Όταν ζούσα μικρός στη Νότια Αφρική, το σπίτι μας ήταν φτιαγμένο από λαμαρίνα και ξύλο, και είχε αρχίσει να σαπίζει. Στα θεμέλια έχασκαν τρύπες τις οποίες ο μπαμπάς μου προσπαθούσε να κλείσει, αλλά τα μπαλώματα ποτέ δεν κρατούσαν πολύ. Δεν είχαμε ηλεκτρικό, και σε εκείνη τη γεμάτη φίδια περιοχή, έρποντα πλάσματα πολύ συχνά έμπαιναν από τις τρύπες. Πάντα έτρεμα από τον φόβο μου όταν σηκωνόμουν τη νύχτα για τουαλέτα.

Τελικά ο μπαμπάς μου αποφάσισε ότι χρειαζόμασταν καινούριο σπίτι. Έφερε άμμο και τσιμέντο ώστε να φτιάξουμε τους όγκους μπετόν που χρειαζόμασταν για το χτίσιμο. Ενθουσιαστήκαμε τόσο πολύ με την προοπτική, που όλοι βοηθήσαμε στην κατασκευή τους. Μας πήρε έναν ολόκληρο χρόνο να χτίσουμε το σπίτι, και μας φάνηκε μεγάλο κατόρθωμα όταν επιτέλους μετακομίσαμε. Δυστυχώς εκείνος ήταν ο μήνας που πέθανε η γιαγιά μου, η γυναίκα του Μπάπου∙ ο πατέρας μου έδωσε στο σπίτι το όνομά της προς τιμήν της: Καστούρ (σπίτι της) Μπαβάν.

Ήμουν πολύ περήφανος γι’ αυτό το σπίτι, γιατί βοήθησα στο χτίσιμό του. Ο Μπάπου δεν χρειαζόταν υλικά αγαθά για να έχει αντίκτυπο στον κόσμο∙ κανείς μας δεν χρειάζεται. Τη μία φορά που προσπάθησα να κάνω τον εαυτό μου πιο σημαντικό εμφανιζόμενος με κάτι ακριβό, αυτό μου γύρισε μπούμερανγκ με πολύ αστείο τρόπο. Συνέβη μετά τον θάνατο του παππού μου, τότε που με κάλεσε ο πρωθυπουργός Νεχρού για πρωινό στο σπίτι του. Ο Νεχρού και ο παππούς μου είχαν αμοιβαίο σεβασμό τότε που συνεργάζονταν για την ανεξαρτησία της Ινδίας, και ο Μπάπου το θεώρησε μεγάλη στιγμή όταν ο Νεχρού έγινε ο πρώτος πρωθυπουργός της χώρας.

Όταν ο παππούς μου δολοφονήθηκε, ο πρωθυπουργός έβγαλε έναν πολύ συγκινητικό λόγο στο έθνος, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Το φως έσβησε από τις ζωές μας και τώρα παντού κυριαρχεί το σκοτάδι». Το εκτίμησα όταν, παρά τον φόρτο εργασίας του, ο πρωθυπουργός Νεχρού στάθηκε στην οικογένειά μας μετά τον θάνατο του Μπάπου, και χάρηκα πολύ με την πρόσκληση για πρωινό. Θα ήταν εκεί και η κόρη του, Ίντιρα Γκάντι, καθώς και ο σύζυγός της. (Παρά τη συνωνυμία, δεν είχε καμία συγγένεια με εμάς).

Επειδή τότε δεν είχα αυτοκίνητο, σκέφτηκα να πάρω ταξί. Όμως ο θείος μου, ένας πολύ επιτυχημένος επιχειρηματίας, επέμεινε ότι δεν έπρεπε να πάω για πρωινό με τον πρωθυπουργό με ένα ποταπό ταξί. Έτσι, για εκείνη την ημέρα, μου δάνεισε μία από τις εταιρικές του λιμουζίνες, μαζί με οδηγό. Όταν έφτασα, ο Νεχρού δεν ήταν στο πρωινό, και ρώτησα την Ίντιρα που βρισκόταν. Μου εξήγησε ότι επειδή έτρωγε γρήγορα και δεν του άρεσε να τελειώνει πριν από τους άλλους και να κάθεται να περιμένει, καθυστερούσε πάντα ώστε να τελειώνουν όλοι ταυτόχρονα.

Στο πρωινό, μιλήσαμε για τον παππού μου και την πολιτική κατάσταση. Ο Νεχρού εργαζόταν σκληρά για τη διαμόρφωση μιας βιώσιμης εξωτερικής πολιτικής και τη δημιουργία μερικών από τα πιο σπουδαία εκπαιδευτικά ιδρύματα της Ινδίας. (Τότε, φυσικά, δεν ξέραμε ότι η Ίντιρα θα τον διαδεχόταν ως πρωθυπουργός για δύο συνεχόμενες θητείες.) Μετά το πρωινό σταθήκαμε με τον πρωθυπουργό έξω κουβεντιάζοντας και περιμένοντας τα αυτοκίνητά μας να μας πάρουν. Το δικό του ήρθε πρώτο. Ήταν πολύ μικρό και καθόλου εντυπωσιακό, και ακριβώς πίσω του στάθμευσε η πελώρια λιμουζίνα μου.

Ο Νεχρού γνώριζε καλά τις απόψεις του παππού μου και με κοίταξε κατάπληκτος. «Δεν ντρέπεσαι να έχεις τόσο μεγάλο αμάξι, τη στιγμή που το δικό μου είναι τόσο μικρό;» ρώτησε. «Δεν ντρέπομαι καθόλου», απάντησα. «Εσάς το αμάξι σας είναι δικό σας, ενώ εγώ το δανείστηκα». Γελάσαμε γνωρίζοντας πως τα υλικά αγαθά δεν μας καθορίζουν, όσο μικρά ή μεγάλα κι αν είναι. Αυτό που είχε σημασία για τον πρωθυπουργό δεν ήταν το μέγεθος του αυτοκινήτου του, μα η δύναμη των ιδεών του. Και η εταιρική λιμουζίνα του θείου μου, όσο πολυτελής κι αν ήταν, δεν μπορούσε να αλλάξει σε καμία περίπτωση αυτό που ήμουν εγώ.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Arun Gandhi «Μαχάτμα Γκάντι: Το Δώρο του Θυμού» – Εκδόσεις Διόπτρα

Δείτε όλες τις εκδηλώσεις του μήνα

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε