Η δυσαρέσκεια από τη σωματική εικόνα αποτελεί βασικό παράγοντα επικινδυνότητας σε ό,τι αφορά την εκδήλωση διαταραχών πρόσληψης τροφής και κατάθλιψης στην εφηβεία (Lewer & Nixon, 2011). Οι διαταραχές πρόσληψης τροφής, και ιδιαίτερα η ψυχογενής βουλιμία και η ψυχογενής ανορεξία, εμφανίζονται κυρίως στην περίοδο της εφηβείας και σε ποσοστό 92% στα κορίτσια.

Σύμφωνα με την Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία, δύο είναι οι περίοδοι στην εφηβεία κατά τις οποίες εμφανίζεται συνήθως η ψυχογενής ανορεξία: στα 14 και στα 18 έτη. Σε αυτές τις δύο χρονικές στιγμές οι έφηβοι βρίσκονται κατ’  εξοχήν σε φάση μετάβασης: στο 14ο έτος περίπου γίνεται η μετάβαση στο λύκειο και στο 18ο η μετάβαση στο πανεπιστήμιο (Χαρίλα, 2016).

Με αυτές τις διαπιστώσεις συμφωνεί και η κλινική εμπειρία στην Ελλάδα, καθώς τα περιστατικά της ψυχογενούς ανορεξίας εμφανίζονται στα πρώτα χρόνια περιστατικά της ψυχογενούς ανορεξίας εμφανίζονται στα πρώτα χρόνια του γυμναστίου (πέρασμα από την παιδική ηλικία στην εφηβεία) και στο τέλος του λυκείου, οπότε το άτομο έρχεται αντιμέτωπο με τις απαιτήσεις της ενηλικίωσης και τις ιδιαίτερα στρεσσογόνες εξετάσεις εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση (Γονιδάκης & Βάρσου, 2013).

Το ποσοστό εμφάνισης νευρογενούς ανορεξίας στον γυναικείο πληθυσμό υπολογίζεται ότι φθάνει το 1,2% με 2,2%, δηλαδή στις 1.000 γυναίκες περίπου 12-22 θα νοσήσουν από ψυχογενή ανορεξία κάποια στιγμή στη ζωή τους (Keski-Rankonen και συν. 2007⋅ Hoek, 2006⋅ Bulk και συν., 2006). Υπολογίζεται ότι κάθε χρόνο περίπου 8.3 στα 100.000 άτομα του γενικού πληθυσμού θα νοσήσουν για πρώτη φορά από ψυχογενή ανορεξία (Lucas et al., 1991⋅ Hoek & Hoeken, 2003).

Το ποσοστό αυτό αυξάνεται δραματικά όταν η έρευνα περιορίζεται σε άτομα που βρίσκονται στην εφηβεία ή στην πρώτη νεανική ηλικία (Hoek, 2006⋅ Keski-Rankonen και συν. 2007), Παρόλο που η ψυχογενής ανορεξία φαίνεται ότι είναι σπάνια πάθηση στον γενικό πληθυσμό, εμφανίζεται με μεγαλύτερη συχνότητα στην πληθυσμιακή ομάδα των νέων και έφηβων κοριτσιών (15-19 ετών). Κάθε χρόνο μπορεί να καταγράφονται έως και 270 νέες περιπτώσεις ψυχογενούς ανορεξίας στα 100.000 κορίτσια.

Η ψυχογενής βουλιμία εμφανίζεται συνήθως μεταξύ 15 και 20 ετών, και η συχνότητάς της στον γενικό πληθυσμό είναι από 3% έως 7% των γυναικών σε αυτό το ηλικιακό φάσμα. Φαίνεται επίσης ότι ο κλινικός πληθυσμός δεν αντιπροσωπεύει την επιδημιολογία της διαταραχής.

Οι υποκλινικές εκδηλώσει της ψυχογενούς βουλιμίας είναι εξαιρετικά συχνές σε κορίτσια που βρίσκονται στην εφηβεία, τα οποία υιοθετούν δυσλειτουργικούς τρόπους ελέγχου του βάρους του σώματός τους, όπως είναι η παράλειψη γευμάτων, ο αυτοπροκαλούμενος εμετός, η χρήση καθαρτικών και διουρητικών κ.λπ. (Eisenberg, Neumark-Sztainer και συν., 2005, αναφ. στο Γονιδάκης & Χαρίλα, 2011, σελ.129).

Κοινά χαρακτηριστικά και των δύο διαταραχών είναι η έντονη ενασχόληση του κοριτσιού με το βάρος και το σχήμα του σώματός του, η διαταραγμένη σχέση του με το φαγητό και ο φόβος του ότι θα παχύνει. Στην ψυχογενή ανορεξία η έφηβη έχει διαταραγμένη εικόνα του σωματικού εαυτού και θεωρεί ότι είναι παχιά, έστω και κι αν είναι πολύ αδύνατη, κάνει εξαντλητικές δίαιτες ή απέχει πλήρως από τη λήψη τροφής, με συνέπεια να χάνει πολύ βάρος και να καταλήγει στην απίσχναση.

Στη βουλιμία, η έφηβη προβαίνει σε επεισόδια υπερφαγίας, τα οποία της δημιουργούν έντονο άγχος ότι θα παχύνει, με αποτέλεσμα να προσπαθεί να τα εξισορροπήσει με καθαρτικές συμπεριφορές, όπως πρόκληση εμετού, χρήση καθαρτικών ή διουρητικών σκευασμάτων κ.λπ. Διάφοροι βιολογικοί, ατομικοί, οικογενειακοί, κοινωνικοί και πολιτισμικοί παράγοντες φαίνεται ότι οδηγούν στην εμφάνιση αυτών των δύο διαταραχών. Σχεδόν σε κάθε περίπτωση όμως τα κοινά στοιχεία είναι η χαμηλή αυτοεκτίμηση, η αρνητική εικόνα σώματος και η υπερεπένδυση στη σωματική εικόνα – κυρίως στη λεπτή φιγούρα. (…)

Πρόληψη της αρνητικής εικόνας σώματος

Η πρόληψη της αρνητικής εικόνας σώματος – και της χαμηλής αυτοεικόνας εξαιτίας αυτής – καθώς και των διαταραχών πρόσληψης τροφής στην εφηβεία είναι αναγκαία. Η πρόληψη μπορεί να λειτουργήσει είτε σε πρωτογενές είτε σε δευτερογενές επίπεδο. Πού θα μπορούσε να αποσκοπεί η πρωτογενής πρόσληψη;

Τα προγράμματα πρωτογενούς πρόσληψης απευθύνονται κατά βάση σε μεγάλο ποσοστό πληθυσμού και έχουν στόχο την αλλαγή νοοτροπίας, για παράδειγμα, μέσα από αλλαγές στη νομοθεσία (π.χ. ένα πρόγραμμα για τη μη «αντικειμενοποίηση» του γυναικείου σώματος σε νεαρές ηλικίες στα σχολεία, μέσα από τα προγράμματα στην τηλεόραση και γενικότερα στα ΜΜΕ) που επιδιώκουν να μάθουν στους εφήβους να σέβονται τη διαφορετικότητα, να εστιάζουν στις ικανότητες και τις δεξιότητές τους αντί για τη σωματική τους εικόνα, καθώς και να αναπτύξουν διάφορα θετικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητα.ς

Τα προγράμματα πρωτογενούς πρόληψης μπορούν επίσης να απευθύνονται σε πολύ συγκεκριμένες πληθυσμιακές ομάδες, οι οποίες επηρεάζονται από τα πρότυπα και διατρέχουν υψηλό κίνδυνο να υπερεπενδύσουν στην εικόνα σώματος και να αναπτύξουν αρνητική εικόνα ή και διαταραγμένες διατροφικές συμπεριφορές (π.χ. έφηβοι, παιδιά μητέρων με διαταραχές πρόσληψης τροφής).

Η δευτερογενής πρόληψη απευθύνεται σε ομάδες πληθυσμού που έχουν ήδη αναπτύξει αρνητική εικόνα σώματος και χαμηλή αυτοεκτίμηση, και οι οποίες διατρέχουν μεγάλο κίνδυνο να εμφανίσουν διαταραχές διατροφής. Πρόκειται ουσιαστικά για παρεμβατικά προγράμματα.

Απόσπασμα από το βιβλίο της Ντιάνα Χαρίλα με τίτλο «Αγαπώ το σώμα μου, αγαπώ τον εαυτό μου» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πεδίο. Μπορείτε να το βρείτε εδώ

Photo: Author/Depositphotos

Λάβετε τα άρθρα που σας ενδιαφέρουν στο e-mail σας

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε