στην κοιλιά και την καρδιά.

Διαβάστε επίσης για την αγριαψιθιά ή αχιλλέα και το χαμομήλι

Photo: Author/Depositphotos

Πηγές

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε