«Άγχος θανάτου»: Γιατί φοβόμαστε το αναπόφευκτο; Υπάρχει τρόπος να το ξεπεράσουμε;

Η πρώτη φορά που αποκτούμε επίγνωση της θνητότητάς μας είναι όταν είμαστε πολύ μικροί, πιθανότατα περίπου 3 ή 4 ετών. Ένας παππούς η μια

«Άγχος θανάτου»: Γιατί φοβόμαστε το αναπόφευκτο; Υπάρχει τρόπος να το ξεπεράσουμε;

Η πρώτη φορά που αποκτούμε επίγνωση της θνητότητάς μας είναι όταν είμαστε πολύ μικροί, πιθανότατα περίπου 3 ή 4 ετών. Ένας παππούς η μια προγιαγιά πεθαίνει και κάνουμε τη σύνδεση: ο μεγάλος αυτός άνθρωπος ήταν κάποτε παιδί – σαν εμάς – αλλά μεγάλωσε, ύστερα μεγάλωσε πολύ και πέθανε.

Γνωρίζουμε ότι κι εμείς θα μεγαλώσουμε και θα γίνουμε ενήλικες μία μέρα. Αλλά επίσης αισθανόμαστε ότι το πέρασμα του χρόνου δεν μπορεί ούτε να σταματήσει ούτε να αντιστραφεί και θα συνεχίσουμε να μεγαλώνουμε μέχρι τελικά να πεθάνουμε κι εμείς.

Ανυπομονούμε να μεγαλώσουμε αλλά όχι να γεράσουμε. Η σκέψη του θανάτου μπορεί να αναστατώνει ένα παιδί αν και το θέμα αυτό ασκεί και μια σκοτεινή γοητεία παράλληλα. Ένας λόγος γι’ αυτή τη γοητεία είναι ότι ο θάνατος γίνεται αντιληπτός ως ένα «ενήλικο» θέμα, και συνεπώς, είναι συναρπαστικό. Έτσι, τα παιδιά μπορούν να εξομολογούνται και να χτίζουν οικειότητα το ένα με το άλλο μέσω της ανοιχτής συζήτησης «απαγορευμένων» ερωτήσεων που αφορούν στο θάνατο.

Υπάρχει άλλος ένας λόγος που μπορεί να προσελκύει τα παιδιά ένα τέτοιο θέμα: μπορούν, δίνοντας φωνή στις σκέψεις τους, να βοηθήσουν το ένα το άλλο να αντιμετωπίσουν τους φόβους τους. Όταν ήμουν παιδί, για παράδειγμα, μία ιστορία κυριαρχούσε ανάμεσα στα παιδιά της γειτονιάς μου για «μια κυρία ντυμένη στα μαύρα». Έλεγαν ότι έμπαινε στα σπίτια όταν οι γονείς έλειπαν, κινούταν κρυφά, χωρίς να δίνει στα παιδιά τρόπο διαφυγής, εμφανιζόταν ξαφνικά από πίσω, τα έπιανε από το λαιμό και τα έπνιγε μέχρι θανάτου.

Δεν θεωρούσαμε ότι υπήρχε τέτοια γυναίκα, αλλά αυτή η κατασκευασμένη ιστορία τρόμου μας τρόμαζε όλους. Παρ’ όλα αυτά, συνεχίζαμε να την επαναλαμβάνουμε μέχρι να φτάσει στα αυτιά όλων. Γιατί το κάναμε αυτό;

Γνωρίζαμε ενστικτωδώς ότι μια τέτοια ιστορία θα έστρεφε τα βλέμματα όλων στον αφηγητή. Όμως υπήρχε και κάτι άλλο: Αν και τρομάζαμε από την εικόνα αυτής της γυναίκας στα μαύρα, βοηθούσαμε ο ένας τον άλλο να την αντιμετωπίσουμε στο νου μας και παράλληλα, προσπαθούσαμε να μας αποδείξουμε ότι δεν φοβόμασταν, τουλάχιστον όχι όσο ήμασταν όλοι μαζί.

Πρέπει, εντούτοις, να τονιστεί, ότι αν και τα παιδιά φοβούνται το θάνατο, τείνουν να μην πιστεύουν πλήρως ότι θα πεθάνουν. Γνωρίζουν ότι είναι θνητά, αλλά είναι κάτι μακρινό γι’ αυτά η ιδέα του θανάτου.

Ο Freud το πήγε ένα βήμα παρακάτω, υποστηρίζοντας ότι κανείς μας δεν πιστεύει απόλυτα στο δικό του θάνατο. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι δεν μπορούμε να μας φανταστούμε νεκρούς. Λέει πως όταν επιχειρούμε να το κάνουμε, «αντιλαμβανόμαστε ότι ουσιαστικά είμαστε παρόντες ως θεατές… στο ασυνείδητο ο καθένας μας είναι πεπεισμένος για τη δική του αθανασία».

Υπάρχει κάτι στη θεωρία του Freud, αλλά δεν είναι ακριβώς σωστό. Μπορούμε να φανταστούμε πώς είναι να είμαστε νεκροί – θα ήταν σαν να μην είχαμε γεννηθεί ποτέ. Ωστόσο, υπάρχει μια αλήθεια στα λεγόμενά του. Υπάρχει ένα είδος μυστηρίου στο θάνατο που μπορεί να διαποτίζει τη σκέψη μας τουλάχιστον για λίγο. Αυτή η δυσκολία κατανόησης, αποδοχής του θανάτου είναι μάλλον απαραίτητο κομμάτι του γνωστού «φόβου θανάτου», του υπαρξιακού άγχους με άλλα λόγια.

Υποθέτω ότι καθώς βρισκόμαστε πιο κοντά στο θάνατο, η σκέψη του γίνεται λίγο πιο πιστευτή, πιο πραγματική. Το υπαρξιακό άγχος μπορεί στη συνέχεια να μετατραπεί σε τρόμο ή αποδοχή. Εικάζω ότι τείνουμε να μην πιστεύουμε πλήρως τη θνητότητά μας όταν δεν αναγκαζόμαστε να την αντιμετωπίσουμε. Όταν όμως την αντιμετωπίζουμε, η ομίχλη του υπαρξιακού άγχους δίνει χώρο σε μια διαφορετική και λιγότερο άμορφη σκέψη: ο θάνατος είναι μακροπρόθεσμα αναπόφευκτος.

Μπορεί να γίνει κάτι για να αντιμετωπιστεί ο φόβος του θανάτου;

Ο Σαρτρ τόνισε ένα άλλο στοιχείο στη στάση μας απέναντι στο θάνατο και στην πηγή του φόβου. Αν και δεν θέλουμε να πεθάνουμε, γνωρίζουμε ότι μπορούμε να το επιλέξουμε. Αυτή η επιλογή είναι κάτι που φοβόμαστε. Υποστηρίζει ότι ένας λόγος για τον οποίο φοβόμαστε όσο στεκόμαστε στην άκρη μιας γέφυρας ή σε ένα σημείο από το οποίο μπορούμε να πέσουμε είναι ότι δεν ξέρουμε τι μπορούμε να κάνουμε. Γι’ αυτό φοβόμαστε ότι μπορεί να πηδήξουμε.

Εντούτοις, μπορεί κανείς να πει ότι η τάση αυτή να κάνουμε τέτοιες σκέψεις έχει μια απόλυτα λογική εξήγηση. Λειτουργεί ως ένα είδος απώτερης θεραπείας έκθεσης – μπορεί να προσπαθούμε να ξεπεράσουμε το φόβο του θανάτου, αντιμετωπίζοντας το τέλος στη φαντασία μας. Υπάρχει κάτι απελευθερωτικό σε αυτό. Γνωρίζοντας ότι δεν μπορούμε να αποφύγουμε το θάνατο, προσπαθούμε να μην τρομοκρατούμαστε από αυτόν.

Ο φόβος επίσης είναι και αρκετά παραπλανητικός, σύμφωνα με τον Λουκρήτιο, τον Ρωμαίο ποιητή και φιλόσοφο. Κι αυτό επειδή φανταζόμαστε λανθασμένα ότι ο νεκρός στερείται τα γήινα αγαθά. Αυτό είναι λάθος, αφού ο νεκρός δεν υπάρχει πια. Συνεπώς, δεν υπάρχει κανείς για να στερείται κάτι. Όταν οι ζωντανοί θρηνούν για το θάνατο κάποιου, φαντάζονται τον νεκρό ως ένα είδος θύματος, που δεν θα έχει πια τη δυνατότητα να απολαμβάνει τη ζωή.

Κι όμως, δεν υπάρχει κάποια στέρηση από την πλευρά του αποθανόντος. Ο αποθανών δεν έχει καν ιδέα γι’ αυτό. Δεν θα μπορούσε να τον ενδιαφέρει η απουσία οποιουδήποτε αγαθού ή απόλαυσης. Όπως γράφει ο Λουκρήτιος, ξεχνάμε ότι δεν υπάρχει πια επιθυμία, και χωρίς επιθυμία, δεν υπάρχει στέρηση. Ο θάνατος δεν είναι τίποτα για τον αποθανόντα και το ίδιο θα έπρεπε να ισχύει και για εμάς.

Βέβαια, θα μπορούσε κανείς να πει ότι η στάση αυτή του Λουκρήτιου μοιάζει με την ιστορία της αλεπούς και των σταφυλιών. Όπως εκείνη δεν μπορούσε να τα φτάσει και έτσι έπεισε τον εαυτό της ότι είναι ξινά, έτσι κι εμείς ξέρουμε ότι δεν είμαστε αθάνατοι, οπότε προσπαθούμε να πούμε ότι ο θάνατος δεν είναι τίποτα για εμάς.

Ακόμα όμως κι αν ο Λουκρήτιος έχει δίκιο, μπορεί να φοβόμαστε το θάνατο για τον απλό λόγο ότι δεν εγκρίνουμε τον τρόπο που περνάμε τη ζωή μας. Μια τέτοια στάση όμως, δηλαδή το να αποφύγουμε να μετανιώνουμε για πράγματα που κάναμε ή δεν κάναμε, μπορεί να αλλάξει. Επομένως γιατί δεν κάνουμε βήματα προς τα εκεί;

Η απάντηση μπορεί να έχει να κάνει με την αντιλαμβανόμενη πλασματικότητα του θανάτου, η οποία αναλύθηκε προηγουμένως. Νομίζουμε ότι έχουμε πολύ χρόνο μπροστά μας, χρόνο να συνειδητοποιήσουμε τη δυναμική μας. Ορισμένες φορές, άνθρωποι που λαμβάνουν διάγνωση για ανίατη ασθένεια αναφέρουν ότι αλλάζουν τις προτεραιότητές τους με έναν τρόπο που εγκρίνουν. Επομένως, ο φόβος του επικείμενου θανάτου, αν και πολύ πιο ισχυρός από το υπαρξιακό άγχος, μπορεί να έχει πλεονεκτήματα.

Ένας άνθρωπος που βρίσκεται κοντά στο θάνατο μπορεί να καταλήξει να αγαπά και να αποδέχεται τον εαυτό του/της έτσι όπως έχει γίνει περισσότερο από τον εαυτό που ήταν πριν τη διάγνωση. Όλα αυτά φυσικά μπορεί να κάνουν κάποιον να μετανιώνει που δεν πέρασε τη ζωή του ως αυτός ο νέος και καλύτερος εαυτός, ωστόσο θα είναι ευχαριστημένος επειδή θα είναι πλέον λιγότερο μικροπρεπής, πιο συγκεντρωμένος σε όσα αξίζουν, ακόμα κι αν είναι για λίγο χρόνο. Αυτό είναι ορισμένες φορές ένα δώρο που λαμβάνουμε από τον ίδιο το φόβο του θανάτου.

Παρόλα αυτά, υπάρχουν πλευρές του θανάτου που ακόμα και οι σοφότεροι άνθρωποι ανάμεσά μας δεν μπορούν να αποδεχτούν ή να κάνουν κάτι γι’ αυτές. Πάνω απ’ όλα, μπορεί να ανησυχούμε για τι θα προκαλέσει ο θάνατός μας σε αυτούς που αγαπάμε. Αν και εμείς δεν θα στερούμαστε κάτι, εκείνοι θα στερηθούν.

Δυστυχώς, αυτός είναι μόνο ένας από τους τρόπους με τους οποίους η ανθρώπινη ζωή είναι τραγική. Καθώς η εναλλακτική σε αυτό είναι να ζήσουμε με τέτοιο τρόπο που κανείς δεν θα θρηνήσει το χαμό μας. Και αυτό είναι πολύ χειρότερο. Όμως, υπάρχει κάτι καλό και μάλλον όχι τόσο εκτιμητέο για το θάνατο: είναι ένας σπουδαίος εξισορροπιστής.

Iskra Fileva, καθηγήτρια φιλοσοφίας

Λάβετε καθημερινά τα άρθρα μας στο e-mail σας

Σχετικά θέματα

Πρόσφατα Άρθρα

Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε