Από τους ανοιξιάτικους μήνες ο Απρίλης είναι μάλλον αυτός που τιμάται περισσότερο στη νεοελληνική ποίηση. Και ο Μάρτης, όμως, έχει τις στιγμές του. Σήμερα, με το έμπα της Άνοιξης, σας αφιερώνουμε πέντε από τα καλύτερα ποιήματα που γράφτηκαν για τον μήνα που την εισάγει. Τα τρία πρώτα, της Ρίτας Μπούμη-Παππά και του Οδυσσέα Ελύτη, έχουν το ανάλαφρο άρωμα και το τρυφερό άγγιγμα της φύσης αυτή την εποχή. Τα άλλα δύο, του Μανόλη Αναγνωστάκη και της Κικής Δημουλά, είναι σκοτεινότερα.

Ρίτα Μπούμη-Παππά, «Ο Μάρτης και η Μάνα του»

Τον γνωρίζετε το Μάρτη,
τον τρελό και τον αντάρτη;
Ξημερώνει και βραδιάζει
κι εκατό γνώμες αλλάζει.

Βάζει η μάνα του μπουγάδα,
σχοινί δένει στη λιακάδα,
τα σεντόνια της ν’ απλώσει,
μια χαρά να τα στεγνώσει.

Νά που ο Μάρτης μετανιώνει
και τα σύννεφα μαζώνει
και να μάσει η μάνα τρέχει
τα σεντόνια, γιατί βρέχει!

Νά ο ήλιος σε λιγάκι,
φύσηξε το βοριαδάκι,
κι η φτωχή γυναίκα μόνη
τα σεντόνια ξαναπλώνει.

Μια βροντή κι ο ήλιος χάθη
μες στης συννεφιάς τα βάθη,
ρίχνει και χαλάζι τώρα,
ποποπό, τι άγρια μπόρα!

Ώς το βράδυ φορές δέκα
άπλωσε η φτωχή γυναίκα
την μπουγάδα, κι όρκο δίνει
Μάρτη να μην ξαναπλύνει.

Οδυσσέας Ελύτης, «Το Ερημονήσι» (από Τα Ρω του Έρωτα, 1972)

Γεια σου Απρίλη
γεια σου Μάρτη
και πικρή Σαρακοστή

βάζω πλώρη και κατάρτι
και γυρεύω ένα νησί
που δε βρίσκεται στο χάρτη.

Το κρατάνε στον αέρα
τέσσερα χρυσά πουλιά
δε γνωρίζω εκεί πέρα
ούτε κλέφτη ούτε φονιά
ούτε μάνα και πατέρα.

Τα λουλούδια μεγαλώνουν
κάθε νύχτα τρεις οργιές
τις ακρογιαλιές ισκιώνουν
και τα δέντρα στις πλαγιές
σαν καβούρια σκαρφαλώνουν.

Μες στης ερημιάς τ’ αγέρι
όλ’ αγιάζουνε μεμιάς
πιάνεις του Θεού το χέρι
και τα κύματα ακουμπάς
σαν αγριοπεριστέρι.

Γεια σας έχτρες γεια σας μίση
και γινάτι καθενός
άμα βρεις το ερημονήσι
όλα τ’ άλλα είναι καπνός
μια φορά να το ‘χεις ζήσει».

Οδυσσέας Ελύτης, «Τα Ελληνάκια» (από Τα Ρω του Έρωτα, 1972)

Τον Μάρτη περικάλεσα
και τον μικρό Νοέμβρη
Τον Αύγουστο τον φεγγερό
κακό να μη μας έβρει

Γιατ’ είμαστε μικρά παιδιά
είμαστε δυο Ελληνάκια
Μες στα γαλάζια πέλαγα
και στ’ άσπρα συννεφάκια

Γιατ’ είμαστε μικρά παιδιά
κι η αγάπη μας μεγάλη
Που αν τη χωρέσουμε απ’ τη μια
περσεύει από την άλλη

Κύματα σύρετε ζερβά
κι εσείς τα σύννεφα δεξιά
Φάληρο με Περαία
μια γαλανή σημαία.

Μανόλης Αναγνωστάκης, «Τοπίο» (απο τις Παρενθέσεις, 1956)

Ερειπωμένοι τοίχοι. Εγκατάλειψη….
Περασμένες μορφές κυκλοφορούνε αδιάφορα
Χρόνος παλιός χωρίς υπόσταση
Τίποτα πια δε θ’ αλλάξει δω μέσα.
Είναι μια ήρεμη σιωπή, μην περιμένεις απάντηση
Κάποια νύχτα μαρτιάτικη χωρίς επιστροφή,
Χωρίς νιότη, χωρίς έρωτα, χωρίς έπαρση περιττή.
Κάθε Μάρτη αρχίζει μιαν Άνοιξη.

Το βιβλίο σημαδεμένο στη σελίδα 16.
Το πρόγραμμα της συναυλίας για την άλλη Κυριακή.

Κική Δημουλά, «Ουτοπίες» (απο τα Ποιήματα, 1998)

Καθ’ οδόν
(7 και 30’ πρωινή προς εργασίαν)
συναντώ τον Μάρτιο
ευδιάθετον,
υπαινιγμών πλήρη
περί ανοίξεως και λοιπά.

Αναβάλλω την υπόστασή μου
ανακόπτω τη σύμβασή μου
με το χειμώνα
και διασπείρομαι σε χώμα.
Μια μικρή γη φυσική συντελούμαι,
ξαπλωμένη, απλωμένη
απέναντι στο
καθ’ όλα σύμφωνο
σύμπαν.
Φυτεύομαι άνθη,
ανθίζω συναισθήματα,
και είμαι πολύ καλά
εις άπλετον προορισμόν
και τοποθέτησιν.
«Απαγορεύεται η άνοιξις!»
ξάφνου μια πινακίδα – σύννεφο
απειλεί. Αμέσως
μια βροχή άρχισε κι έλεγε
εις βάρος της ανοίξεως
και εις βάρος μου,
ένας δύσθυμος άνεμος
μου κατάσχει τα άνθη,
μου κατάσχει τα συναισθήματα
και μ’ οδηγεί στο Γραφείο.

Παράβασις, λοιπόν, βαρεία,
και μάλιστα καθ’ οδόν,
από κυρία σχεδόν ώριμη
με οικογενειακές υποχρεώσεις,
και πολυετή θητείαν
εις Δημοσίαν θέση
και χειμώνες.”

antonispetrides.wordpress.com

Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε