Ήμουν προετοιμασμένος να αντιμετωπίσω τα εμπόδια που βρίσκονται στο δρόμο των υγιών παιδιών, παρ’ όλο που δεν ήξερα πότε και με ποια μορφή θα έκαναν την εμφάνισή τους, κάτω από αυτές τις συγκεκριμένες συνθήκες. Όταν πήρα μέρος στο πρόγραμμα, είχα ορισμένες σίγουρες γνώσεις για τη φύση της συγκινησιακής πανούκλας. Οι γνώσεις αυτές είχαν ως επίκεντρο τους τα ακόλουθα δεδομένα:

1. Η συγκινησιακή πανούκλα δεν είναι μια έκφραση συνειδη­τής κακοβουλίας ή εσκεμμένης βαναυσότητας» η δομική φύση της πανούκλας κάνει τις συνέπειές της πολύ πιο επικίνδυνες. Η συγκινησιακή πανούκλα είναι ένα χαρακτηρολογικό γνώρισμα, όπως η καθαριότητα, η εργατικότητα, ή η ειλικρίνεια. Είναι μια βιοπαθητική συμπεριφορά που εξωτερικεύεται στις ανθρώπινες σχέσεις.

2. Η ενεργειακή πηγή των αντιδράσεων της συγκινησιακής πανούκλας είναι βασικά η σεξουαλική φρούδευση σε συνδυα­σμό με την έντονη επιθετικότητα.

3. Οι άνθρωποι που έχουν προσβληθεί από συγκινησιακή πανούκλα, ενεργούν έχοντας την υποκειμενικά ακλόνητη πεποί­θηση ότι υπηρετούν κάποιο καλό σκοπό. Το κάψιμο των μαγισ­σών στο Μεσαίωνα, η θανάτωση των Εβραίων στους χιτλερι­κούς θαλάμους αερίων στην Ευρώπη του εικοστού αιώνα, οι τουφεκισμοί και οι απαγχονισμοί των πολιτικών αντιπάλων από τους ερυθροφασϊστες, οι διωγμοί των Νέγρων στο νότο των Ηνωμένων Πολιτειών, η θανάτωση των χηρών στην παλιά Ινδία, ο εγκλεισμός των νέων σε αναμορφωτήρια επειδή έρχονται σε σεξουαλική επαφή, η καταδίκη αθώων ανθρώπων από εισαγγελείς με υπερβολικό ζήλο, η ενοχοποίηση έντιμων ανθρώπων επειδή θεωρούνται επικίνδυνοι για ορισμένα συμφέροντα,

…η ανηλεής τιμωρία των παιδιών που κάνουν γενετήσια παιγνίδια, η επίθεση μιας χώρας εναντίον άλλης με το πρόσχημα της άμυνας, οι κατηγορίες κατά των Ηνωμένων Πολιτειών ότι επιτέθηκαν στη Βόρεια Κορέα, ενώ στην πραγματικότητα η Ρωσία εισέβαλε στη Νότια Κορέα, η κατασυκοφάντηση κάποιου που προσφέρει πολλά, μόλις πάψει να προσφέρει, η απόσπαση χρημάτων από ένα άντρα που χωρίζει από τη γυναίκα του, οι κακοήθεις συκοφαντίες, όλες αυτές οι ανθρώπινες ενέργειες εκτελούνται με τη βαθιά πεποίθηση πως υπηρετούν ένα καλό σκοπό. Η μεταμφί­εση δεν είναι συνειδητή, είναι όμως καλά εκλογικευμένη.

4. Όλες οι αντιδράσεις της ανθρώπινης κόλασης κατευθύνον­ται βασικά εναντίον των φυσικών εκδηλώσεων της ζωής. Εκείνο που προκαλεί το μίσος και την καταστροφή στο θωρακισμένο ανθρώπινο ζώο, είναι ο αυθορμητισμός και η πλαστικότητα των ζωικών εκδηλώσεων.

5. Οι άνθρωποι που έχουν προσβληθεί από συγκινησιακή πανούκλα και ενεργούν με βάση αυτήν, είναι γενικά πολύ προικισμένοι. Τα ταλέντα τους, ωστόσο, δεν ωρίμασαν σιγά-σιγά, για να γίνουν, π.χ., πολύμοχθα έργα τέχνης, επιστήμης ή τεχνολογίας. Είναι ταλέντα εξαμβλωματικά, που βιάζονται να επωφεληθούν από τις πολυάριθμες κοινωνικές καταστάσεις που εξασφαλίζουν τη μεγαλύτερη επιφανειακή, οικονομική ή πολι­τική επιτυχία, με τη λιγότερη προσπάθεια. Έτσι, η τεράστια στρατιά των οπαδών και των ηγετών των ανορθολογικών κινη­μάτων και κοινωνικών ομάδων της κοινωνίας μας επανδρώνεται από επίπεδους συγκινησιακά ανθρώπους, που νιώθουν ισχυρές παρορμήσεις για δράση. Η κακοήθεια των εξαμβλωματικών ιδιοφυϊών σαν του Χίτλερ ή του Στάλιν, αναπτύσσεται από τέτοιους χαρακτήρες.

6. Το βιοενεργειακά ισχυρό άτομο — και όχι το ασθενές — είναι που έχει τις περισσότερες πιθανότητες να εκφυλιστεί από τη συμπεριφορά της συγκινησιακής πανούκλας. Κάτω από αυτή την ολίσθηση στο κακό, υπάρχει μια έντονη αίσθηση της ζωής, με μια το ίδιο ισχυρή ανάσχεση των ζωικών εκδηλώσεων. Αυτός ο ειδικός συνδυασμός βρίσκεται στη βάση κάθε αντίδρασης της συγκινησιακής πανούκλας.

7. Η έλξη που ασκούν στις ανήμπορες ή ανίσχυρες ανθρώπι­νες δομές αυτοί οι ισχυροί, αλλά φρουδευμένοι βιοπαθητικοί, είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή που ασκεί η υγιής ζωή και η φυσική συμπεριφορά. Αυτό μοιάζει να είναι παράδοξο. Γιατί το κακό, το επιφανειακό, το στρεβλωμένο, να ασκεί πολύ μεγαλύτε­ρη επιρροή από το φυσικό, το ήρεμο και το υγιές, παρ’ όλο που αυτό το τελευταίο είναι το καθολικό ιδεώδες;

Όλοι όσοι έζησαν και εργάστηκαν μέσα στα πλαίσια της οργονομικής σκέψης, έχουν παρατηρήσει αυτό το παράδοξο. Τα παιδιά συνταυτίζον­ται πολύ πιο γρήγορα και πιο ολοκληρωτικά με πράγματα αρρωστημένα και βίαια — μορφασμούς, βρωμόλογα, πιστολίδια, φτυσίματα, κλπ. — παρά με την ήρεμη, βαθύτερη, απλή, φυσική συμπεριφορά.

Αν ένας μέσος άνθρωπος είχε να διαλέξει ανάμεσα στη βαθιά σκέψη και σ’ ένα σκληρό ποδοσφαιρικό αγώνα, αναμφίβολα θα διάλεγε το δεύτερο. Η κλίση προς την επιφανειακότητα είναι γενική. Και αυτό ακριβώς που ελκύει πιο πολύ το ανθρώπινο ζώο, είναι η επιφανειακότητα, η ευκολία και ο γρήγορος μεταβολισμός της αρρωστημένης ζωής.

Όμως, είναι σαφές ότι αυτό δε συμβαίνει επειδή ο άνθρωπος νιώθει καλύτερα ή ζει πιο ευτυχισμένα ή πιο σίγουρα, όταν συνταυτίζε­ται με το επιφανειακό και το εύκολο. Η βαθύτερη κρυφή επιθυμία του είναι στραμμένη ακριβώς στο αντίθετο, στο φυσι­κό, στο ήρεμο, στο καλό, στην κατανόηση, με λίγα λόγια, σ’ αυτό που λέγεται «θεϊκό».

Η συγκινησιακή πανούκλα, όμως, εδώ και χιλιάδες χρόνια, φαίνεται πάντα να υπερισχύει. Μόνο η εξαιρετικά ειδικευμένη χαρακτηροψυχανάλυση μπόρεσε να α­νακαλύψει την κρυφή ερμηνεία αυτού του παράδοξου. Το φυσι­κό, το «θεϊκό», το «καλό», παραμένουν απρόσιτα, επειδή ο ανθρώπινος χαρακτήρας δεν είναι δομημένος σύμφωνα με τις ανάγ­κες του, αλλά σύμφωνα με την επιφανειακή, παρορμητική και άσκοπη ανορθολογικότητα.

Οι διαδικασίες της φυσικής ζωής προκαλούν τις βαθύτερες επιθυμίες σε τέτοιο βαθμό, που γίνον­ται αφόρητες, επειδή δεν μπορούν να εκπληρωθούν. Η συγκινη­σιακή πανούκλα παρέχει μια διέξοδο από αυτό το δίλημμα. Παρέχει ένα ιδεώδες στο οποίο μπορεί κανείς να προσανατολι­στεί, χωρίς να υποχρεωθεί πραγματικά να αλλάξει τον τρόπο ζωής του. Έτσι, μπορεί κανείς να παραμένει μέσα στο χάος, ενώ η ψυχή του θερμαίνεται από τη φλόγα των υψηλών ιδανικών, να παραμένει ένα σκουλήκι που σέρνεται θλιβερά πάνω στη γη, αλλά να έχει εθνική τιμή ή να κάνει «σταυροφορία» για το ένα ή το άλλο πράγμα.

Ένας από τους πιο τραγικούς και παράξενους παραλογισμούς είναι το ότι ο άνθρωπος είναι πρόθυμος να διακινδυνέψει τη ζωή του για μια εθνική ιδέα ή μια οποιαδήποτε σταυροφορία, ενώ μαζεύεται και δειλιάζει, όταν καλείται να υπερασπίσει την απλούστερη πεποίθηση για τη ζωή, την εργασία, τον έρωτα, τα παιδιά, την αλήθεια. Είναι κάτι προφανές σε όλους, και δε χρειάζεται να επεκταθούμε άλλο σ’ αυτό.

Η έκταση αυτής της τυπικής ανορθολογικότητας της δομής του ανθρώπου μπορεί να μετρηθεί με την επιβράβευση και εκτίμηση που παρέχεται στα σπάνια εκείνα άτομα που υπερασπίζονται την αλήθεια, τον έρωτα, τη ζωή, το παιδί. Γιατί να σπανίζει τόσο το προφανές και αυτονόητο, και το ανορθολογικό να είναι τόσο αχαλίνωτο, αν όχι λόγω της ανικανότητας των ανθρώπων να ζήσουν την αλήθεια, τον έρωτα και τη ζωή; Αλλά, επίσης, από αυτή την αδυναμία αναδύεται το μίσος, όλο το ανθρώπινο μίσος εναντίον όλων εκείνων που είναι συνεπείς με τη φυσική ζωή.

8. Το θέμα του μίσους που στρέφεται εναντίον της ζωής είναι τεράστιο, περίπλοκο και έχει θιγεί ελάχιστα. Θα πρέπει να είμαστε ικανοποιημένοι, αν μπορέσουμε να του ρίξουμε έστω και μια γενική ματιά. Από ό,τι γνωρίζω, καμιά επιστήμη, φιλοσοφία ή παιδαγωγική θεωρία δεν ασχολήθηκε ποτέ μ’ αυτό.

Η αποφυγή και το μίσος κατά των αρχών της ζωής είναι τα δυο σημαντικότερα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Και ο όρος «ζωή» πρέπει να θεωρηθεί με την ευρύτερή του έννοια. Η ζωή αποτελείται όχι μόνο από τις πυρηνικές λειτουρ­γίες της, τη γενετησιότητα και τη joie de vivre, αλλά και από άλλες διαφορετικές θετικές λειτουργίες, όπως η αλήθεια, η ευθύτητα, η ανυπόκριτη φυσικότητα, η δημιουργικότητα, η παρέκκλιση από τα χιλιοπατημένα μονοπάτια του θωρακισμέ­νου ανθρωπάκου.

Το βαθύ, φονικό μίσος εναντίον κάθε ζωντανού είναι πολύ γνωστό και έχει πολλές φορές περιγραφεί έξοχα από τους συγγραφείς. Το πρόβλημα, όπως ανέφερα παραπάνω, δεν είναι η ύπαρξη του μίσους και η γνώση των λειτουργιών του, αλλά η πλήρης αδυναμία αυτών των δεδομένων να διεισδύσουν στον ανθρώπινο όχλο. Ούτε μια προσπάθεια να εξαλειφθεί αυτό το μίσος δεν πέτυχε.

Συνεπώς, ο κύριος στόχος μιας ορθολογικής, αποφασιστικής προσπάθειας να αντιμετωπισθεί η συγκινησιακή πανούκλα, πρέπει να είναι η παροχή του κατάλληλου εδάφους στην ανθρώπινη συνείδηση, όπου να μπορέσει να ευδοκιμήσει μια τέτοια γνώση και να ασκήσει την επιρροή της κατά της πανούκλας.

ΤΟ ΣΚΟΤΩΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ: Γνώριζα πολύ καλά ότι δεν υπάρχει σχεδόν καμιά ανθρώπινη δομή, που να έχει δημιουργηθεί κάτω από την πίεση της συγκινησιακής φροϋδευσης κατά την πρώτη παιδική ηλικία, και να μην περιέχει κάποιο στρώμα έντονου μίσους για τη ζωή. Όπως ακριβώς οι πρώτοι ακτινολόγοι έπεσαν θύματα θανατη­φόρων εγκαυμάτων από ακτίνες Χ, επειδή τα προφυλακτικά μέσα ήταν άγνωστα, έτσι και οι πρώτοι γιατροί και παιδαγωγοί οργονόμοι δεν είχαν αναπτύξει ακόμα επαρκή μέτρα για να προφυλαχτούν από το έντονο, φονικό μίσος που συνάντησαν μπροστά τους, όταν έκαναν το πρώτο τους βήμα για να γνωρί­σουν τη ζωή.

Δέκα χρόνια πριν από την ίδρυση του ΟΚΒΕ (ΟΡΓΟΝΟΜΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΡΕΦΟΝΗΠΙΑΚΗ! ΕΡΕΥΝΑΣ) οι μέθοδοι της συγκινησιακής πανούκλας δεν είχαν συνειδητοποι­ηθεί ακόμα. Σε αρκετές περιπτώσεις, αγνοούσα τελείως τι συνέ­βαινε. Εκείνο τον καιρό, αγωνιζόμουνα σχεδόν μόνος, με ελάχι­στους φίλους. Σήμερα, το 1950, το έργο μας είναι γνωστό σε όλο τον κόσμο και πολλοί επαγγελματίες και απλοί άνθρωποι έχουν σχέση μ’ αυτό, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Έτσι, λοιπόν, δεν έχω να υπερασπιστώ μόνο εμένα και το έργο μου, αλλά και τους ανθρώπους που αποφάσισαν να συνεργαστούν μαζί μου και που ήταν αρκετά αθώοι σε σχέση με τη συγκινησιακή πανούκλα. Πώς θα μπορούσα να τους καθοδηγήσω; Αποφάσισα, πρώτο, να παρακολουθώ με προσοχή τη δομική συμπεριφορά τους και, δεύτερο, να τους προειδοποιώ επανειλημμένα για το μίσος κατά της ζωής, που χιλιάδες χρόνια τώρα είναι αχαλίνωτο. Γνώριζα πως όποιος δεν έχει ζήσει προσωπικά τις αντιδράσεις της συγκινησιακής πανούκλας, δε θα καταλάβαινε ή δε θα μπορούσε να πιστέψει πως υπάρχει τέτοια κακοήθεια.

Οι βασικές προϋποθέσεις για τους παιδαγωγούς και γιατρούς που θα συνεργάζονταν στο χώρο που κατονομάζεται με τον όρο «Παιδιά του Μέλλοντος», ήταν οι εξής:

1. Οι αποφάσεις και οι διαδικασίες θα είχαν ως βάση τους το έργο και τα επιτεύγματα, και όχι απλές γνώμες ή προσωπικές φιλίες.

2. Μεγάλη ταπεινοφροσύνη μπροστά στο γιγάντιο καθήκον και, ταυτόχρονα, ισχυρή αυτοπεποίθηση που θα αποκτιόταν με προσωπικές προσπάθειες και επιτεύξεις.

3. Ενδιαφέρον για την ευημερία των μελλοντικών γενεών, σε αντιπαράθεση με τις εφήμερες, προσωπικές ή επαγγελματικές φιλίες.

4. Ανάπτυξη ενός ξεκαθαρισμένου, ορθολογικού μίσους για τους φονιάδες της ζωής, όποιοι ή ό,τι κι αν είναι αυτοί. Όσο για τη διακριτική συμπεριφορά προς τους ασθενείς, έπρεπε να λαβαίνουμε υπόψη μας αν αυτή η διακριτικότητα θα εμπόδιζε την ευημερία και ευτυχία αναρίθμητων νεογέννητων μωρών. Το να αποφεύγουμε να θίξουμε τα προσωπικά συναισθήματα ενός ασθενούς, τη στιγμή που αυτό αφορά μια ολόκληρη γενιά μωρών, θα ήταν τεράστια ανευθυνότητα.

5. Σταθερότητα στην αναζήτηση της αλήθειας και αυστηρή αυτοκριτική στην εκτέλεση αυτού του στόχου.

6. Περιορισμός της ασθένειας που λέγεται «κοινωνικότητα» (δηλαδή, θυσία των βασικών αρχών στο βωμό των κοινωνικών σχέσεων).

7. Και τελευταίο, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, ήταν να έχει κανείς πάντα υπόψη του, όταν πρόκειται για βασικές αποφάσεις που πρέπει να παρθούν ή καταστάσεις που πρέπει να εκτιμηθούν, δυο ερωτήματα: Τι είναι ΥΠΕΡ και τι ΚΑΤΑ της αρχής της ζωής και της φυσικής αυτορρύθμισης; Το πρώτο πρέπει να ενθαρρύνε­ται, και το δεύτερο να κατανοείται και, αν είναι δυνατό, να καταπολεμείται.

Υπήρχε η ελπίδα ότι αυτές οι βασικές στάσεις θα παρείχαν ασφαλές έδαφος, από όπου θα αντιμετωπίζαμε την επίθεση της συγκινησιακής πανούκλας στο βρεφονηπιακό ερευνητικό έργο. Κρίνοντας από προηγούμενες εμπειρίες μου, αν προχωρούσαμε σ’ αυτό το χώρο δίχως αυτά τα δομικά εχέγγυα, θα ήταν καθαρή αυτοκτονία. Και σε αντίθεση με όποιο βάρβαρο δικτάτορα, αρνιόμουν να βάλω σε κίνδυνο, χωρίς λόγο, τις ζωές των συνεργατών μου. Γνώριζα, επίσης, ότι μόνο η πρακτική πείρα σ’ αυτό τον τομέα θα τους έπειθε για την αναγκαιότητα αυτών των εγέγγυων.

Η ΠΡΩΤΗ ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ ΜΕ ΤΟ ΔΟΜΙΚΟ ΜΙΣΟΣ: Είχαν γίνει πέντε συναντήσεις, και πέντε συγκριτικά υγιή, αυτορρυθμιζόμενα παιδιά είχαν παρουσιαστεί και συζητηθεί στο ΟΚΒΕ. Για να διευρυνθούν τα πλαίσια, πρότεινα να προσκληθεί μια μητέρα έξω από τον κύκλο μας, για να συζητήσουμε για το παιδί της. Η μητέρα αυτή ήταν από καιρό γνωστή σαν μέλος μιας ομάδας ανθρώπων κάθε κοινωνικής προέλευσης που μαζεύ­ονταν και συζητούσαν την αρχή της αυτορρύθμισης στη διάρ­κεια της πρώτης ανατροφής του παιδιού. Η μητέρα δεν είχε καμιά απολύτως επαγγελματική ή προσωπική σχέση με το έργο. Υπήρχε η ελπίδα ότι θα άνοιγε ένα νέο δρόμο στο πρόβλημα του αν οι πρώτες παιδαγωγικές βοήθειες θα μπορούσαν να ανατεθούν στους γονείς, παρά στους λιγότερο σχετικούς γιατρούς ή παιδα­γωγούς.

Η συνάντηση άρχισε με μια ακόμη προειδοποίηση, πως όσα θα ακούγονταν εκεί, έπρεπε να αντιμετωπιστούν με απόλυτη εχεμύθεια. Τονίστηκε και πάλι ότι η βασική διαδικασία προσα­νατολιζόταν στο εξής ερώτημα: Τι είναι εκείνο από την κοινωνι­κή και προσωπική δομή που είναι ΥΠΕΡ και τι ΚΑΤΑ της αρχής της αυτορρύθμισης στην ανατροφή των παιδιών;

Ας μην ξεχνάμε πως το επαγγελματικό ακροατήριο που άκου­γε την ιστορία αυτής της μητέρας, το αποτελούσαν εξαιρετικά καταρτισμένοι και προσεκτικά επιλεγμένοι άνθρωποι. Όλοι τους είχαν κάνει ή έκαναν εκείνη την περίοδο θεραπευτική αναδόμηση. Είχαν διαβάσει την οργονομική φιλολογία- είχαν υπόψη τους, και είχαν μάθει να αναγνωρίζουν επαγγελματικά το δομικό μίσος κατά της ζωής· είχαν ενταχθεί σ’ αυτό το έργο για την καταπολέμηση της συγκινησιακής πανούκλας- ήταν, κατά μέσο όρο, πολύ πιο μπροστά από άλλους στην κατανόηση της γενετήσιας υγείας των μωρών και των νέων. Μέχρι την έκτη αυτή συνάντηση, είχαν συνεργαστεί και είχαν παρακολουθήσει τις εργασίες θαυμάσια.

Και όμως, το δομικό μίσος κατά της ζωής ξέσπασε σ’ αυτή τη συνάντηση, και μόνο εγώ είχα την επίγνω­ση αυτού του πράγματος. Ήμουν προετοιμασμένος να το αντι­μετωπίσω, αργά ή γρήγορα, αλλά η μορφή που εκδηλώθηκε αυτό το μίσος, ξάφνιασε και σοκάρισε ακόμα κι εμένα τον ίδιο. Ακολουθεί εδώ ένας σύντομος απολογισμός αυτής της εμπειρί­ας. Ο αναγνώστης πρέπει να έχει υπόψη του πόσο δύσκολο είναι να αφηγηθεί κανείς μια συγκινησιακή κατάσταση που έχει εκδηλωθεί χωρίς λόγια.

Η μητέρα ήταν μια ζωηρή, έξυπνη και ελαφρά επιθετική, πολύ εργατική και οικονομικά ανεξάρτητη γυναίκα. Δεν ένιωθε το βάρος των τυπικών πολιτιστικών περιορισμών. Είχε ζήσει τη ζωή της σύμφωνα με τις ανάγκες της και είχε αντισταθεί γενναία στο ηθικολογικό τέλμα, που τόσο συχνά απειλούσε να την καταπιεί. Είχε αναθρέψει το παιδί της μ’ ένα τρόπο που συμφω­νούσε πιο πολύ με την αντίληψή της για τη ζωή, παρά με την κοινή γνώμη.

Φυσικά, είχε υποχρεωθεί πολλές φορές σε αμυντι­κή στάση και δικαιολογημένα είχε κάποια υπερένταση. Πάντοτε αναζητούσε κατανόηση και επιδοκιμασία του δικού της τρόπου ζωής, και της δικής της φυσικής αντίληψης για το τι είναι πραγματικά ηθικό και σωστό, και έτσι όταν εντάχθηκε σε κάποιες ομάδες απλών ανθρώπων, που είχαν σαν σκοπό τους να μελετήσουν οργονομία και σεξουαλική οικονομία, ένιωσε ανα­κούφιση. Στο τέλος, σκέφτηκε να αναζητήσει κατανόηση και επιδοκιμασία από μια ομάδα καλοκαταρτισμένων επαγγελματι­ών. Ανυπομονούσε να παρουσιάσει το παιδί της στο ΟΚΒΕ, όχι μόνο για να βοηθήσει σ’ αυτό το σημαντικό έργο, μα και με την ελπίδα ότι θα έπαυε να είναι τόσο απελπιστικά μόνη στη ζωή της.

Άρχισε την παρουσίαση της απαντώντας στις ερωτήσεις μ’ ένα ελεύθερο, απόλυτα ειλικρινή, απροσχημάτιστο τρόπο. Κα­θώς προχωρούσε η συζήτηση, όμως, η υπερένταση επιτεινόταν. Η φωνή της δεν αντηχούσε το ίδιο ελεύθερα όπως πρώτα μιλούσε σαν κάτι να την εμπόδιζε. Το πρόσωπο της είχε κοκκινίσει.

Το κοριτσάκι, που το είχα δει και εξετάσει την προηγούμενη μέρα, συμπεριφερόταν πολύ περίεργα. Δεν έλεγε να ξεκολλήσει από τη μητέρα του και ήταν πολύ δύσκολο να επικοινωνήσουμε μαζί του. Αρνιόταν να ξεντυθεί. Δεν προσπάθησα να το καταπιέ­σω- ήθελα να το αφήσω να διαλέξει μόνο του. Η παρουσίαση κατέληξε σε αποτυχία. Ενιωσα μια ψυχρότητα στην ατμόσφαι­ρα, ιδιαίτερα όταν η μητέρα άρχισε να περιγράφει τις γενετήσιες έξεις του παιδιού της. Ελάχιστες ερωτήσεις έγιναν από το ακροατήριο. Όταν έφυγε η μητέρα, επικράτησε μια παγερή σιωπή. Σαν να ήθελε να θερμάνει την παγωμένη ατμόσφαιρα, ένας κοινωνικός λειτουργός είπε δυνατά: «Σας ευχαριστούμε».

Η συζήτηση άρχισε. Εγώ περίμενα. Τι θα συνέβαινε τώρα; Αυτή η μητέρα ήταν η πρώτη περίπτωση για να δοκιμάσουμε πώς και αν θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε αυτό το έργο με το ευρύτερο κοινό. Βρισκόμασταν τώρα κοντά στην απάντηση.

Η συζήτηση άρχισε, και ήταν σαν να προσπαθούσαμε να ανοίξουμε δρόμο, σπρώχνοντας κάποιο αόρατο και αμετακίνητο εμπόδιο. Αυτή η περίπτωση είχε θέσει ένα πλήθος από κρίσιμα παιδαγωγικά και κοινωνικά προβλήματα: τη χαρακτηριστική μοίρα των ανύπαντρων μητέρων το θάρρος να αντιστέκεται κανείς στην κοινή γνώμη αβοήθητος, και μερικές φορές με συγκεχυμένο τρόπο, την επιτυχία του να έχει αναθρέψει κανείς ένα αρκετά υγιές και χαριτωμένο κορίτσι ως τα τέσσερα του χρόνια- τις δυσκολίες που είχαν προκύψει στη σχέση μητέρας- παιδιού, και που οφείλονταν στο γεγονός ότι η μητέρα ήταν αναγκασμένη να δουλεύει, ενώ ο πατέρας βρισκόταν μακριά, τη φυσική επιδεξιότητα με την οποία αυτή η απαίδευτη και αβοή­θητη μητέρα είχε αντιμετωπίσει τις λαθεμένες συμβουλές και νουθεσίες θείων, γιαγιάδων και γειτόνων τα συμπεράσματα που προέκυπταν από αυτή την περίπτωση για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης, την κοινωνική ζωή, το πρόβλημα των ανύπαν­τρων μητέρων, και πολλά άλλα ζητήματα. Και όμως, η συζήτη­ση δεν έδειχνε να προχωράει. Εξακολουθούσα να περιμένω, χωρίς να κάνω τίποτα.

Τελικά, η συζήτηση άρχισε να εξελίσσεται. Ήταν εκπληκτι­κό να βλέπει κανείς την αποφυγή του ουσιώδους, την παράκαμ­ψη του βασικού ζητήματος που βρισκόταν μπροστά μας, και την αντικατάστασή του από ψευτοκριτικές. Μερικοί πίστευαν πως είχαμε αφιερώσει πάρα πολύ χρόνο στις ερωτήσεις που κάναμε στη μητέρα. Άλλοι έλεγαν πως έπρεπε να είχα κάνει τις ερωτήσεις με κάποιο διαφορετικό τρόπο, χωρίς όμως να προσδι­ορίζουν πώς ακριβώς. Ένας γιατρός, που κατά τα άλλα ήταν πάντα συγκρατημένος και ακαδημαϊκός, ξέσπασε ξαφνικά: «Κι αυτά τα καθίσματα έπρεπε να είναι πιο άνετα…». Ένας άλλος από τους συμμετέχοντες ένιωσε μεγάλη αμηχανία για την ανοι­χτή συζήτηση μιας «άνομης» σχέσης μπροστά σε τόσο κόσμο. (Το παραδέχτηκε με ειλικρίνεια μετά τη συνάντηση).

Οι ψευτοκριτικές συγκεντρώνονταν όλο και περισσότερο επάνω μου· ότι θα έπρεπε να είχα κάνει τούτο, ότι θα έπρεπε να είχα κάνει εκείνο- ότι το παιδί δεν έπρεπε να ήταν μπροστά την ώρα που εξεταζόταν η μητέρα. Ένας από τους συμμετέχοντες πίστευε ότι το παιδί θα μπορούσε να είχε πάθει κακό, ακούγοντάς την να περιγράφει τα γενετήσια παιχνίδια της. Ένας άλλος πίστευε ότι το παιδί δεν είχε ανταποκριθεί όπως αναμενόταν. Εξακολουθούσα να περιμένω, αδιαφορώντας για τα πυρά της ψευτοκριτικής. Είχε μεγάλη σημασία να δω μέχρι πού μπορούσε να φτάσει.

Μια παιδαγωγός κόμπαζε ότι είχε συζητήσει τη γενετησιότητα των παιδιών μπροστά σε ένα ακροατήριο τριακοσίων ανθρώ­πων, στους οποίους αισθάνθηκε υποχρεωμένη να θίξει το θέμα. Εγώ έφριξα. Πόσο αφελής και απομακρυσμένη ήταν αυτή η στάση από κάθε αίσθηση κινδύνου! Ήξερα ότι η παιδαγωγός που το είπε αυτό, είχε κάποτε υποφέρει από οξύ γενετήσιο άγχος.

Κάποιος άλλος με επέκρινε που δεν κατάφερνα να επικοινωνήσω με το παιδί! Έπρεπε να το είχα χειριστεί το ίδιο επιδέξια, όπως είχα κάνει με ένα άλλο παιδί, μερικές εβδομάδες νωρίτερα. Παραδέχτηκα πως δεν μπόρεσα να επικοινωνήσω με το παιδί, και πως αυτός ακριβώς ήταν ο λόγος που είχα αποτύχει. Δεν αναφέρθηκα καθόλου στην αμηχανία που είχα νιώσει την ώρα που γίνονταν οι ερωτήσεις.

Η κατάσταση γινόταν όλο και πιο τεταμένη. Οι ψευτοκριτικές έπεφταν πάνω μου σαν ριπές πολυβόλου.

Τελικά, μια πολύ έμπειρη παιδαγωγός-κοινωνική λειτουργός έσπασε τον πάγο. Είπε, με ειλικρίνεια, πως είχε νιώσει πάρα πολύ δυσάρεστα σ’ αυτή την ομάδα των επαγγελματιών. Ήταν όλοι τους συγκρατημένοι, δεν είχαν καμιά επικοινωνία μεταξύ τους, αδιάφοροι μπροστά στα καυτά ερωτήματα- με λίγα λόγια, δεν ήταν κατάλληλοι γι’ αυτό το έργο.

Εξακολουθούσα να περιμένω, προσπαθώντας να ενθαρρύνω την ελεύθερη συζήτηση του βασικού ζητήματος.

Ήταν απόλυτα ξεκαθαρισμένο για μένα, πως το δομικό μίσος κατά της ανοιχτής συζήτησης της πραγματικής γενετησιότητας είχε, για πρώτη φορά, προσβάλει το ΟΚΒΕ. Ήταν σημαντικό να αφεθεί ελεύθερη η παραπέρα εξέλιξη αυτών των αντιδράσε­ων. Μέσα στη σύγχυση που επικράτησε στη συνάντηση, αι­σθάνθηκα πως το ίδιο το έργο αντιμετώπιζε μια έντονη κρίση. Αν δεν ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί μ’ αυτούς τους καταρ­τισμένους και αφοσιωμένους επαγγελματίες, τότε δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Το ΟΚΒΕ ήταν καταδικασμένο.

Ανάγγειλα πως θα κάναμε μια εκτεταμένη συζήτηση για το περιστατικό στην επόμενη συνάντηση, και είπα απλώς στους συγκεντρωμένους πως ήταν η πρώτη φορά που συναντούσαν ένα μεγάλο εμπόδιο μέσα στις ίδιες τους τις δομές.

Μερικοί γιατροί και παιδαγωγοί μίλησαν ιδιαίτερα μαζί μου, μετά το τέλος της συνάντησης. Ορισμένοι είχαν νιώσει καθαρά το μίσος. Μια γυναίκα παραδέχτηκε πως η ειλικρίνεια της μητέρας, την είχε κάνει να νιώσει πολύ δυσάρεστα. Συμφωνήθη­κε η αντίδραση αυτή να τεθεί ανοιχτά στην επόμενη συνάντηση, με κίνδυνο την πλήρη κατάρρευση ολόκληρου του προγράμμα­τος. Ζητήθηκε από ένα κοινωνικό λειτουργό να έρθει σε επαφή με τη μητέρα την άλλη μέρα, για να διαπιστώσει αν το παιδί είχε πάθει κάτι κακό. Όλοι οι παρόντες συμφώνησαν πως είχαμε να κάνουμε με μια κρίσιμη εμπειρία, και πως η παραπέρα επεξεργα­σία και αποσαφήνιση είχαν πολύ μεγάλη σημασία.

Ένιωθα απογοητευμένος. Είχα άραγε αποτύχει ανεπανόρθω­τα; Δεν έβλεπα με ποιο τρόπο θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί αυτό το μίσος. Δεν αμφέβαλλα πως είχα να κάνω με δομικό μίσος, ίδιο μ’ εκείνο που, για τόσο καιρό, κρατούσε το ζήτημα της παιδικής γενετησιότητας μακριά από κάθε συνάντηση παι­δαγωγών και γιατρών σ’ όλο τον κόσμο. Ήταν το μίσος που είχε προκαλέσει τον βασανισμό αναρίθμητων παιδιών, εδώ και χιλιάδες χρόνια- ήταν το μίσος εναντίον του έργου μου.

Ήταν η ατμόσφαιρα του «μην κάνεις τούτο, και μην κάνεις εκείνο» φοβερή, κρυφή, απάνθρωπη, κακή, έτοιμη να δυσφημί­σει και να συντρίψει όποιον άντρα ή γυναίκα θα τολμούσε να πλησιάσει στην απαγορευμένη περιοχή- η δολοφονία του Χρι­στού- οι φόνοι, που δεν έχουν τελειωμό πάνω σ’ αυτό τον πλανήτη- το σιωπηλό, ύπουλο, έντονο μίσος για τον πυρήνα της ζωής.

Το μίσος που απόδιωξε τον έρωτα στις σκοτεινές γωνιές και στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα- οι σιωπηλές αλλά αγωνιώ­δεις φρουδεύσεις- τα πικρά δάκρυα των νέων σε μοναχικά δωμάτια- οι σαδιστές που καταπολέμησαν την αλήθεια γι’ αυτά τα ζητήματα, όπου κι αν προσπάθησε να διαπεράσει την ομίχλη- ο αρρωστημένος μορφασμός της πανούκλας στο πρόσωπο του συκοφάντη, όταν ακούει να γίνεται λόγος για έρωτα- ο χιτλερι­κός ή σταλινικός μυστικιστής, που νιώθει την ανάγκη να κόψει λαρύγγια μόλις γίνει μάρτυρας μιας γενετήσιας περίπτυξης

… τα ανόητα χάχανα στις αίθουσες των κινηματογράφων, όταν προ­βάλλεται το ζευγάρωμα πουλιών ή ψαριών το δέσιμο των χεριών του μωρού για να μην αγγίξει τα σεξουαλικά του όργανα, ο απελπισμένος αγώνας των καλών νέων για να μη μετατραπεί η ερωτική εμπειρία σε χυδαιότητα, εξ αιτίας της φρούδευσης, το μαρτύριο εκατομμυρίων προικισμένων εφήβων και νέων που μαθαίνουν την αλήθεια με συγκεχυμένο τρόπο, παγιδεύονται ανεπανόρθωτα, ανήμποροι, απελπισμένοι, και τρελαίνονται, για να υποστούν στη συνέχεια βασανιστήρια σε απάνθρωπα, τερα­τώδη ψυχιατρικά ιδρύματα, όπου οι σαδιστές της ψυχιατρικής τούς κόβουν το μετωπιαίο λωβό ή σκοτώνουν τη ζωντάνια τους με ηλεκτροσόκ- οι χιλιάδες των νεαρών αγοριών και κοριτσιών που γίνονται γκάνγκστερ, επειδή βλέπουν τη ζωή τους να χαραμίζεται, χωρίς να μπορούν να βρουν κάποια διέξοδο για τα φυσικά τους συναισθήματα.

Όλα αυτά, και πολλά άλλα, πέρασαν μπροστά από τα μάτια μου κάποια νύχτα που δε μου ερχόταν ύπνος. Θα πετύχαινα; Η θα επικρατούσε η συγκινησιακή πανούκλα;

Την επόμενη εβδομάδα ξανασκέφτηκα πολλές φορές την κατάσταση. Το έργο είχε αναμφίβολα οδηγηθεί σε σοβαρή κρίση. Το πρόβλημα δεν ήταν η κρίση καθεαυτή, αλλά η δομική φύση της εχθρικής αντίδρασης που την έκανε απρόσιτη. Διάφο­ρες περιγραφές από συμμετέχοντες έδειχναν πως ένιωθαν ενο­χλημένοι. Δεν υπήρχε καμιά εξωτερική ένδειξη της πραγματι­κής εχθρότητας. Όλα φαίνονταν ήρεμα, αλλά ταυτόχρονα, όλοι ήξεραν πως κάτι αποφασιστικό θα συνέβαινε. Ανέλαβα να διαπεράσω το δομικό τείχος, έχοντας επίγνωση της μεγάλης μου ευθύνης. Η επιτυχία ή αποτυχία θα ήταν αποφασιστική για τις επερχόμενες γενιές. Μέσα στο δίλημμά μου, θυμήθηκα ένα απόσπασμα από τον Ντ. Χ. Λώρενς:

“Νιώθω μεγάλη πίκρα στην καρδιά μου, τούτη τη στιγμή, σαν να ‘ τανε προδότες — είναι προδότες. Προδίνουν την πραγματική αλήθεια. Έρχονται και με κάνουν να μιλάω, και το ευχαριστιούνται, τους δίνει μια αίσθηση βαθιάς ικανοποίησης. Και αυτό είναι όλο. Λες κι όσα λέω, άλλο σκοπό δεν έχουνε παρά να τους δίνουν ικανοποίηση, με τη νοστιμιά της προσωπικότητάς μου, σα να ‘μαι κανένα κέικ, κρασί, ή πουτίγκα. Ύστερα λένε πως, εγώ, ο Ντ. Χ. Λώρενς. είμαι θαυμάσιος, μια πολύτιμη προσωπικότητα, μόνο που αυτά που λέω είναι υπερβολές, φαντασιώσεις.

Λένε πως δεν μπορώ να σκεφτώ… Ό,τι είναι δυναμικό στον κόσμο, το μετατρέπουν σε μια αίσθηση, στην ικανοποίηση αυτού που είναι στατικό. Είναι στατικοί, στατικοί, στατικοί. Έρχονται και μου λένε, «είσαι υπέροχος, είσαι δυναμικός», κι ύστερα μου κλέβουν τη ζωή για να νιώσουν κάτι οι ίδιοι όλη μου την προσπάθεια, μιας ολόκληρης ζωής, την προδίνουν. Είναι σαν τον Ιούδα: κάνουν τα πάντα να γυρίζουν γύρω από το στατικό εαυτό τους, τα μετατρέπουν σε στατική μηδαμινότητα. Το αποτέλεσμα γι’ αυτούς είναι μια αίσθηση ικανοποίησης, ένας ερεθισμός και για μένα, μια πραγματική αιμορραγία.”

Το παράπονο του Λώρενς πιάνει την ουσία αυτής της κρίσης. Έχοντας ξεγελαστεί από το θαυμασμό που είχαν για μένα εδώ και χρόνια, κατάλαβα πως αυτό που τραβούσε τους ανθρώπους κοντά μου, ήταν η «αίγλη» μου και η «ακτινοβολία της προσωπικότητάς» μου και όχι η υπόθεση που γι’ αυτή αιμορράγησα με πολλούς τρόπους.

Εγώ ήθελα συνεργάτες, αγωνιστές, ερευνη­τές, ανθρώπους με γνώσεις. Και αυτό που έβρισκα ήταν ένα σωρό μυστικιστικά παράσιτα, που περίμεναν από μένα τη σωτη­ρία τους, την οργαστική ικανότητα, την ευτυχία στη ζωή, χωρίς να κάνουν τίποτα για να τα κερδίσουν και να τα εξασφαλίσουν. Έπρεπε να τους τα δώσω εγώ.

Οι πιο άσπονδοι εχθροί μου ήταν πάντα εκείνοι που γοητεύονταν από το έργο μου και από την υπόσχεση που έδινε για την ανθρωπότητα, αλλά όμως δεν είχαν την υπομονή, την αντοχή, τη γνώση ή το σθένος να το ζήσουν και να το συνεχίσουν. Έκανα ό,τι ήταν δυνατό για να απομα­κρύνω το μυστικιστή θαυμαστή, τον απογοητευμένο μελλοντικό εχθρό. Αυτή ακριβώς η βασανιστική εμπειρία ήταν που με ανάγκασε να δώσω προτεραιότητα στην αρχή της εργασίας, και όχι στην αρχή της φιλίας. Προσπαθούσα να μετατρέπω την ιδεολογική και μυστικιστική πίστη σε μένα, σε ανεξάρτητα, πρακτικά επιτεύγματα. Συνήθως δεν το πετύχαινα. Και αυτό ήταν ένα συνεχές πρόβλημα.

Οι περισσότεροι από τους συνεργάτες μου πίστευαν, πως γι’ αυτό το πρόβλημα ευθύνονταν είτε η τεχνική των ερωτήσεων, είτε οι ιδιομορφίες κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης. Μόνο ένας παιδαγωγός είπε διστακτικά πως το ακροατήριο ήταν «μαζεμέ­νο» και «παγωμένο». Παραθέτω εδώ τις σημειώσεις που κράτη­σα μετά τη συνάντηση:

1. Η μητέρα ήταν ειλικρινής και καλή, έσπασε το φράγμα.

2. Οι συγκεντρωμένοι πάγωναν όλο και περισσότερο, καθώς ξεπρόβαλε το θέμα της γενετησιότητας, ώσπου η μητέρα ένιωσε σύγχυση και υπερένταση.

3. Έγιναν προσπάθειες απ’ την αρχή να εκτραπεί η συζήτηση από το βασικό ζήτημα σε δευτερεύοντα και επιφανειακά πράγματα: στη μέθοδο των ερωτήσεων, στο ότι η διαδικασία είχε περι­στραφεί πάρα πολύ γύρω από τη μητέρα, στο ότι τα καθίσματα ήταν πολύ στενά, κλπ.

4. Κάθε επικοινωνία με το παιδί ήταν αδύνατη. Αρνιόταν να ξεντυθεί, και με το δίκιο του. Η ατμόσφαιρα ήταν παγωμένη.

5. Οι «άνθρωποι» συναντήθηκαν με τους «ειδικούς». Και αυτοί οι τελευταίοι, απέτυχαν.

6. Το δομικό μίσος εκτοξεύθηκε σαν ριπή πολυβόλου.

7. Θα ήταν απερισκεψία να αφήσει κανείς αυτούς τους παιδα­γωγούς να βγουν έξω στον κόσμο και να ασχοληθούν με την παιδική γενετησιότητα.

8. Για ένα διάστημα, δε θα έπρεπε να παρουσιαστούν άλλα παιδιά που βρίσκονταν στη γενετήσια φάση τους.

Ήταν ήδη ξεκάθαρο για μένα, εδώ και πολλά χρόνια, κάτι που η γενική του αναγνώριση πρόβαλλε σαν το πιο ουσιώδες έργο μας: συγκεκριμένα, ότι δεν μπορούσε να γίνει κανένα βήμα προς τη βασική προληπτική αγωγή, αν το δομικό μίσος, που υπάρχει γενικά στον ανθρώπινο χαρακτήρα, δεν μπορούσε να κατανοηθεί και να καθυποταχτεί.

Διαφορετικά, καθένας από τους συνεργάτες μου θα ήταν συνέχεια εκτεθειμένος σε ανυπολό­γιστους κινδύνους, και θα ήταν ανίκανος να προλάβει την καταστροφή. Ήταν επίσης ξεκάθαρο πως, για την ώρα, ήταν πολύ πιο σημαντικό να ξεπεράσουμε αυτό το τρομερό εμπόδιο, παρά να καθιδρύσουμε τους φυσικούς νόμους της αυτορρύθμισης. που είναι σχετικά απλοί στο χειρισμό τους.

Το ακροατήριο είχε τρομάξει από την ειλικρίνεια της μητέ­ρας. Γι’ αυτό ακριβώς «είχαν ακούσει πάρα πολλά σχετικά με τη μητέρα». Τα καθίσματα ήταν πολύ στενά, γιατί αυτοί που κάθονταν σ’ αυτά είχαν νιώσει μια στενάχωρη νευρικότητα. Δεν κατόρθωσα να επικοινωνήσω με το παιδί, και το παιδί είχε αρνηθεί να συνεργαστεί, γιατί δεν μπορεί κανείς να λειτουργή­σει εύκολα, σύμφωνα με το φυσικό ρεύμα της ζωής, όταν υπάρχουν γύρω του άνθρωποι που τον αντιμετωπίζουν εχθρικά, απόμακροι, ψυχροί, «επικριτικοί», υπεροπτικοί, απρόσιτοι, που προσπαθούν να αποκρούσουν μέσα τους το άγχος και την αποστροφή, με μια κακά μεταμφιεσμένη εχθρότητα.

Τότε, αυτό που είναι ζωντανό, παγώνει, αποσύρεται στον εαυτό του, αρνεί­ται να φανερώσει τον ενδότερο πυρήνα του. Γι’ άλλη μια φορά, γινόταν ολοφάνερο, γιατί ολόκληρος ο χώρος της γενετησιότητας — παιδικής, εφηβικής και ώριμης — περιβαλλόταν τόσο καιρό από μυστικότητα και είχε γίνει ταμπού. Το βαθύ μίσος κατά της οργονομίας, που διαρκώς αποκάλυπτε αυτές τις φυσι­κές λειτουργίες, ήταν λογικό μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο του θωρακισμένου ανθρώπου. Το βάθος τού μίσους έμοιαζε απύθμε­νο.

Σ’ αυτό το σημείο αποφάσισα να θέσω ανοιχτά όλα αυτά τα ζητήματα, διακινδυνεύοντας την καταστροφή ολόκληρου του εγχειρήματος.

Η επόμενη συνάντηση άρχισε στις 19 Φεβρουαρίου 1950, μέσα σε μια τεταμένη ατμόσφαιρα. Όλοι καταλάβαιναν πως εκείνη η ημέρα θα ήταν αποφασιστική για τη συνέχιση της ύπαρξης της ερευνητικής ομάδας. Άρχισα επισημαίνοντας τους λόγους που αναγκάστηκα να περιμένω πάνω από δέκα χρόνια, για να συγκαλέσω τους συνεργάτες μου γι’ αυτό το κοινωνικό έργο, παρά τα πολυάριθμα παράπονα ότι δεν είχα κάνει τίποτα στον τομέα της πρακτικής κοινωνιολογίας, από τότε που είχα έρθει στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η διστακτικότητά μου βασιζό­ταν στην πεποίθηση ότι δεν είχε βρεθεί τρόπος για να αντιμετω­πιστεί ο δομικός φόβος και το μίσος για τις λειτουργίες της ζωής, ακόμα και από τη μεριά των πιο ειδικευμένων και αφοσιω­μένων συνεργατών μου στον τομέα της οργονομίας.

Επίσης, όποτε επισήμαινα κάποια εκδήλωση αυτού του μίσους, ο κόσμος το θεοιρούσε παραξενιά, υπερβολή, προσωπική ιδιοτροπία ή προκατάληψη. Για παράδειγμα, όταν είχα επισημάνει στους σπουδαστές μου πως η επίθεση της Μπρέιντι, στο περιοδικό Harpcr’s([1]) ήταν ερυθροφασιστική λασπολογία. δεν με πίστεψαν. Όπως δε με πίστεψαν και όταν αυτή η επίθεση συνεχίστηκε πιο ανοιχτά, στην εφημερίδα του τότε συνοδοιπόρου Γουάλλας, The New Republic (*)

Όταν επισήμαινα επανειλημμένα το βαθύ μίσος των φασιστών για την αρχή της ζωής, ο κόσμος σκεφτόταν πως ένιωθα απέχθεια για τους ερυθροφασίστες. Αρνι­όνταν όλοι τους να δουν τη σχέση ανάμεσα στη γενική πολιτική πανούκλα και το ατομικό δομικό μίσος, που γίνεται προσιτό στην ιατρική έρευνα.

Όταν ένας βιοψυχίατρος με τη δική μου πείρα δείχνει, δεκάδες χρόνια τώρα, ότι αυτό που λέμε συγκινησιακή πανού­κλα είναι κάτι που υπάρχει μέσα στη δομή κάθε παιδαγωγού, γονέα, γιατρού, κλπ., δεν μπορεί να αγνοείται ατιμωρητί.

Χρό­νια τώρα προειδοποιούσα τον κόσμο να μην τριγυρνά από εδώ και από εκεί, κάνοντας προπαγάνδα για τη σεξουαλική οικονο­μία και τη θεωρία του οργασμού. Ο πρώτος τους στόχος θα έπρεπε να ήταν να γίνουν γνώστες, απόλυτοι γνώστες, του βάθους και της πολυπλοκότητας της ανθρώπινης αθλιότητας. Τα κίνητρα του θαυμασμού των επιτευγμάτων μου σπάνια ήταν ορθολογικά.

Οι άνθρωποι σαγηνεύονταν από αυτό που νόμιζαν για επίγειο παράδεισο χωρίς καμιά προσπάθεια για να τον κερδίσουν από την «οργαστική ικανότητα» που θα τους παρεχό­ταν, δίχως να χρειαστεί να αλλάξουν στο παραμικρό τον τρόπο ζωής και σκέψης τους- από το «μεγάλο αρχηγό», που επί τέλους είχε δώσει την απάντηση στους κάθε είδους φασίστες, μαύρους, κόκκινους ή άσπρους.

Μα όταν ο φασισμός σήκωσε το απαίσιο κεφάλι του, ακριβώς κάτω από τη μύτη του «ραϊχικού» θαυμα­στή, εκείνος αρνήθηκε με πείσμα να το δει. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ήταν επιβεβλημένο να μην ηγηθώ κανενός, αν ήθελα να κάνω κάτι στον ωκεανό της ανθρώπινης αθλιότητας.

Μίλησα στους συνεργάτες μου γι’ αυτή την απελπισμένη μου πάλη ενάντια στις μυστικιστικές προσδοκίες που με έπνιγαν, και στους κινδύνους που εγκυμονούσαν οι αναπόφευκτες απογοη­τεύσεις που επακολούθησαν. Τους προειδοποίησα πως αν δεν μάθαιναν να υποφέρουν από και για τους παιδαγωγικούς τους στόχους, δε θα κατακτούσαν την πίστη και τη συγκινησιακή δύναμη για να αντέξουν στα βαριά πλήγματα που μπορεί να τους δώσει η συγκινησιακή πανούκλα. Όταν η αλήθεια για τη συγκινησιακή αθλιότητα δεν έχει διεισδύσει πουθενά, όταν δολοφονείται κάθε φορά που προσπαθεί να ακουστεί, οι δυνά­μεις που την αντιστρατεύονται πρέπει να είναι πανίσχυρες.

Επομένως, η αφέλεια ήταν επικίνδυνη. Είναι αλήθεια, τους είπα, πως θα μπορούσα να τους κάνω να φωνάξουν, «Ζήτω ο Ράιχ», με όλη τη δύναμη της φωνής τους. Αλλά αυτό δε θα βοηθούσε κανένα παιδί, σε κανένα του πρόβλημα. Ήθελα ανεξάρτητους συνεργάτες, που να ξέρουν τι κάνουν, να μη δειλιάζουν μπροστά στις πρώτες ενδείξεις αποδοκιμασίας κάποιας «αυθεντίας», να είναι πρόθυμοι να εγκαταλείψουν τις κοινωνικές ή προσωπικές διασυνδέσεις τους, αν αυτές οι υποχρεώσεις βρίσκονταν σε αντίφαση με τα παιδαγωγικά και ιατρικά τους καθήκοντα.

Τους είπα, επίσης, πως δε μ’ ενδιέφερε να είμαι αρχηγός μιας ομάδας ή ενός συλλόγου, αν αυτή η ομάδα ή ο σύλλογος δεν είχε σαν συγκεκριμένο σκοπό και έργο του την πάλη κατά της συγκινησι­ακής πανούκλας. Είχα αρκετά πράγματα να κάνω, και δε φιλοδο­ξούσα καθόλου να γίνω επίσημος ηγέτης. Ούτε και μ’ ενδιέφερε καθόλου η κοινή αναγνώριση ή οι όποιες τιμές- δεν άξιζαν πολλά πράγματα, αν δεν ήταν βασισμένες σε πραγματικά επιτεύ­γματα. Είχα θυσιάσει τρεις φορές τους οικογενειακούς μου δεσμούς, για να μπορέσω να συνεχίσω το δρόμο που είχα διαλέξει. Και, βέβαια, δε θα εγκατέλειπα αυτό το δρόμο για χάρη μερικών περαστικών σπουδαστών ή συνεργατών.

Τους είπα ότι θα έπρεπε να παραιτηθούν από αυτό το έργο, αν δεν μπορούσαν να προσαρμοστούν στις αργές, κοπιαστικές προσπάθειες που χρειάζονταν, χωρίς να περιμένουν καμιά επι­βράβευση. Θα έπρεπε να πάψουν να προσκολλούνται στη λαθε­μένη κοινή γνώμη. Θα έπρεπε επίσης, να αντιμετωπίζουν κριτι­κά τα συνηθισμένα καμώματα στο χώρο της ανατροφής των παιδιών. Αυτή δεν ήταν δουλειά για έντρομους ή αβρούς ακαδη­μαϊκούς. Είναι το δυσκολότερο έργο που ανέλαβαν ποτέ γιατροί ή παιδαγωγοί. Και τελευταίο, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, θα έπρεπε να μάθουν να αντιμετωπίζουν τη θωράκιση των παιδιών από τις αρχές της.

Η Θωράκιση στο Νεογέννητο Μωρό: Υποθέτουμε ότι με τη γέννηση του μωρού, αναδύεται μέσα από τη μήτρα ένα αστρέβλωτο και πολύ εύπλαστο βιοενεργειακό σύστημα και από εκεί και πέρα, δέχεται ένα πλήθος επιδράσεων από το περιβάλλον, που αρχίζουν να διαμορφώνουν τον ειδικό τρόπο αντίδρασης του μωρού στην ηδονή και στη λύπη. Παρ’ όλο που οι προγεννητικές βλάβες καθορίζουν ως ένα βαθμό τον τρόπο που αφομοιώνονται και δομούνται τα μεταγεννητικά ερεθίσματα, εδώ, για λόγους ευκολίας, θα διαχωρίσουμε την προγεννητική από τη μεταγεννητική ανάπτυξη.

Αυτό που έχει σημασία εδώ, είναι να δούμε αν, και πώς, μπορούμε να εφαρμόσουμε τις βασικές μας αρχές στη συγκεκρι­μένη, ιδιαίτερη περίπτωση. Τι εμπόδια θα συναντήσουμε από τη στιγμή που θα αποφασίσουμε να μην καθόριζα την πορεία των γεγονότων τίποτε άλλο, εκτός από το συμφέρον του παιδιού; Το «τίποτε άλλο» είναι φυσικά υπερβολικό, και δεν ισχύει στην καθημερινή κοινωνική ζωή. Γνωρίζουμε καλά ότι, για πολλούς αιώνες ακόμα, η καταπιεσμένη ζωή θα επιβάλλεται στην υγιή, νεογέννητη ζωή. και θα κάνει κακό.

Ωστόσο, αυτό που έχει αποφασιστική σημασία για τη γενική κατεύθυνση της διαδικα­σίας, όπως και για την επιτυχία του ΟΚΒΕ, είναι να μάθουμε να αναγνωρίζουμε τα εμπόδια που βρίσκονται στο δρόμο μας, όπως εμφανίζονται στην καθημερινή ζωή. Ο καλύτερος τρόπος για να πραγματοποιήσουμε την έρευνά μας, είναι να ασχοληθούμε μι: μια συγκεκριμένη περίπτωση.

Η μητέρα του μωρού για το οποίο θα συζητήσουμε στις επόμενες σελίδες, επιλέχτηκε μέσα από μια μικρή ομάδα υποψή­φιων, για την «καλή της υγεία». Βιολογικά, έμοιαζε να είναι εξωστρεφής, ειλικρινής, χωρίς βασικές στρεβλώσεις στη χαρακτηροδομή της. Ήταν κάμποσα χρόνια παντρεμένη, και ευτυχι­σμένη από το γάμο της. Οι επαγγελματικές υποχρεώσεις του συζύγου της, που εργαζόταν στο στρατό, δεν τους είχαν επιτρέ­ψει να αποχτήσουν παιδί, αν και το ήθελαν πάρα πολύ. Εκείνη ήταν μια όμορφη, τριαντάχρονη και σεξουαλικά ελκυστική γυναίκα. Η πρώτη βιοφυσική εξέταση αποκάλυψε ένα γερό σώμα, ζεστό και υγιές δέρμα, σπινθηροβόλα μάτια, σαρκώδη και αισθησιακά χείλη, καλοσχηματισμένο κορμί, άνετη και ήρεμη συμπεριφορά.

Μπορούσε να εκφράζει ελεύθερα κάθε είδους συγκινήσεις, βασική ένδειξη πως η βιοενέργειά της έρεε ελεύθερα. Μπορούσε να κάνει μορφασμούς, να σαρκάζει, να γκρινιάζει, να ουρλιάζει, να δείχνει άγχος στο βλέμμα της, να ανοίγει διάπλατα τα μάτια, να συνοφρυώνεται, να δαγκώνει και να χτυπά με τις γροθιές της κάποιο φανταστικό μισητό αντικείμενο. Το αντανακλαστικό της στο χιούμορ ήταν απόλυτα ανεπτυγμένο. Τα μάτια της είχαν ένα βαθύ, σοβαρό και διαπεραστικό βλέμμα, γεμάτο από διάθεση επικοινωνίας, όπως το βλέμμα του ελαφιού.

Ο ουσιώδης χώρος για την εξέταση μιας μέλλουσας μητέρας είναι, φυσικά, η πύελος. Δεν αναφέρομαι μόνο στους μηχανι­κούς παράγοντες, όπως είναι το εύρος της εισόδου και εξόδου της πυελικής οστεοδομής, η φυσιολογική θέση της μήτρας, η απουσία αναστροφής και πρόπτωσης, η απουσία τριχομονάδων, τραχηλικών κακώσεων και διαβρώσεων, ινομυωματικών όγκων στη μήτρα, και οι τακτικές και ανώδυνες εμμηνορρυσίες. Αυτά είναι συνηθισμένα πράγματα για ένα καλό μαιευτήρα. Αυτό που έχει σημασία εδώ, είναι αν υπάρχει ή όχι κάποια θωράκιση στην πυελική χώρα.

Ο λόγος είναι ολοφάνερος: Η πυελική θωράκιση αποκλείει την ικανοποιητική οργαστική εκφόρτιση, μειώνει τη ζωτικότη­τα των γεννητικών οργάνων, και έτσι εμποδίζει την πλήρη βιοενεργειακή λειτουργία του εμβρύου. Ακόμη, κάνει ολόκληρο το συγκινησιακό σύστημα πιο ευπαθές στην υπερένταση και τις πιέσεις που προέρχονται από οικογενειακά προβλήματα, διατα­ραχές της κύησης, και από τον ίδιο τον τοκετό.

Δεν αποκλείσα­με εντελώς τις μητέρες που είχαν θωρακισμένη πύελο, αλλά τις εντάξαμε στην ομάδα Β, με την πρόθεση να εξετάσουμε, αν το έμβρυο που αναπτυσσόταν μέσα στη σπαστική μήτρα, είχε πάθει βλάβες. Λίγα πράγματα ήταν γνωστά για την επίδραση του σπασμού της μήτρας στο έμβρυο. Τα αποτελέσματα έπρεπε να είναι σαφώς διαχωρισμένα, σύμφωνα με τη βασική μας διάκριση ανάμεσα σε θωρακισμένους και αθωράκιστους οργανισμούς. Γνωρίζουμε από άφθονα κλινικά δεδομένα πως, όταν η πύελος είναι αθωράκιστη, ο υπόλοιπος οργανισμός δεν παρουσιάζει καμιά σημαντική ακινησία- και πως όταν η πύελος είναι θωρακι­σμένη, υπάρχει πάντα θωράκιση και σε άλλες περιοχές του οργανισμού. Σύμφωνα με το σχέδιο του ΟΚΒΕ, οι μητέρες εκείνες που είχαν αθωράκιστη πυελική χώρα, θα συγκροτούσαν αποκλειστικά την ομάδα Α.

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στη μητέρα μας. Απολάμβανε τη γενετήσια περίπτυξη χωρίς φόβο ή αναστολές. Μπορούσε «να αφεθεί» εντελώς, και είχε κανονικές οργαστικές εκφορτίσεις- ολόκληρη η συμπεριφορά και η έκφρασή της επιβεβαίωναν αυτό το συμπέρασμα. Το μοναδικό εύρημα ήταν μια ελαφριά υπερευαισθησία στη μέση κοιλιακή χώρα, που όμως εξαλείφθηκε εύκολα.

Στον ψυχολογικό τομέα, είχε μια τάση υπερβολικά ιδεαλιστι­κής αντιμετώπισης της μητρότητας και των παιδιών. Έλαμπε από χαρά, με την προσμονή ότι θα γεννούσε ένα «υγιές παιδί» και θα το μεγάλωνε χαρούμενα και ευτυχισμένα. Δεν είχε συνειδητοποιήσει απόλυτα, πως η γέννηση και η ανατροφή των παιδιών είναι ένα μεγάλο και συχνά επίπονο έργο. Όταν της το είπαμε, έδειξε μια υπερβολική αισιοδοξία γι’ αυτό που την περίμενε.

Φαινόταν επίσης να εξιδανικεύει το σύζυγο της. Δεν είχαν, όπως είπε, καθόλου συγκρούσεις, ήταν πολύ ευτυχισμένοι μαζί, κλπ. Οι γιατροί που έκαναν την εξέταση, είχαν πληροφο­ρηθεί από την προϊστάμενη κοινωνική λειτουργό, πως δεν ήταν όλα τόσο ρόδινα, όσο ήθελε να τα παρουσιάζει η μητέρα. Ο σύζυγος, ένας καλός και ωραίος άντρας, είχε την τάση να μιλάει με πρόστυχες, πορνογαφικές εκφράσεις. Είχε μερικές ακλόνητες ιδέες για τα κοινωνικά και πολιτιστικά ζητήματα, που δε συμφω­νούσαν και τόσο με τη βιολογική δομή της γυναίκας του. Φαινόταν, επίσης, να του αρέσει πάρα πολύ η εξιδανίκευση που του έκανε.

Είναι πολύ σημαντικό να μην αξιολογούμε τους γονείς «από­λυτα», σε σχέση με την «απόλυτη» υγεία ενός «απόλυτα υγιούς» παιδιού. Αντίθετα, μια τέτοια στάση απόλυτης τελειοθηρίας είναι πολύ επιζήμια, όχι μόνο για τη συμπεριφορά των γονέων, αλλά, πράγμα πρωταρχικής σημασίας, και για το ίδιο το προλη­πτικό έργο. Το ιδεώδες μιας «απόλυτης» υγείας και ενός «απόλυ­τα υγιούς» παιδιού βρίσκεται σε αντίφαση με την πραγματικότη­τα, που μέσα της είναι αναγκασμένο να μεγαλώνει το παιδί.

Πιθανότατα, βρίσκεται σε αντίφαση και με την ίδια τη φυσική διαδικασία, που ποτέ δεν είναι και δεν μπορεί να είναι τέλεια και σύμφωνη με τα ιδεώδη του ανθρώπου. Η διατύπωση απόλυτων ιδεών, στην ιατρική ή στην παιδαγωγική, αποκλείει τη σωστή αξιολόγηση του τι είναι και τι δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί. Το πιθανότερο είναι να καταρρεύσουν, μόλις προσκρούσουν στα πρώτα μεγάλα εμπόδια.

Σ’ αυτή τη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως και σε άλλες, η μητέρα και η κοινωνική λειτουργός που είχε αναλάβει την υπόθεση, κινδύνευαν με αποτυχία, εξ αιτίας αυτής της ιδέας για την απόλυτη υγεία. Είναι ένα γενικότερο γνώρισμα του ανθρώπινου χαρακτήρα που θα μας απασχολήσει αρκετά. Αργότερα θα δούμε με ποιο τρόπο αυτά τα χαρακτηρι­στικά της μητέρας άρχισαν να επιδρούν πραγματικά στο παιδί προς τη λαθεμένη κατεύθυνση.

Το προσωπικό που θα αναλάμβανε τη μητέρα το αποτελούσαν:

> Ενας γιατρός οργονόμος, που έργο του ήταν να παρακολου­θεί τη συγκινησιακή κατάσταση της μητέρας στη διάρκεια της κύησης και να απομακρύνει κάθε ανάσχεση που θα εμφανιζόταν, σε οποιοδήποτε μέρος του οργανισμού.

> Άλλος ένας οργονόμος, που είχε ειδικευτεί στην παρακολού­θηση των μικρών παιδιών, και είχε πλούσια πείρα από το δικό του γιο, που τότε ήταν τεσσάρων χρόνων.

> Μια κοινωνική λειτουργός με οργονομική κατάρτιση, που θα είχε συχνή επικοινωνία με τη μητέρα, για να διαπιστώνει έγκαιρα κάθε συγκινησιακή ή σωματική παρέκκλιση από το φυσιολογικό.

> Ένας μαιευτήρας, που θα αναλάμβανε τον τοκετό- ήταν πρόθυμος να συνεργαστεί με το ΟΚΒΕ, σε καθετί που θα ήταν απαραίτητο για τη διασφάλιση της απρόσκοπτης ανάπτυξης του παιδιού.

> Άλλος ένας οργονόμος, που είχε κατορθώσει μια λαμπρή διάσωση σε κάποιο τοκετό, θα παρευρισκόταν, έτοιμος να επέμβει σε περίπτωση καθυστέρησης ή επιπλοκής του τοκετού.

> Η μητέρα, που έμελλε να μάθει πόσα πολλά μπορεί να διδαχτεί μια μητέρα, ομαδικά με άλλες μητέρες, για τον τοκετό και το θηλασμό.

Θα μπορούσε κανείς να ρωτήσει σ’ αυτό το σημείο. Γιατί όλος αυτός ο περίπλοκος μηχανισμός, μόνο και μόνο για ένα τοκετό; Και τότε θα απαντούσαμε: Επειδή τίποτε απολύτως δεν είναι γνωστό για τις επιδράσεις των βιοενεργειακών και συγκι­νησιακών διαταραχών στην κύηση και τον τοκετό, ήταν αναγ­καίο να έχουμε διαθέσιμους όσο γίνεται περισσότερους ειδικευ­μένους ανθρώπους, για να παρακολουθούν και, στην ανάγκη, να επέμβουν.

Αφού αυτό που θέλαμε να μελετήσουμε ήταν η συγκινησιακή ανάπτυξη του μωρού, δε θα μας χρησίμευε σε τίποτα να έχομε και ένα ψυχολόγο, που δε γνωρίζει τίποτα για τα οργονοτικά ρεύματα, ή ένα μαιευτήρα, με μηχανιστικό προσα­νατολισμό, για να κάνει τον τοκετό. Αυτό που χρειαζόμασταν ήταν μερικοί ειδικοί, με καλή οργονομική κατάρτιση, για να μοιραστούν τις γνώσεις τους, και για να μην τους ξεφύγουν πολλά πράγματα στη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου. Ακόμη και η διάσταση των απόψεων των διάφορων παρατηρητών αναμενόταν ότι θα αποκάλυπτε βασικά προβλήματα της προγεν­νητικής και της μεταγεννητικής περιόδου.

Οι εκθέσεις για τη συμπεριφορά της μητέρας προέρχονταν από διαφορετικές πηγές. Μ’ αυτό τον τρόπο, οι παρατηρήσεις που συνέπιπταν μπορούσαν να διακριθούν από εκείνες που αντανακλούσαν κάποια υποκειμενική εκτίμηση. Επίσης, μπο­ρούσαν να μελετηθούν οι αντιδράσεις των διάφορων συνεργα­τών, την ώρα που έρχονταν σε επαφή με τη μητέρα. Για παράδειγμα, μια από τις δυο κοινωνικές λειτουργούς ενοχλήθη­κε ιδιαίτερα, όταν, στη διάρκεια της πρώτης εξέτασης, η μητέρα είπε στο εξεταστικό συμβούλιο πως είχε πάντα ολοκληρωμένη γενετήσια ικανοποίηση.

Αυτή η κοινωνική λειτουργός ήταν εκείνο τον καιρό σε κατάσταση οξείας φρούδευσης, και ξέσπασε σε κλάματα. Μάθαμε έτσι πως μπορεί να επηρεαστεί η προσωπι­κή συγκινησιακή κατάσταση ενός κοινωνικού λειτουργού από ορισμένες αποκαλύψεις που γίνονται σε μια συγκεκριμένη περί­πτωση. Τέτοια πράγματα συμβαίνουν, φυσικά, παντού όπου η ανθρώπινη ζωή αντιμετωπίζεται ιατρικά ή παιδαγωγικά.

Ο κα­λός γιατρός ή κοινωνικός λειτουργός γνωρίζει τι συμβαίνει κάτω από την επιφάνεια σε τέτοιες επαφές. Ο άκαμπτος και ισχυρά θωρακισμένος γιατρός ή κοινωνικός λειτουργός, από την άλλη μεριά, δεν το γνωρίζει ή το παραμερίζει ως «άσχετο»: μπορεί ακόμη και να θυμώσει, αν τύχει να συμβούν τέτοιες «προσωπικές παρεμβολές στο έργο». Γι’ αυτό και δεν υπάρχει καθόλου φιλολογία για το ρόλο που παίζουν οι συγκινησιακές δομές των ειδικών.

Ακολουθεί η έκθεση μιας κοινωνικής λειτουργού, έξι περίπου εβδομάδες πριν από τον τοκετό:

“Αν ενδιαφέρεστε για την προσωπική μου εντύπωση για την κυρία Λ. και για το πώς πάει η εγκυμοσύνη της, νομίζω πως μπορώ να πω, θαυμάσια. Η όλη στάση της, σε σχέση με το μωρό της, είναι μοναδική, σε σύγκριση με προηγούμενες εμπειρίες μου. Η ευτυχία και η ικανοποίη­ση φαίνονται να διαποτίζουν ολόκληρη την ύπαρξή της. Λάμπει από χαρά, και νιώθει κανείς όμορφα και ζωντανά, όταν είναι κοντά της. Νιώθω κι όλας το μωρό σαν να είναι μέλος της ομάδας μας. Δε φαίνεται να έχει κανένα άγχος για τίποτα. Όταν κάποιος μιλάει για την ταλαιπω­ρία ή τις οδύνες του τοκετού, αυτή δε δείχνει καμιά ταραχή. Όταν έμαθε ότι το μωρό της Τζ. πέθανε, έδειξε συμπάθεια, αλλά δίχως κανένα σημάδι συνταυτισμού ή φόβου. Η υγεία της μοιάζει να είναι θαυμάσια και, απ’ ό,τι γνωρίζω, δεν παρουσίασε ποτέ οίδημα ή αρνητικά σωματικά συμπτώ­ματα. Φαίνεται να ξέρει καλά τι είναι το Οργονομικό Κέντρο Βρεφονηπι­ακής Ερευνας, και συμφωνεί ολόψυχα με το έργο του.”

Ακολουθεί τώρα η έκθεση της προϊστάμενης κοινωνικής λειτουργού, δεκαπέντε μέρες μετά τον τοκετό:

“Το μωρό, έντεκα ημερών έκανε το πρώτο του μπάνιο, και του άρεσε πολύ να γουργουρίζει και κουνιέται μέσα στο νερό. Ξαφνιάζεται όταν το βγάζουν πολύ νωρίς από το νερό (τεντώνει την πλάτη του προς τα πίσω).

Κουνάει με πολλή ενεργητικότητα το κεφάλι του, και μπορεί να το κρατάει όρ6ιο όταν το σηκώνουν, κουνάει το κεφάλι του δεξιά και αριστερά. Όταν ακούει κάποιο ήχο ή καταλαβαίνει ανθρώπινες κινήσεις μέσα στο δωμάτιο, στρέφει προς τα εκεί το κεφάλι και τα μάτια του. Τα μάτια του φαίνονται να εστιάζουν και να συντονίζονται σωστά, και παρακολουθούν τα αντικείμενα στην κίνησή τους.

Έχει συχνούς λόξυγκες. σχεδόν μετά από κάθε τάισμα. Επίσης βγάζει γάλα από το στόμα, η μητέρα είπε πως αυτό συμβαίνει μόνο όταν πίνει από το μπουκάλι, αλλά εμείς είδαμε να το κάνει και μετά το θηλασμό.

Η μητέρα αναφέρει ότι, στην αρχή το μωρό θήλαζε από το στήθος της πολύ συχνά (κάθε ώρα). Αποκοιμιόταν πάνω στο στήθος της, και έβαζε τα κλάματα, μόλις πήγαινε να το βάλει στην κούνια του. Όταν ενισχύθηκε το γάλα τού μπουκαλιού (που δεν του δινόταν σε τακτά διαστήματα), το μωρό ηρέμησε, και φαίνεται πως είχε ανάγκη από ενίσχυση της διατρο­φής του. Η μητέρα παραδέχτηκε πως μερικές φορές νιώθει υπερένταση, και αυτό επηρεάζει τη ροή του γάλατος.

Το μωρό κοιμάται, καμιά φορά πιο πολλή ώρα τη νύχτα. αλλά μόνο αν η μητέρα το κρατάει στα χέρια της. Η μητέρα λέει πως το μωρό προτιμά το στήθος από το μπουκάλι, αλλά παίρνει και το μπουκάλι αρκετό εύκολα. Το μωρό πήρε 312 γραμμάρια την πρώτη εβδομάδα και 298 γραμμάρια τη δεύτερη. Στοματικός οργασμός παρατηρήθηκε μόνο στη διάρκεια των τριών πρώτων ημερών. Το μωρό τρώει τουλάχιστο κάθε τρεις ώρες, συνήθως συχνότερα.

Παρακολουθήσαμε το μωρό καθώς ήταν ξαπλωμένο, ξύπνιο, στην κούνια του. Στην αρχή το σώμα του είχε καλό χρώμα και καλή θερμοκρα­σία’ αργότερα, τα άκρα του έγιναν πιο ωχρά και ψυχρά. Άρχισε να έχει λόξυγκες που κρατούσαν αρκετή ώρα. Το στήθος τον φαινόταν άκαμπτο (σαν «κλουβί) στην αναπνοή, το συγκρατούσε, η εισπνοή του ήταν μακρό­συρτη και η εκπνοή σύντομη, κοφτή και ακανόνιστη. Το μωρό έμοιαζε, γενικά, ανήσυχο. Στις κενώσεις του. τα κόπρανά του ήταν διαρροϊκά, και έβγαιναν πολύ ορμητικά, λερώνοντας την κούνια. Το πρόσωπό του συσπόταν και μάζευε τα πόδια του. Ο πατέρας τού τραβούσε «στ’ αστεία» τα πόδια και τα χέρια, και αυτό έκανε το μωρό να δυσανασχετεί ακόμα περισσότερο. («Κάτσε φρόνιμα, μη φας καμιά γροθιά στη μύτη»).

Η δεύτερη έκθεση, τέσσερις μέρες αργότερα, γράφει τα εξής:

Ηλικία μωρού: 19 ημέρες: Το μωρό είναι κρυωμένο τις δυο τελευταίες μέρες. Έχει δυσκολίες στην αναπνοή του, που είναι θορυβώδης και γρήγορη. Η αναπνοή δε φαίνεται ως τώρα να φτάνει μέχρι την κοιλιά, παρά μόνο μέχρι την κορυφή του στήθους. Όταν κοιμήθηκε ήσυχα στην αγκαλιά μου για μισή ώρα. έπαψε να αναπνέει με θόρυβο το στήθος του, όμως κινιόταν πολύ γρήγορα.

Γενικά, το μωρό φαίνεται ανήσυχο, στενοχωρημένο και δυστυχισμένο. Δε μένει στο στήθος, παρά μόνο για λίγο, ιδρώνει όταν θηλάζει. (Συχνά, σύμφωνα με τη μητέρα). Όταν το κρατάει, ικανοποιείται μόνο για λίγο, ύστερα παίρνει πάλι λιγάκι το στήθος, κοιμάται για λίγο, κ.λ.π. Το κλάμα του είναι, συνήθως, ένα μάλλον σιγανό κλαψούρισμα. Μόνο μια φορά ξεφώνησε πραγματικά, με όλη του τη δύναμη.

Δεν του αρέσει να ξαπλώνει μπρούμυτα, αλλά μερικές φορές ξαπλώνει στο πλευρό. Καμιά φορά, όταν η μητέρα τού βάζει μπρούμυτα πάνω στα γόνατά της και του χαϊδεύει την πλάτη, μοιάζει να ανακουφίζεται.

Τη νύχτα, η μητέρα χρησιμοποιεί συχνά το μπουκάλι, το μωρό. ωστόσο, θέλει να κοιμάται όλη νύχτα στην αγκαλιά της.

Η μητέρα εδήλωσε πως η φροντίδα του μωρού είναι πολύ πιο δύσκολη από ό,τι περίμενε. Τη φανταζόταν κάτι σαν παιχνίδι με κούκλες. Αυτό της δημιουργεί άγχος και είναι φορές που δεν ξέρει τι να κάνει για να ικανοποιήσει το μωρό. Η μητέρα λέει πως το μωρό, συχνά, φαίνεται πιο ανήσυχο τη νύχτα, και κλαίει, μαζεύοντας τα πόδια του σαν να έχει κράμπα (κωλικός:). Γενικές εντυπώσεις: Ένα πρόβλημα με την κυρία Λ. είναι το ότι έχει την τάση να τα βλέπει όλα «θαυμάσια». Η τάση της αυτό παρατηρήθηκε σ’ όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της και είναι μια μη-ρεαλιστική, ανυποψίαστη στάση, που συγκαλύπτει την πραγματικότητα.

Παραδέχεται συνήθως τις δυσκολίες, μόνο όταν πρόκειται για το παρελ­θόν. Το ίδιο ισχύει και για τη σχέση της με το σύζυγο της, όπως και για τον τρόπο που τον αντιμετωπίζει. Συνέπεια αυτής της στάσης είναι και το γεγονός ότι η μητέρα νιώθει τώρα δυσβάστακτες τις απροσδόκητες απαιτή­σεις του μωρού. Παραδέχεται ότι αγαναχτεί με το χρόνο και την ενεργητικό­τητα που αφιερώνει στο μωρό, αν και λέει πως αυτό συνέβαινε μόνο στις αρχές. Ακόμη, τώρα πια που τίποτα δεν είναι τόσο θαυμάσιο, θα έπρεπε ίσως να περιμένουμε να εκδηλώσει κάποια αγανάχτηση για το ΟΚΒΕ, επειδή ζητάμε τη γυμνή πραγματικότητα.

Ο κύριος Λ. δείχνει κάποια έλλειψη ευαισθησίας σε σχέση με το μωρό. Το πιάνει στα χέρια του μάλλον απότομα, για να το επιδείξει και κινδυνεύει να καταπονήσει το μωρό πέρα από τα όριά του, μόνο και μόνο για να αποδείξει την καλή του «υγεία». Επίσης, είναι μάλλον επιθετικός και δεσποτικός με τη γυναίκα του, που, ωστόσο, μιλάει επαινετικά για τον άντρα της, και λέει πως ποτέ άλλοτε δεν ήταν τόσο ερωτευμένη μαζί του.

Η πεθερά της κυρίας Λ. συνεχίζει να είναι μαζί τους σχεδόν κάθε μέρα και τα βράδια κοιμάται εκεί, παρ’ όλο που δε μένει με τους Λ. Όπως λέει η κυρία Α, έχει συμφωνήσει τα πράγματα πολύ καλά με την πεθερά της, που τη βοηθά στο νοικοκυριό και στα ψώνια. Παροτρύναμε την κυρία Λ. να ασχολείται η ίδια με το μωρό, αλλά αν κρίνουμε από μερικά πράγματα που λέει, φαίνεται πως και η πεθερά ασχολείται με το μωρό και μάλιστα πολύ. Η κυρία Λ. δηλώνει πως δε θα τα βγάζε πέρα, αν δεν είχε την πεθερά της, και δείχνει μια αναμφίβολη προτίμηση για το μπουκάλι- θα εγκαταλείψει άραγε το θηλασμό για το μπουκάλι;

Σύνοψη: Κάτι δεν πήγε καλά. Το μωρό δεν ένιωθε άνετα, και κανείς δε φαινόταν να ξέρει γιατί. Έγινε μόνο ένας υπαινιγμός, πως η μητέρα δε φαινόταν να λειτουργεί πολύ καλά. Η μητρότη­τα αποδείχτηκε τελικά πολύ πιο δύσκολη δουλειά από ό,τι είχε φανταστεί.

Μήπως η μητέρα δεν ήταν τόσο καλά προσαρμοσμένη σ’ αυτή τη βιολογική της λειτουργία, όσο είχαμε υποθέσει; ‘Η υπήρχε κάποιος άλλος κρυφός λόγος για τις δυσχέρειες;

Γνωρίζουμε ότι συνήθως, δεν παρουσιάζονται παρόμοια προ­βλήματα στο παιδιατρικό έργο. Το παιδί κάνει τις «καθιερωμέ­νες ενέσεις» του με φάρμακα. Αν η μητέρα δε νιώθει καλά, της συστήνεται να κάνει αυτό κι αυτό, να ηρεμήσει, να χαλαρώσει, να τηρεί ένα πρόγραμμα, κ.λ.π. Σπάνια σκέφτεται κανείς να ψάξει για τις ρίζες του προβλήματος στη διαταραχή της επαφής μητέρας και παιδιού. Μια εβδομάδα αργότερα, έφτασε η ακόλου­θη έκθεση από την προϊστάμενη κοινωνική λειτουργό:

Μίλησα σήμερα με τον δρ. Μ., που χτες είδε τους Λ. Δεν είναι ικανοποιημένος από την κυρία Λ. Κατάλαβε πως έχει νευρικότητα και άγχος, τα μάτια της φαίνονταν ανέκφραστα. Ο δρ. Μ. επιβεβαίωσε τις εντυπώσεις που περιείχαν οι προηγούμενες εκθέσεις. Όταν ο δρ. Μ. έκανε ερωτήσεις στην κυρία Λ, εκείνη παραδέχτηκε ότι είχε περάσει κάποιες δυσκολίες, αλλά τώρα όλα πήγαιναν καλά.

Αποφασίστηκε τότε να πάνε οι γονείς και το μωρό μέχρι το Όργονον για μια λεπτομερή εξέταση της κατάστασης. Ασφα­λώς, η γνώση κάθε λεπτομέρειας μιας τέτοιας περίπτωσης έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από την επιφανειακή έρευνα εκατον­τάδων μωρών. Για πολύ καιρό ακόμα, το έργο αυτό θα παραμένει σε ένα πειραματικό ερευνητικό επίπεδο. Οι κατοπινές εξελίξεις απόδειξαν την ορθότητα αυτής της προσέγγισης.

Όταν οι γονείς έφεραν το μωρό στο Όργονον, ήταν 39 ημερών. Ακολουθούν εδώ τα βασικά σημεία της συνέντευξης:

ΕΡΩΤΗΣΗ (στη μητέρα): Έχετε επαφή με το μωρό;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Ναι, συχνά, μερικές φορές όμως, όχι.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Πώς το καταλαβαίνετε, όταν δεν έχετε επαφή;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Είναι σαν να μη νιώθω άνετα με το μωρό. Σαν να μην το κρατάω σωστά, κι ύστερα και το μωρό δε νιώθει άνετα, γίνεται νευρικό και δυστυχισμένο.

Τον περισσότερο καιρό, η μητέρα είχε επαφή με το μωρό, ήξερε όμως και πότε δεν είχε. Σ’ αυτό το σημείο, εκδηλώθηκε για πρώτη φορά η επικίνδυνη παρανόηση της «υγείας»: Όταν δεν είχε καλή επαφή με το μωρό, η μητέρα φαινόταν να νιώθει ενοχές, πως δεν ήταν «υγιής» μητέρα, και πως δεν εκπλήρωνε τους σκοπούς του ΟΚΒΕ. Και το μωρό αντιδρούσε, προφανώς, σ’ αυτή την έλλειψη επαφής με ανησυχία. Τι έφταιγε λοιπόν;

Η προσωρινή έλλειψη επαφής ή το συναίσθημα ενοχής για την έλλειψη επαφής; Ασφαλώς το δεύτερο. Είναι φυσικό για μια μητέρα να χάνει καμιά φορά την επαφή της με το παιδί της, για ένα μικρό διάστημα. Το να ξέρει κανείς πότε λείπει η επαφή, είναι ένδειξη ότι έχει μια ζωντανή δομή, που βρίσκεται σε ετοιμότη­τα. Τα συναισθήματα ενοχής, όμως, δεν έχουν καμιά θέση εδώ. Γιατί να νιώθει μια μητέρα ενοχές, επειδή προσωρινά χάνει την επαφή της; Και τι κάνουν παρόμοια συναισθήματα ενοχής στον οργανισμό της, και μέσω του οργανισμού της, στο μωρό;

Ερωτήματα σαν κι αυτά απασχολούν τις μητέρες σ’ όλο τον κόσμο. Η οργονοτική αίσθηση επαφής, που είναι μια λειτουργία του οργονοενεργειακού πεδίου της μητέρας και του παιδιού, είναι άγνωστη στους περισσότερους ειδικούς, ο παλιός γιατρός του χωριού, όμως, την ήξερε πολύ καλά.

Η οργονοτική επαφή είναι το πιο ουσιώδες βιωματικό και συγκινη­σιακό στοιχείο στην αμοιβαία σχέση μητέρας και παιδιού, ιδιαίτερα στην προγεννητική περίοδο και στις πρώτες ημέρες και εβδομά­δες της ζωής. Η μελλοντική τύχη του παιδιού εξαρτάται από αυτή. Φαίνεται πως είναι ο πυρήνας της συγκινησιακής ανάπτυ­ξης του νεογέννητου μωρού. Δεν ξέρουμε ακόμα, παρά πολύ λίγα πράγματα γι’ αυτή. Ας την ερευνήσουμε, λοιπόν, ακόμα περισ­σότερο.

Το επόμενο πρόβλημα στη συνέντευξη ήταν να βρεθεί τι έκανε αυτή η διαταραχή της επαφής στο παιδί.

ΕΡΩΤΗΣΗ (στη μητέρα): Είναι επόμενο να νιώθει δυσάρεστα το παιδί, όταν δεν έχετε επαφή μαζί του. Το σημαντικό σημείο είναι ότι ξέρετε πότε ακριβώς δεν έχετε επαφή. Μια θωρακισμέ­νη μητέρα δε θα το καταλάβαινε, και έτσι, δε θα μπορούσε να αλλάξει την κατάσταση. Επιτρέψτε μου να σας κάνω μερικές ερωτήσεις για να δούμε:

1. Γιατί χάνετε επαφή.

2. Πώς αντιδράτε εσείς η ίδια στην απώλεια της επαφής.

3. Τι συμβαίνει στο μωρό, όταν χάνετε την επαφή σας.

Πώς καταλαβαίνετε τι θέλει το μωρό, όταν κλαίει;

ΜΗΤΕΡΑ: Κλαίει διαφορετικά, ανάλογα με το τι θέλει. Έμαθα να το καταλαβαίνω. Μερικές φορές δεν είμαι σίγουρη, και δοκιμάζω διάφορα πράγματα, μέχρι να βρω αυτό που θέλει.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Κάνετε σωστά. Όταν υπάρχει ολοκληρωμένη επαφή, η μητέρα ξέρει τι θέλει το μωρό. Πρέπει, όμως, να ξεφύγουμε από την ιδέα ότι όλα πρέπει να είναι τέλεια, ότι πρέπει να έχετε επαφή συνέχεια, και ότι το μωρό πρέπει να είναι πάντα ευτυχισμένο και υγιές. Το βασικό πράγμα δεν είναι αν καμιά φορά το παιδί νιώθει δυσάρεστα ή όχι, αλλά αν καταλαβαίνετε από τι υποφέρει, και αν μπορείτε να το ξεπεράσετε, εσείς η ίδια, και το μωρό.

Η υγεία δε συνίσταται από το να μην είναι κανείς ποτέ δυστυχισμένος ή από το να είναι πάντα υγιής, αλλά από το αν ο οργανισμός είναι ή όχι σε θέση να ξεπεράσει τη δυστυχία και την αρρώστια. Τέτοια ιδεώδη όπως η «απόλυτη ευτυχία» και η «υγεία», πρέπει να εγκαταλειφθούν μια για πάντα. Είναι μυστικιστικά, και αντί για καλό, κάνουν μεγάλο κακό. Το γεγονός ότι καταλαβαίνετε τις περιστασιακές καταθλίψεις σας, είναι προς τιμή σας, και δείχνει πως λειτουργείτε σωστά σαν μητέρα. Ξέρετε γιατί νιώθετε κατάθλιψη;

ΜΗΤΕΡΑ: Μερικές φορές νιώθω ένα έντονο συναίσθημα, σαν να με συνθλίβει και να με καθηλώνει το βάρος της φροντίδας του μωρού. Όταν περίμενα ακόμα το μωρό, δεν ήξερα πως θα ήταν τόσο σκληρή δουλειά.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Είναι πολύ φυσικό, για μια νέα και δραστήρια μητέρα, να νιώθει αυτό το βάρος και καμιά φορά να αγαναχτεί. Δεν μπορείτε να πάτε να χορέψετε όποτε θέλετε, και ο χρόνος σας δε σας ανήκει. Είναι επίσης φυσικό που, μέσα στη χαρούμε­νη προσμονή του μωρού, υπερεκτιμήσατε την ευχαρίστηση και υποτιμήσατε το βάρος που θα αναγκαζόσαστε να σηκώσετε. Θα ήταν πολύ παράξενο, αν δεν νιώθατε πότε-πότε αγαναχτισμένη με το μωρό.

Η ανάσχεση αυτών των συναισθημάτων και η άγνοια αυτών των ανθρώπινων αντιδράσεων θα αποτελούσαν ένα πολύ σοβαρό συγκινησιακό κίνδυνο για σας και το μωρό σας. Γι’ αυτό, μη στενοχωριέστε που χάνετε την επαφή σας ή που καμιά φορά αντιπαθείτε το μωρό. Νομίζω, ωστόσο, ότι υπάρχει και κάτι άλλο. Μήπως νιώθετε πως δεν ανταποκρίνεστε αρκετά στις απαιτήσεις της «υγιούς μητέρας»; Μήπως πιστεύετε πως μια «υγιής» μητέρα πρέπει να έχει ένα «τέλειο» μωρό, και δεν πρέπει ποτέ να καταθλίβεται ή να απελπίζεται;

ΜΗΤΕΡΑ (τα μάτια της φάνηκαν ξαφνικά να ζωηρεύουν και το πρόσωπο της να λάμπει): Ω, ναι, νιώθω πάντα το βάρος αυτής της υποχρέωσης, να είμαι πάντα υγιής και τέλεια. Νιώθω σαν να μην ανταποκρίνομαι στις προσδοκίες που έχουν οι άνθρωποι σε σχέση με το μωρό.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Αυτό είναι πολύ σοβαρό. Εκτός από τη φυσική σας αντίδραση στη δέσμευση που αποτελεί για σας το παιδί, νιώθετε και την υποχρέωση να ανταποκριθείτε σε ορισμένες προσδοκίες σε σχέση με την υγεία και την τέλεια συμπεριφορά. Δε χρειάζεται να στενοχωριέστε καθόλου γι’ αυτό. Κάνει κακό και σε σας και στο μωρό. Ποιος περιμένει τόσα πολλά από σας;

ΜΗΤΕΡΑ: Επειδή είμαι μια από τις «υγιείς μητέρες» του ΟΚΒΕ, νιώθω πως δεν πρέπει να αποτύχω σαν μητέρα. Αυτό με συνθλίβει. Ο άντρας μου περηφανεύεται συνέχεια που έχουμε ένα υγιές μωρό, αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια. Το μωρό μου δεν είναι και τόσο υγιές. Το ξέρω, αλλά δεν ξέρω γιατί. Κάνω ό,τι μπορώ, αλλά δεν καταφέρνω πολλά πράγματα. Σε ηλικία δυο εβδομάδων, το μωρό μου κρύωσε, και από τότε δεν είναι καλά. παρ’ όλο που το κρύωμα του πέρασε εδώ και αρκετό καιρό.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Θα το δούμε κι αυτό πολύ σύντομα. Πρώτα, όμως, ο σύζυγος σας. (Στον πατέρα): Έχετε επαφή με το μωρό; Το αγαπάτε;

ΠΑΤΕΡΑΣ: Το αγαπώ… Το μωρό πάντα μου χαμογελάει, και έχω καλή επαφή μαζί του… (Η φωνή του πατέρα πήρε μια περίεργη απόχρωση, καθώς έλεγε πως το μωρό του χαμογελάει).

ΕΡΩΤΗΣΗ: Τι εννοείτε, «πάντα μου χαμογελάει»; Γιατί να σας χαμογελάει;

ΠΑΤΕΡΑΣ: Του τραβάω τα πόδια, τα τεντώνω, κάνω κάτι ήχους που του αρέσουν…

(Γιατί ο πατέρας να τραβάει τα πόδια του μωρού;).

ΕΡΩΤΗΣΗ: Δεν πρέπει να κάνετε πειράματα με το μωρό. Να κάνετε αυτά που θέλει το μωρό, αλλά να μην του κάνετε πράγματα μόνο και μόνο επειδή σας αρέσουν. Να είστε με το μωρό, να το χαίρεστε, και να μην το «χαζεύετε». Αποτραβηχτεί­τε.

(Η μητέρα επιβεβαίωσε ότι μερικές φορές αναγκαζόταν να σταμα­τήσει τον πατέρα).

ΕΡΩΤΗΣΗ: Έρχονται πολλοί επισκέπτες στο σπίτι σας; Παρεμβαίνουν καθόλου στο έργο σας; Τι γίνεται με τη μητέρα σας;

ΜΗΤΕΡΑ: Μερικές φορές, έρχονται άνθρωποι που θέλουν να δουν το μωρό αλλά δεν τους αφήνω να το πιάνουν. Η πεθερά μου βοηθάει…

(Τα μάτια της μητέρας έμειναν ανέκφραστα για λίγο). Ρωτήθηκε πώς ήταν η σχέση της με την πεθερά της. Ο έμπειρος οργονόμος δεν μπορούσε να μην παρατηρήσει την αλλαγή στη συμπεριφο­ρά της μητέρας. Η έκφρασή της έδειχνε κάποια ανάσχεση, και είχε χλομιάσει. Ύστερα, πολύ διστακτικά, είπε πως πολύ συχνά αναγκαζόταν να βάζει την πεθερά της στη θέση της, να της λέει να πάψει να τη διατάζει, και να την αφήνει να αποφασίζει μόνη της. Παραπονέθηκε ότι η έκφραση και η «επαφή» της γιαγιάς με το μωρό, δεν ήταν πάντα οι σωστές.

Συστήθηκε στη μητέρα να κρατάει τη γιαγιά σε απόσταση από το παιδί και, αν καταλάβαινε πως το μωρό υπόφερε, να ασχολιό­ταν μαζί του η ίδια, χωρίς τη βοήθεια της γιαγιάς. Το μοναδικό πράγμα που θα έπρεπε να την καθοδηγεί σ’ αυτό το ζήτημα, ήταν αν το παιδί νιώθει καλά ή όχι, και τίποτε άλλο. Εφ’ όσον το παιδί θα ευχαριστιόταν από την επαφή με τη γιαγιά, δεν πείραζε σε τίποτα.

Η μητέρα είπε, στη συνέχεια, πως η περιτομή των νεογέννη­των αγοριών ήταν σπουδαίο πράγμα για τους γείτονες και τους συγγενείς της στη μικρή πόλη όπου ζούσαν οι Λ. Συγγενείς και γείτονες δεν μπορούσαν να καταλάβουν γιατί το παιδί δεν είχε περιτμηθεί. Η περιτομή έμοιαζε να έχει κάποια παράξενη σημα­σία για όλους εκείνους τους ανθρώπους, που επέμεναν ότι το μωρό έπρεπε να περιτμηθεί. Σαν να εξυπηρετούσε η περιτομή του παιδιού, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, μια ισχυρή συγκινησιακή ανάγκη των μεγάλων.

Η κατάσταση ήταν ιδιαίτερα περίπλοκη με τους γονείς της μητέρας. Δεν είχε το θάρρος να τους πει πως το μωρό δεν είχε περιτμηθεί. Τους είπε πως του έκαναν περιτομή, «για να έχει την ησυχία της». Η μητέρα βλέπει τους γονείς της πολύ σπάνια, και μας διαβεβαίωσε πως δε θα μπορούσαν να ασκήσουν καμιά επιρροή πάνω στο παιδί. Πάντως, ο λόγος που δε μας είχε πει την αλήθεια, παρέμενε ανεξήγητος. Φαινόταν ξεκάθαρα πως, δίχως τη σχέση της με το ΟΚΒΕ. η μητέρα θα είχε υποκύψει στις προσδοκίες των γονέων της, και το παιδί θα είχε υποστεί ένα σοβαρό τραύμα.

Το ζήτημα τώρα ήταν αν οι γονείς ήθελαν να μεγαλώσει το παιδί τους με tov εβραϊκό τρόπο. Η μητέρα δήλωνε πως όχι- πίστευε πως αυτό δεν είχε καμιά σημασία, επειδή θεωρούσε τα εθνικά σύνορα σαν κάτι το τεχνητό. Ο πατέρας επέμενε πως ήταν συνειδητός Εβραίος, και δεν έβλεπε για ποιο λόγο το παιδί του δε θα έπρεπε να αποδεχτεί το γεγονός αυτό, και να μη μεγαλώσει σαν Εβραίος. Λογάριαζε να διδάξει στο παιδί τις εβραϊκές παραδόσεις και την ιστορία των προγόνων του, για να γίνει ένας «καλός Εβραίος», που θα είχε συνείδηση της ιουδαϊκής του κληρονομιάς.

Στο σημείο αυτό διαφαινόταν μια σύγκρουση ανάμεσα στον πατέρα και τη μητέρα, σε σχέση με ένα βασικό ζήτημα που αφορούσε το μέλλον του παιδιού. Αυτοί που έκαναν τις ερωτή­σεις, ήξεραν πολύ καλά ότι παρόμοιες συγκρούσεις έχουν την τάση να συγχύζουν το παιδί, να προκαλούν ψυχοσυγκρούσεις εξ αιτίας της διπλής του εξάρτησης από τον πατέρα και τη μητέρα.

Γνώριζαν, επίσης, πως όποιος από τους δυο γονείς χάνει αυτή τη μάχη, το θεωρεί σαν προσβολή, και νιώθει σαν να νικήθηκε από τον άλλο. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο, θα δοκιμαζόταν η λογική και η αποτελεσματικότητα της δράσης του ΟΚΒΕ. Η σύγκρου­ση ανάμεσα στη μητέρα, που ήταν πιο ανοιχτόμυαλη, και στον πατέρα, που ήταν πιο συντηρητικός, δεν μπορούσε να λυθεί παρά μόνο από ένα «τρίτο παράγοντα», την κοινή λειτουργική αρχή, δηλαδή, το συμφέρον αποκλειστικά και μόνο του παιδιού. Σύμφωνα μ’ αυτά, ο γιατρός προσπάθησε να εξηγήσει την άποψη του ΟΚΒΕ.

Η μητέρα, όπως και ο πατέρας, είχαν, φυσικά, κάθε δικαίωμα να έχουν τις δικές τους απόψεις και γνώμες. Ο γιατρός που τους συμβούλευε, ωστόσο, πίστευε πως η μητέρα εξέφραζε το συμφέ­ρον του παιδιού πιο ολοκληρωμένα από τον πατέρα. Η άποψη της μητέρας άφηνε στο παιδί ανοιχτές δυνατότητες για να αποφασίσει αργότερα, αν θα ήθελε να γίνει Εβραίος ή όχι. Η άποψη του πατέρα, από την άλλη μεριά, δεν άφηνε στο παιδί καμιά δυνατότητα εκλογής, αλλά το υποχρέωνε να αποδεχτεί ευθύς εξ αρχής, τη στιγμή που δεν μπορούσε να υπερασπίσει τον εαυτό του, ένα συγκεκριμένο πολιτιστικό και θρησκευτικό πρότυπο που το παιδί, κατά βάθος, θα μπορούσε να το απεχθάνε­ται και να ήθελε να το απορρίψει.

Θα καθόριζε ο πατέρας προκαταβολικά, όπως έκαναν πριν από μερικές δεκαετίες οι πατεράδες και όπως κάνουν ακόμα, αν το παιδί θα γινόταν μαραγκός ή δικηγόρος; Ο πατέρας έλεγε, φυσικά, πως δε θα προσπαθούσε ποτέ να κάνει τέτοιο πράγμα. Αλλά τότε γιατί θα έπρεπε να καθορίσει από τώρα, αν το παιδί θα μεγάλωνε σαν Εβραίος; Ο πατέρας στην αρχή, δε φαινόταν να καταλαβαίνει. Πίστευε πως άλλο πράγμα είναι να είναι κανείς Εβραίος και άλλο μαραγκός, πίστευε πως ο ιουδαϊσμός είναι κάτι που κληρονομιέται, που αποχτιέται με τη γέννηση.

Ο γιατρός διαφώνησε μ’ αυτό. Είπε ότι τα παιδιά δε γεννιούνται ούτε Εβραίοι, ούτε μαραγκοί, ούτε τίποτε άλλο- ότι αυτός ο τρόπος σκέψης ανήκει στο περιβάλλον των παιδιών, με τις προκατασκευασμένες ιδέες του. Όταν γεννιέται το παιδί, δεν είναι παρά ένα εύπλαστο βιοενεργειακό σύστημα, έτοιμο να δεχτεί καθετί από το περιβάλλον, που εντυπώνεται στον οργανι­σμό του με κάποιο βαθμό εμμονής.

Ο εξαναγκασμός του παιδιού να γίνει Εβραίος δε θα εξυπηρετούσε την ανεξάρτητη κ»ι αυτορρυθμιστική ανάπτυξή του, που και οι δυο γονείς ήθελαν να εξασφαλίσουν. Όπως ακριβώς η υποχρεωτική περιτομή εκφρά­ζει μια εξαιρετικά βίαιη επέμβαση στην έμφυτη ελευθερία του ατόμου, έτσι και ο καθορισμός του τι πρέπει ή τι δεν πρέπει να γίνει ένα παιδί, από τα πρώτα χρόνια της ζωής του, παραβιάζει τα δικαιώματα του παιδιού, εξαναγκάζοντάς το, στην πιο εύπλα­στη ηλικία του, σε μια ορισμένη προαποφασισμένη κατεύθυνση. Ο ιουδαϊσμός είναι καλός για όποιον τον θέλει. Ο ιουδαϊσμός πρέπει να γίνεται σεβαστός, όπως και κάθε άλλη πίστη των ανθρώπων.

Δεν υπάρχει τίποτα κακό στον ιουδαϊσμό, εφ’ όσον δεν επεμβαίνει στα δικαιώματα των παιδιών και στη φυσική τους ανάπτυξη. Αν το παιδί, καθώς μεγάλωνε, έδειχνε μια κλίση για τον ιουδαϊσμό, αυτό δε θα ήταν κακό. Θα ήταν η εκλογή του παιδιού. Όχι όμως τώρα ή στα πρώτα πέντε-δέκα χρόνια της ζωής του. Μπορεί αργότερα να θελήσει να ασπαστεί την Καθο­λική ή τη Μωαμεθανική πίστη ή να λατρεύει τη φύση, ή απλώς να θελήσει να είναι ελεύθερο να χαίρεται τον κόσμο. Η άποψη του πατέρα δεν είχε καμιά σχέση με το συμφέρον του παιδιού, που μόνο αυτό θα έπρεπε να καθορίζει την ανατροφή του.

Αυτή ήταν η βασική πολιτική του ΟΚΒΕ. Κανένα συμφέρον, κρατικό, πολιτιστικό, θρησκευτικό, εθνικό, κ.λ.π., δε θα έπρεπε να επηρε­άζει την ανάπτυξη του παιδιού. Ακόμη και το κράτος δίνει στους πολίτες του το απόλυτο δικαίωμα να καθορίζουν πού θα γεννι­ούνται τα παιδιά τους, και αν θέλουν ή όχι να γίνουν πολίτες, εκτός φυσικά από τις χώρες των «ελευθερωτών». Διαφορετικά, η έννοια και η σημασία της ελευθερίας και της αυτορρύθμισης θα ήταν χαμένες και άχρηστες από την αρχή.

Ο πατέρας έδειχνε να καταλαβαίνει την άποψη του ΟΚΒΕ, αλλά συναισθηματικά εξακολουθούσε να μένει προσκολλημέ­νος στη δική του άποψη. Υποσχέθηκε να ξανασκεφτεί αυτό το ζήτημα και να ανακοινώσει αργότερα σε ποια συμπεράσματα θα είχε καταλήξει.

Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΘΩΡΑΚΙΣΗΣ ΣΤΗΝ ΗΛΙΚΙΑ ΤΩΝ ΠΕΝΤΕ ΕΒΔΟΜΑΔΩΝ: Μάθαμε από την οργονομική ιατρική πως οι πιο βασικές λειτουργίες των βιοπαθειών αρχίζουν να αναπτύσσονται πριν και μετά τη γέννηση. Η ψυχολογική προσέγγιση, μαζί και η ψυχαναλυτική, μπορούν να φτάσουν μόνο μέχρι την ηλικία που διαμορφώνεται η γλώσσα, δηλαδή, μέχρι τον τρίτο περίπου χρόνο της ζωής. Πριν από αυτή την ηλικία, πρέπει κανείς να στηρίζεται στην εκφραστική, συγκινησιακή γλώσσα και στην οργονοτική επαφή που μπορεί να δημιουργήσει με το ζωντανό σύστημα του μωρού.

Το μωρό που εξετάζαμε επιβεβαίωσε το γεγονός ότι για να φτάσουμε στις πηγές της θωράκισης, είναι απαραίτητο να διεισδύσουμε σ’ αυτό το βαθύτερο άλεκτο επίπεδο. Το αγοράκι είχε πάθει βρογχίτιδα στη δεύτερη εβδομάδα του. Παρόμοια περιστατικά χαρακτηρίζονται συνήθως σαν «κρύωμα» ή «συνάχι», που «θα περάσει όταν έρθει η ώρα του, χωρίς παραπέρα συνέπειες». Στην οργονομία εργαζόμαστε διαφορετικά. Ρωτάμε:

1. Για ποιο λόγο εμφανίστηκε το κρύωμα;

2. Εμπλέκονται σ’ αυτό το κρύωμα κάποιες βιοενεργειακές λειτουργίες;

3. Ποιες είναι οι πιθανές συνέπειες ενός τέτοιο κρυώματος, σε τόσο μικρή ηλικία, για τη βιοφυσική λειτουργία του μωρού;

Το μωρό μας ήταν χλωμό, η κορυφή του στήθους του ήταν «ακίνητη». Η αναπνοή ήταν θορυβώδης και το στήθος δε φαινόταν να κινείται κανονικά με την αναπνοή. Η εκπνοή ήταν ρηχή. Η στηθοσκόπηση είχε επισημάνει βρογχικά ακροαστικά. Γενικά, το παιδί φαινόταν να νιώθει δυσάρεστα. Αντί να κλαίει δυνατά, κλαψούριζε. Δεν κινιόταν πολύ και φαινόταν άρρωστο.

Πρώτα έπρεπε να βρούμε αν αυτή η περιστολή της αναπνοής είχε ακολουθήσει αμέσως μετά το κρύωμα. Η μητέρα επιβεβαίω­σε πως το παιδί είχε αυτό το «βράσιμο στο στήθος», από τότε που εμφανίστηκε το «κρύωμα». Ήταν ξεκάθαρο ότι το στήθος δεν είχε ησυχάσει από τότε.

Στην εξέταση του στήθους, οι μεσοπλεύριοι μύες παρουσιά­ζονταν σκληροί. Το παιδί έδειχνε υπερευαισθησία, όταν το άγγιζαν εκεί. Το στήθος σαν σύνολο δεν είχε σκληρύνει ακόμα, αλλά με την εισπνοή συγκρατιόταν, και το πάνω μέρος πεταγό­ταν προς τα έξω. Κανείς γιατρός με κλασική κατάρτιση δε θα μπορούσε να σκεφτεί πως κάτι δεν πήγαινε καλά.

Με ελαφρό ερεθισμό των μεσοπλεύριων μυών, το στήθος μαλάκωνε αλλά δεν υποχωρούσε εντελώς, όταν πιεζόταν. Το μωρό άρχισε αμέσως να κουνιέται ζωηρά. Η αναπνοή καθάρισε σημαντικά, και το παιδί άρχισε να φταρνίζεται (ξεσπάσματα ξαφνικών εκπνοών), να χαμογελά, ύστερα να βήχει πολλές φορές ζωηρά, μέχρι που τελικά ούρησε. Η χαλάρωση αυξανόταν αισθητά. Η πλάτη, πού πρώτα ήταν καμπουριασμένη, ίσιωσε, και τα μάγουλα του ρόδισαν. Η αναπνοή του έπαψε να είναι θορυβώδης.

Η μητέρα είχε ενημερωθεί ότι αυτή η πρώτη ανά­σχεση της αναπνοής, παρ’ όλο που δεν ήταν πολύ σοβαρή, μπορεί να ξαναεμφανιζόταν. Έπρεπε να μάθει να πιέζει μόνη της το στήθος προς τα κάτω, όποτε παρουσιαζόταν ανάσχεση της αναπνοής, ερεθίζοντας ελαφρά τους μεσοπλεύριους θωρακικούς μυς. Το μωρό, μετά την παροχή των «πρώτων βοηθειών» ήταν σε θέση να απαλλαγεί μόνο του από την ανάσχεση, συνεπώς, η ανάσχεση δεν μπορούσε να θεωρηθεί χρόνια, σ’ αυτή τη φάση. Οι γονείς, όμως προειδοποιήθηκαν να προσέχουν να μη γίνει αυτή η θωρακική ακαμψία χρόνια, έπρεπε να διαλύεται αμέσως μόλις εμφανιζόταν.

Θεωρητικά, αυτό ήταν μια σημαντική καινούρια γνώση για την πρώτη θωράκιση των μωρών. Το «κρύωμα» καθεαυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί αποτέλεσμα μιας συστολής (συμπαθητι­κή αντίδραση) του οργανισμού, που οφείλεται στην έλλειψη επαφής με τη μητέρα. Μια τέτοια συστολή προκαλεί αναγκαία ωχρότητα, πτώση του περιφερικού βιοενεργειακού φορτίου και της θερμοκρασίας του σώματος, και εγκατάσταση βρογχίτιδας στο θώρακα, δηλαδή συμπαθητικό ερεθισμό των βρόγχων, με αυξημένες βλεννώδεις εκκρίσεις. Έτσι, λοιπόν, η πηγή του εντοπισμένου σωματικού συμπτώματος είναι μια γενικότερη βιοενεργειακή διαταραχή. Το σύμπτωμα αυτό επιτείνει, με τη σειρά του, τη βιοενεργειακή συστολή και εμποδίζει την πλήρη εκπνοή.

Αυτό προκαλεί άγχος και νευρικότητα, που στη συνέχεια δυσκο­λεύουν ακόμη περισσότερο την ολοκληρωμένη επαφή του μω­ρού με τη μητέρα. Η μητέρα, σηκώνοντας το βάρος των ψυχοσυγκρούσεων, των τύψεων και της εξέγερσής της, δεν τα κατα­φέρνει να αποκτήσει ολοκληρωμένη επαφή με το μωρό. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: αρχική συστολή, «κρύωμα», ανικανότητα επαφής, νέα κρυώματα, περιστολή της αναπνοής, αϋπνίες, δυσφορία της μητέρας, ανορθολογική συμπεριφορά, και ούτω καθ’ εξής. Αυτός ο φαύλος κύκλος θα αποτελέσει τον πυρήνα που γύρω του θα συσσωρευτούν αργότερα τα βιοπαθητικά στρώματα. Αυτά είναι τα στρώματα που αφαιρούμε στις βιοπάθειες των ενηλίκων.

Όσο για το εντοπισμένο σωματικό νοσηρό σύμπτωμα, δεν είναι παρά ένα μικρό γρανάζι στη μεγάλη μηχανή που λέγεται «βιοπάθεια». Το «κρύωμα» προέρχεται από μια βιοενεργειακή, δηλαδή συγκινησιακή, διαταραχή της ενεργειακής ισορροπίας, και όχι από αθώα «αερόβια μικρόβια» ή αόρατους ιούς. Το «κρύωμα» των μωρών είναι άμεση εκδήλωση ενός ερεθισμού των βλεννογόνων μεμβρανών του αναπνευστικού συστήματος, που οφείλεται σε μια ανισορροπία του ενεργειακού μεταβολισμού λόγω της έλλειψης οργονοτικής επαφής. Αργότερα, οι χρόνια ερεθισμένες βλεννογόνες μεμβράνες μπορούν να λειτουργούν ανεξάρτητα από συγκινησιακούς ερεθισμούς. Η βιοενεργειακή διαταραχή δομείται σωματικά σε μια «προδιάθεση για κρύωμα».

Αυτές οι καινούριες γνώσεις είναι εξαιρετικής σημασίας για πολλούς λόγους:

> Πρώτο, μας δίνουν ένα πολύτιμο όπλο για να φτάσουμε μέχρι το υπόβαθρο των χρόνιων νοσημάτων. Αυτό που γενικά λέγεται «προδιάθεση στη νοσηρότητα», δεν είναι παρά συγκεκριμένες περιστολές της βιοενεργειακής λειτουργίας στην πρώτη νηπια­κή ηλικία.

> Δεύτερο, μάθαμε ότι η οργονοτική επαφή μητέρας και μωρού είναι πρωταρχικής σημασίας για την κατανόηση και ιατρική αντιμετώπιση ατυχημάτων που συμβαίνουν στην πρώτη νηπιακή ηλικία, και που προηγούμενα δεν αντιμετωπίζονταν σωστά.

> Τρίτο, αρχίζουμε να γνωρίζουμε τη γλώσσα που εκφράζονται οι συγκινήσεις του μωρού, πράγμα που ανοίγει μια πολύ ελπιδο­φόρα προοπτική. Μπορούμε έτσι να ελπίζουμε, με κάποιο βαθμό βεβαιότητας, πως η ομίχλη που καλύπτει σήμερα τις πρώτες παιδικές ασθένειες, σιγά-σιγά θα διαλυθεί.

Πρέπει να δηλώσουμε ξεκάθαρα, πως όλα αυτά δεν είναι παρά ένα πρώτο ξεκίνημα. Για να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε απόλυτα τις πρώτες παιδικές ασθένειες, θα χρειαστεί να δουλέ­ψουν γι’ αυτό πολλοί άνθρωποι ακόμα, και για πολλές δεκαετί­ες.

Την άλλη μέρα, ξανάφεραν το μωρό για μια παρουσίαση σε τριάντα περίπου γιατρούς, παιδαγωγούς, κοινωνικούς λειτουρ­γούς και εργαζόμενους στο εργαστήριο. Η δυσκολία στην αναπνοή είχε ξαναπαρουσιαστεί, σε κάποιο βαθμό. Αυτή τη φορά, η διάλυση της ανάσχεσης ήταν εύκολη, και το μωρό μπορούσε τώρα να ουρλιάζει δυνατά, ενώ πρώτα μόνο κλαψούριζε.

Δέκα μέρες αργότερα, λάβαμε την έκθεση που ακολουθεί, από την προϊστάμενη κοινωνική λειτουργό μας:

Η μητέρα ανέφερε πως το μωρό “ξεπετάχτηκε”, από τότε που το έφεραν στο Όργονον. Είχε κοιμηθεί ήσυχα ο’ όλη τη διαδρομή για το σπίτι, ενώ πρώτα δεν κοιμόταν παρά μόνο για λίγο. Τώρα. μερικές φορές, κοιμάται όλη νύχτα ή τουλάχιστο έξι-οχτώ ώρες συνέχεια. Έχει μεγάλη ζωντάνια όταν τρώει, και κλαίει δυνατά. Όταν ξυπνάει χαμογελά και «μιλάει» συχνά. Η μητέρα έχει τώρα πλήρη επίγνωση της οργονοτικής αλληλεπίδρασης ανάμεσα στην ίδια και το μωρό. Νιώθει καλά και έχει αυτοπεποίθηση. Δεν υποφέρει από έλλειψη επαφής με το μωρό και το μωρό αντιδρά με μεγάλη ευχαρίστηση στη σωματική επαφή. Το κλάμα του είναι πολύ πιο δυνατό και «απαιτητικό» από πρώτα. Αν όμως οι ανάγκες του δεν ικανοποιηθούν αμέσως μόλις κλάψει, το σώμα του σφίγγεται, κοκκινίζει, καμπουριάζει, κρατά την αναπνοή του.

Η αναπνοή του εξακολουθεί να είναι θορυβώδης, συνήθως όταν κινείται ζωηρά και κλωτσάει, αλλά ποτέ όταν κοιμάται. Όταν το στήθος καθηλώνεται σε κάποια αναπνευστική θέση, η μητέρα το σπρώχνει, με επιτυχία, προς τα κάτω ή ερεθίζει ελαφρά τα μεσοπλεύρια διαστήματα του θώρακα. Αυτό αρέσει στο μωρό. Το σώμα υποχωρεί, «υποκύπτει». Αλλά αυτό δεν έχει καμιά άμεση επίδραση στη θορυβώδη αναπνοή. Γενικά, η μητέρα πιστεύει πως το στήθος του είναι ακόμα κάπως άκαμπτο και συγκρατημένο, όταν αναπνέει. Αυτό που μου έκανε, μερικές φορές, εντύπωση με την αναπνοή του. ήταν ότι έμοιαζε «απεγνωσμένη».

Η ανάσχεση της αναπνοής σε μικρή ηλικία, γρήγορα απόκτη­σε μεγάλη σημασία, καθώς εξετάζονταν περισσότερα παιδιά. Κατά κάποιο τρόπο, το πρώτο μέρος του σώματος που φαινόταν να αντιδρά πιο έντονα στη συγκινησιακή, βιοενεργειακή δυσφο­ρία, ήταν η διαφραγματική χώρα. Στην περίπτωση αυτού του συγκεκριμένου μωρού, η αρχική βρογχίτιδα είχε παρουσιάσει επιπλοκές, συντελώντας στη διατήρηση της αναπνευστικής ανάσχεσης για ένα ασυνήθιστα μεγάλο διάστημα. Ήταν φανερό πως το μωρό βάδιζε στο δρόμο της χρόνιας θωράκισης στη Διαφραγματικη χώρα. Υπήρχε, ωστόσο, η ελπίδα ότι η συνεχής επαγρύπνηση σε σχέση με τη θορυβώδη αναπνοή που ήταν αποτέλεσμα της αναπνευστικής ανάσχεσης, και οι πρώτες βοή­θειες που θα προσφέρονταν το συντομότερο δυνατό από τη μητέρα,, θα απομάκρυναν τελικά εντελώς την απειλή της χρόνιας θωράκισης του στήθους. Και μαζί με αυτή, θα εξαφανιζόταν και η κάποια «προδιάθεση».

Ύστερα από αυτή την περίπτωση, μεγάλη προσοχή δόθηκε στο ιστορικό θωρακισμένων μικρών παιδιών, για να διαπιστώ­σουμε αν η αναπνευστική ανάσχεση είναι ή όχι ο μηχανισμός που, κατά κανόνα, εκδηλώνονται οι συγκινησιακές διαταραχές στη νηπιακή ηλικία. Ήταν πολύ πιθανό, η διαφραγματική ανάσχεση στην πρώτη νηπιακή ηλικία να έχει κάποια σχέση με την έντονη συγκινησιακή διεγερσιμότητα του κεντρικού κοιλια­κού πλέγματος, που βρίσκεται στη διαφραγματική χώρα. Από κει και πέρα, και άλλες ανασχέσεις θα μπορούσαν να αναπτυχθούν πάνω και κάτω από το κοιλιακό πλέγμα, στον οργανισμό. Αυτή η θέαση, που θα μελετιόταν προσεκτικά, υποσχόταν πολλά για την έγκαιρη πρόληψη των βιοπαθητικών καταστάσεων.

Τρεις εβδομάδες αργότερα, ο οργονόμος γιατρός που παρακο­λουθούσε το μωρό, ανέφερε πως πήγαινε πολύ καλά. Το βάρος του είχε διπλασιαστεί και έδειχνε μεγάλο για την ηλικία του (οι γονείς του ήταν μάλλον μικροκαμωμένοι). Το μωρό ήταν τώρα παχουλό και είχε ένα υγιές ρόδινο χρώμα. Κινιόταν ζωηρά και ακατάπαυστα, και αυτό ήταν το πιο εντυπωσιακό. Σύμφωνα με την έκθεση του γιατρού, το πρόσωπο του μωρού έμοιαζε να αντανακλά τις ενέργειές του. Η έκφραση του άλλαζε συνέχεια (δύναμη, ένταση, γλυκύτητα, χαμόγελα κ.λπ.). Συχνά έβγαζε ήχους ευχαρίστησης και έδειχνε πως καταλάβαινε απόλυτα τι γινόταν γύρω του. Γενικά, το μωρό φαινόταν τώρα ζωηρό, δραστήριο και ευτυχισμένο.

Η θορυβώδης αναπνοή, όμως, εξακολουθούσε να είναι αισθη­τή τον περισσότερο καιρό. Έπαυε μόνο όταν το μωρό γινόταν λιγότερο δραστήριο. Η μητέρα είχε μάθει να πιέζει το στήθος του προς τα κάτω, σαν να έπαιζε μαζί του. όποτε καθηλωνόταν κατά την εισπνοή. Το μωρό έδειχνε να απολαμβάνει τη βοήθεια της μητέρας, «υποχωρούσε» και φαινόταν ευτυχισμένο, αλλά αυτό δεν είχε καμιά φανερή επίδραση στη θορυβώδη αναπνοή. Ούτε και είχε κάποια διαρκή επίδραση στο στήθος που, ύστερα από λίγο, ξαναγύριζε στην άκαμπτη θέση του. Η κοιλιά ήταν κάπως σκληρή, και μαλάκωνε μόνο όταν το μωρό έτρωγε.

Ωστόσο, οι φωνές και το κλάμα του μωρού ήταν πολύ πιο ελεύθερες και δυνατές απ’ ό,τι ήταν πριν από τρεις εβδομάδες, πριν δηλαδή του δοθούν οι πρώτες βοήθειες. Τότε, όπως θυμόσα­στε, σιγόκλαιγε, με λυγμούς. Επίσης, κοιμάται για πολλή ώρα και τρώει τακτικά περίπου κάθε τέσσερις ώρες. Πίνει χυμούς απ’ όλα τα φρούτα και παίρνει βιταμίνες. Οι κενώσεις του είναι ομαλές, μια φορά την ημέρα. Καμιά φορά, τα χείλη του τρεμουλιάζουν, όταν έχει στοματικό οργασμό μετά το τάισμα. Η μητέρα βάζει το μωρό στο συσσωρευτή οργονικής ενέργειας μια-δυο φορές την ημέρα, από τρία ως πέντε λεπτά. Ύστερα το μωρό γίνεται ανήσυχο, και δείχνει πως δε θέλει να μείνει άλλο μέσα. Το σώμα του κοκκινίζει έντονα, όταν είναι στο συσσωρευ­τή, δίχως όμως να ιδρώνει. Η μητέρα χρησιμοποιεί κι αυτή τακτικά το συσσωρευτή. Όταν είναι μέσα νιώθει σαν να «βουλι­άζει» και να «απλώνεται», και η αναπνοή της γίνεται πιο γεμάτη.

Από την έκθεση του γιατρού που παρακολουθεί το μωρό, προκύπτει ένα πρώτο ουσιαστικό αποτέλεσμα. Το μωρό έδειξε μεγάλη βελτίωση. Αυτό που μένει να δούμε, είναι πώς και πότε θα εκδηλωθεί πάλι ή θα επιδεινιοθεί το πρώτο τραύμα που δοκίμασε. Τώρα πια, όμως, θα μπορεί να αντιμετωπιστεί με σταθερές γνώσεις, που θα πλατύνουν ακόμη περισσότερο με την παραπέρα εμπειρία.

Ένα πράγμα είναι βέβαιο: Στην περίπτωση της «υγείας» τίποτα δεν είναι απόλυτο. Στην ορθολογική ανατροφή των μωρών παρουσιάζονται πολλά μεγάλα και μικρά προβλήμα­τα που πρέπει να αντιμετωπίζονται με επιδεξιότητα. Ο θωρακι­σμένος γονέας δε θα καταλάβει το πρόβλημα ή κι αν το καταλάβει, θα είναι ανήμπορος, αφού θα του λείπει η άμεση οργονοτική επαφή.

Ο αθωράκιστος γονέας θα καταλάβει το πρόβλημα και, σε μερικές περιπτώσεις, θα είναι σε θέση να δώσει τις πρώτες βοήθειες. Στις περισσότερες περιπτώσεις, το πρόβλημα θα παραμείνει άθικτο, εξ αιτίας της άγνοιας. Οι απαραίτητες γνώσεις για την πρώτη φροντίδα των μωρών πρέπει να αποκτιούνται βαθμιαία, ύστερα από πολλές εμπειρίες και παρατηρήσεις. Είναι, πραγματικά, ένα μακρόχρονο και επίπονο έργο. Αλλά είναι και το μόνο που μπορεί να δώσει κάποιες υποσχέσεις.

Το πρόβλημα πόσες από αυτές τις λεπτές και εξαιρετικά αυθόρμητες δραστηριότητες – μια άλεκτης ανθρώπινης αμοι­βαίας σχέσης που δεν επιδέχεται λεκτική έκφραση – μπορούν να διδαχτούν στους γονείς, στους παιδαγωγούς και στους για­τρούς, παραμένει άλυτο. Ελπίζεται ότι και αυτό το πρόβλημα θα βρει τελικά τη σωστή του λύση, εφ’ όσον υπάρχει υπομονή και προσεκτική απροκατάληπτη μελέτη.

Ουσιαστική σημασία έχει, όμως. εδώ και η εξής συμβουλή, δεν πρέπει να δημιουργηθεί από όλα αυτά ένα καινούριο ιδεώδες, μιας «τέλειας» οργονοτικής επαφής μητέρας και παιδιού. Ας αφήσουμε τις μητέρες να χαίρονται τα μωρά τους, και η επαφή θα αναπτυχθεί από μόνη της.

© Απόσπασμα από το βιβλίο του Wilhelm Reich “Τα Παιδιά του Μέλλοντος”

Δείτε όλες τις εκδηλώσεις του μήνα

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε