Μια καινούρια έρευνα από το Πανεπιστήμιο Κουίν παρουσιάζει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τον επιμερισμό συναισθηματικού φορτίου ανάμεσα στα άτομα που έχουν στενή σχέση. Στη μελέτη, στην οποία συνεργάτιδα συγγραφέας υπήρξε η υποψήφια διδάκτωρ Jessica Lougheed, διαπιστώθηκε ότι η δυνατή σχέση με ένα αγαπημένο πρόσωπο μπορεί να συμβάλει στη μείωση του στρες όταν αντιμετωπίζουμε δύσκολες καταστάσεις.

H Lougheed αναφέρει τα εξής: «Θέλαμε να δοκιμάσουμε μια καινούρια εξελικτική θεωρία στην Ψυχολογία που ονομάζεται Κοινωνική Θεωρία και η οποία υποδηλώνει ότι οι άνθρωποι προσαρμόζονται για να βρίσκονται κοντά σε άλλους ανθρώπους. Η βασική ιδέα είναι ότι οι άνθρωποι λειτουργούν σχετικά ανεπαρκώς όταν βρίσκονται μακριά από τα άτομα που εμπιστεύονται».

Στη μελέτη τους, η Lougheed και οι συνεργάτες συγγραφείς μέτρησαν τα επίπεδα άγχους σε 66 έφηβα κορίτσια κατά τη διάρκεια μιας δραστηριότητας όπου θα έπρεπε να βγάλουν λόγο. Πριν από την εκτέλεσή της, οι συμμετέχουσες και οι μητέρες τους αξιολόγησαν την ποιότητα της σχέσης τους. Κατά τη διάρκεια της ομιλίας, οι ερευνητές παρακολούθησαν το επίπεδο του άγχους τους μέσω της γαλβανικής αντίδρασης του δέρματος (μέτρηση του επιπέδου εφίδρωσης του δέρματος). Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η επίδραση της σωματικής – και όχι καθαρά συναισθηματικής – εγγύτητας, οι μητέρες των κοριτσιών είχαν λάβει εντολή είτε να κρατούν είτε όχι το χέρι της κόρης τους.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η σωματική εγγύτητα επέτρεψε στις έφηβες να διαχειρίζονται το άγχος τους πιο αποτελεσματικά ανεξαρτήτως από το πόσο δυνατή ανέφεραν ότι ήταν η σχέση μητέρας-κόρης. Ωστόσο, όταν η φυσική επαφή σταματούσε, μόνο οι συμμετέχουσες που ανέφεραν υψηλότερη ποιότητα σχέσης έδειξαν σημάδια επιμερισμού συναισθηματικού φορτίου.

«Τα αποτελέσματα μας δείχνουν ότι είμαστε καλύτερα προετοιμασμένοι για να ξεπεράσουμε δύσκολες καταστάσεις όταν είμαστε πιο κοντά – είτε σωματικά είτε από την άποψη του πώς νιώθουμε στις σχέσεις μας – στους ανθρώπους που εμπιστευόμαστε», τονίζει η Lougheed.

Οι συμμετέχουσες που είχαν αναφέρει χαμηλότερο επίπεδο στενής σχέσης μητέρας-κόρης και δεν είχαν φυσική επαφή κατά τη διάρκεια της δραστηριότητας ήταν λιγότερο ικανές στη διαχείριση του συναισθηματικού στρες.

«Ήταν κάπως περίεργο όταν διαπιστώσαμε ότι το στρες των μητέρων δεν παρουσίασε αλλαγές εξαιτίας της σωματικής εγγύτητας, αφού θα μπορούσε να είναι αγχωτικό γι’ αυτές το να παρακολουθούν τα παιδιά τους να προσπαθούν να εκτελέσουν τη δραστηριότητα που τους ζητήθηκε. Η ικανότητά τους όμως να τους προσφέρουν ανακούφιση πιθανόν μείωσε το στρες τους», συνεχίζει η Lougheed.

«Έτσι, στο πλαίσιο αυτό ο επιμερισμός συναισθηματικού φορτίου δεν έγινε σε συνάρτηση με το επίπεδο στρες της μητέρας και θεωρούμε ότι προέκυψε λόγω της αντίληψης που είχαν οι κόρες για το πόσο αγχωτικό ήταν το να κάνουν μια ομιλία. Δηλαδή, η στενότερη σωματική εγγύτητα ή / και η εγγύτητα της σχέσης με τη μητέρα τους βοήθησε τις κοπέλες να αισθάνονται ότι μπορούσαν να αντιμετωπίσουν μια δύσκολη κατάσταση».

Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η σωματική επαφή μπορεί να βοηθήσει στην αντιμετώπιση κάποιων δυσκολιών που συνδέονται με μια σχετικά χαμηλή ποιότητα σχέσης ή ότι το να έχει κάποιος σχέση υψηλής ποιότητας είναι χρήσιμο στη διαχείριση των συναισθημάτων. Ωστόσο, η Lougheed σημειώνει ότι γενικά το επίπεδο ποιότητας της σχέσης ήταν σχετικά υψηλό στις συμμετέχουσες που χρησιμοποίησαν στη δοκιμή τους και ότι η σωματική επαφή μπορεί να λειτουργεί πολύ διαφορετικά σε προβληματικές οικογένειες.

Επίσης, δεν υποστηρίζει τη γενίκευση των αποτελεσμάτων αυτών σε άλλα είδη σχέσεων – όπως στη σχέση ανάμεσα σε ερωτικούς συντρόφους, σε φίλους και σε άλλα μέλη της οικογένειας – και τονίζει ότι πρέπει να γίνουν περισσότερες έρευνες προκειμένου να προσδιοριστεί επίσης η επίδραση της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης και των 2 φύλων. Η μελέτη με τίτλο «Επιμερισμός συναισθηματικού φορτίου: η διαπροσωπική ρύθμιση της συναισθηματικής ενεργοποίησης στη σχέση μητέρας-κόρης» δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Emotion».

Διαβάστε επίσης
87 Shares
Share85
Pin1
+11
Tweet
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε