Ερευνητές από τη μονάδα του Συμβουλίου Ιατρικής Έρευνας και Επιδημιολογίας από το Πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον, πιστεύουν ότι το κλειδί για να γίνουν οι μελλοντικές γενιές πιο υγιείς ίσως βρίσκεται στην κατάσταση της μητέρας πριν από την εγκυμοσύνη.

Γράφοντας στο περιοδικό «American Journal of Clinical Nutrition», οι ερευνητές ισχυρίζονται ότι είναι απαραίτητες περισσότερες πληροφορίες για τον ρόλο της μητρικής διατροφής όσον αφορά τον αντίκτυπό της στο παιδί. Οι ίδιοι δηλώνουν ότι αν και τα στοιχεία που δημοσιεύτηκαν παρέχουν χρήσιμες μεθόδους για τη βελτίωση της υγείας των παιδιών, θέτουν επίσης πολλά ερωτήματα.

Τα στοιχεία δημοσιεύτηκαν μαζί με τη μεγαλύτερη μετα-ανάλυση και συστηματική αναθεώρηση των διεθνών ερευνητικών μελετών σχετικά με τις διατροφικές παρεμβάσεις για τις μέλλουσες μητέρες, που πραγματοποιήθηκαν ανάμεσα στα έτη 1978-2011.

Η ανάλυση διεξήχθη από ερευνητές του Πανεπιστημίου του Νιούκαστλ στην Αυστραλία, και διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχει καθολική συμφωνία σχετικά με το ποιά είναι η σωστή διατροφή για τις γυναίκες πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την εγκυμοσύνη, παρά την πληθώρα των διατροφικών πληροφοριών που είναι διαθέσιμες. Πάντως, η διατροφή έχει αποδειχτεί ότι πράγματι είναι σημαντική.

Στην αρχική έρευνα ανακαλύφθηκαν περίπου 5.000 σχετικά άρθρα, εκ των οποίων περισσότερα από 2.300 ελέγχθηκαν λεπτομερώς. Συμπεριλήφθηκαν μελέτες που παρείχαν διατροφικές συμβουλές, με τα αποτελέσματα στη συνέχεια να χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό της συνολικής επίδρασης της διατροφής στην υγεία των νεογνών και των βρεφών.

Η Ellie Gresham, η οποία ηγήθηκε της ανάλυσης, δηλώνει τα εξής: «Στόχος μας ήταν να αναλύσουμε κατά πόσο οι διατροφικές παρεμβάσεις έχουν επίπτωση στην έκβαση της εγκυμοσύνης. Βρήκαμε ότι υπάρχει θετική επίδραση στο βάρος γέννησης και μειωμένη συχνότητα εμφάνισης χαμηλού σωματικού βάρους γέννησης με την κατανάλωση ολοκληρωμένων και εμπλουτισμένων τροφών. Στα εμπλουτισμένα τρόφιμα συμπεριλαμβάνονται τρόφιμα και ποτά με υψηλότερα επίπεδα θρεπτικών συστατικών».

Τα στοιχεία δείχνουν ότι τα μικρόσωμα μωρά είναι πιο πιθανό να χρειαστεί να παραμείνουν στη θερμοκοιτίδα και ότι η διατροφή της μητέρας μπορεί να έχει μακροχρόνιες συνέπειες στην υγεία των παιδιών.

Η Gresham προσθέτει: «Πρόκειται για μια σημαντική χρονική περίοδο για τη μητέρα και το παιδί, αλλά ακόμα δεν μπορούμε να εντοπίσουμε ποιά ακριβώς είναι η κατάλληλη διατροφή. Αν και υπάρχουν κατευθυντήριες γραμμές διατροφής, δεν μπορούμε να πούμε στις μέλλουσες μητέρες ότι αν ακολουθήσουν μια συγκεκριμένη διατροφή θα αποκτήσουν ένα υγιές μωρό.

Είναι αναγκαία μια έρευνα πιο υψηλής ποιότητας σχετικά με τη διατροφή πριν από τη σύλληψη, την εγκυμοσύνη και τη γαλουχία αλλά και τις επόμενες εγκυμοσύνες. Αυτό θα βοηθήσει στον προσδιορισμό των πιο σημαντικών στιγμών στις οποίες πρέπει να δοθεί προσοχή στη διατροφή».

Το χαμηλό βάρος γέννησης αφορά περίπου το 8-10% του πληθυσμού στην Αυστραλία. Στην έρευνα δεν διαπιστώθηκαν σημαντικές επιπτώσεις σε άλλα ζητήματα, όπως το βάρος του πλακούντα, την περίμετρο του κεφαλιού και τον θάνατο των βρεφών.

Ο καθηγητής Keith Godfrey από το Πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον και ένας από τους συγγραφείς της μελέτης σχολιάζει: «Αυτή η ανάλυση είναι η μεγαλύτερη που έχει πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα και προσφέρει κάποιες ενδείξεις που μπορούν να βοηθήσουν στη βελτίωση της υγείας της επόμενης γενιάς, αλλά υπογραμμίζει επίσης τις δυσκολίες στην παροχή συμβουλών στις έγκυες γυναίκες. Ενώ είναι σαφές ότι η διατροφή κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορεί να έχει άμεσα αποτελέσματα, ελάχιστα είναι γνωστά σχετικά με τη διατροφή όσον αφορά την περίοδο της σύλληψης ή τις συνέπειες στην υγεία του παιδιού στη μετέπειτα ζωή του. Η σωστή διατροφή της μητέρας ίσως σημαίνει ότι πρέπει να εξασφαλιστεί ότι όλες οι γυναίκες οφείλουν να την υιοθετήσουν πριν από τη σύλληψη κι όχι μόνο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης».

Δείτε όλες τις εκδηλώσεις του μήνα

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε