Η συχνή αίσθηση πείνας συσχετίζεται με έντονες μειώσεις στα επίπεδα του σακχάρου

Η έρευνα έδειξε ότι ορισμένοι άνθρωποι έχουν την τάση να εμφανίζουν μεγαλύτερη πτώση γλυκόζης και αυτό σχετίζεται με το πότε και πόσο τρώνε.

Η συχνή αίσθηση πείνας συσχετίζεται με έντονες μειώσεις στα επίπεδα του σακχάρου, σύμφωνα με έρευνα

Οι ερευνητές που εργάζονται στη μεγαλύτερη σε βάθος μελέτη διατροφής στον κόσμο διαπίστωσαν ότι ορισμένοι από εμάς βιώνουμε μεγάλες πτώσεις στα επίπεδα σακχάρου στο αίμα μετά το φαγητό, και αυτό μας κάνει να πεινάμε πιο γρήγορα. H Dr Sarah Berry, η οποία εργάστηκε στο πρόγραμμα PREDICT, μιλά στο sciencefocus και μας βοηθά να καταλάβουμε περισσότερα γι’ αυτή τη συσχέτιση.

Υπήρχε κάποιος συγκεκριμένος λόγος που το πρωινό ήταν το γεύμα στο οποίο επιλέξατε να εστιάσετε για τη μελέτη αυτή;

Για τη μελέτη PREDICT είχαμε δύο συνιστώσες. Η μία ήταν μια πολύ αυστηρά ελεγχόμενη ημέρα στην κλινική στο νοσοκομείο St Thomas’s της Μ.Βρετανίας ή στην κλινική στις ΗΠΑ στο Γενικό Νοσοκομείο της Μασαχουσέτης στη Βοστώνη. Και τους δώσαμε αυτό που ονομάζουμε «γεύμα μεταβολικής πρόκλησης» – ένα τυποποιημένο γεύμα με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά και υδατάνθρακες για πρωινό, με τη μορφή ενός μάφιν και ενός μιλκσέικ. Στη συνέχεια τους δώσαμε ένα ελεγχόμενο, συγκεκριμένο γεύμα για να καταπονήσουμε πραγματικά το σύστημά τους, ώστε να μπορέσουμε να αρχίσουμε να διαφοροποιούμε τις αντιδράσεις των ανθρώπων.

Στη συνέχεια, εισήλθαν σε μια φάση δύο εβδομάδων στο σπίτι, όπου τους τοποθετήθηκαν διάφορα φορητά gadgets, όπως ένα συνεχές όργανο παρακολούθησης της γλυκόζης. Κατά τη διάρκεια, τους παρείχαμε συγκεκριμένο πρωινό με διαφορετική σύνθεση μακροθρεπτικών συστατικών. Το μενού διαφοροποιούταν κάθε μέρα ως προς τα λιπαρά, τις πρωτεΐνες, τους υδατάνθρακες και τις φυτικές ίνες.

Δίνοντάς τους το ως πρωινό, αυτό σήμαινε ότι όλα ήταν ελεγχόμενα, καθώς όλοι είχαν νηστέψει κατά τη διάρκεια της νύχτας. Τους ζητήσαμε να αποφύγουν την άσκηση, επειδή γνωρίζουμε ότι η άσκηση μπορεί να διαφοροποιήσει τη γλυκαιμική απόκριση. Στη συνέχεια, μετά από τρεις ώρες τους επιτράπηκε να φάνε ελεύθερα, όποιο γεύμα ήθελαν, και αυτό το αποκαλούμε ad libitum. Με αυτόν τον τρόπο μπορέσαμε να εξετάσουμε και σε ένα πολύ πραγματικό πλαίσιο ζωής, όπως και στο αυστηρά ελεγχόμενο πλαίσιο το οποίο ανέλυσα μόλις.

Ποια ήταν τα αποτελέσματά σας;

Η βασική διαπίστωση από το ερευνητικό πρόγραμμα PREDICT ήταν ότι υπάρχει τεράστια μεταβλητότητα στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι ανταποκρίνονται στο φαγητό. Γνωρίζουμε ότι οι άνθρωποι είναι πολύ περίπλοκοι όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο μεταβολίζουμε τα τρόφιμα και γνωρίζουμε ότι τα τρόφιμα είναι πολυσύνθετα, όσον αφορά τις χιλιάδες χημικές ουσίες που περιέχουν και την πολυπλοκότητα της δομής τους.

Και έτσι, εξαιτίας αυτού, αυτό που είδαμε ήταν ότι υπήρχε σχεδόν 10πλάσια διαφορά στο πώς θα μπορούσα να ανταποκριθώ εγώ σε σχέση με το πώς θα μπορούσατε να ανταποκριθείτε στο ίδιο ακριβώς φαγητό σε ένα αυστηρά ελεγχόμενο περιβάλλον.

Αυτό που είδαμε επίσης ήταν ότι δεν ήταν μόνο το τι τρώγαμε που καθόριζε τον τρόπο αντίδρασής μας, αλλά ούτε και μόνο τα γονίδιά μας. Περίπου το 70% των συμμετεχόντων ήταν πανομοιότυποι δίδυμοι, ώστε να μπορέσουμε να διαχωρίσουμε τη γενετική συμβολή σε αυτή τη μεταβλητότητα των αντιδράσεων σε σχέση με τη μη γενετική.

Και διαπιστώσαμε ότι η γενετική έπαιζε στην πραγματικότητα έναν μικρό ρόλο και ότι δεν ήταν ιδιαίτερα σημαντικό. Ναι, το τι τρώγαμε ήταν προφανώς σημαντικό, αλλά εξίσου σημαντικό ήταν και το πώς το τρώγαμε – η ώρα της ημέρας, πότε κάναμε την άσκησή μας, πόσο κοιμηθήκαμε το προηγούμενο βράδυ, καθώς και το προηγούμενο γεύμα.

Επειδή παρακολουθούσαμε συνεχώς τη γλυκόζη από έναν αισθητήρα που οι συμμετέχοντες φορούσαν στο χέρι τους, μπορέσαμε να προχωρήσουμε πέρα από την εξέταση των τυπικών χαρακτηριστικών της απόκρισης της γλυκόζης μετά από ένα γεύμα. Αυτό που διαπιστώσαμε ήταν ότι υπήρχαν κάποιοι άνθρωποι που κατά τις δύο έως τέσσερις ώρες μετά την κατανάλωση ενός γεύματος είχαν μια αρκετά μεγάλη πτώση της γλυκόζης τους κάτω από το φυσιολογικό βασικό τους επίπεδο και κάποιοι άνθρωποι που δεν είχαν.

Διαπιστώσαμε ότι αν διαχωρίζαμε τους ανθρώπους ανάλογα με το αν είχαν μεγάλη ή μικρή πτώση, αυτό επηρέαζε το πόσο πεινασμένοι ήταν. Οι άνθρωποι που είχαν μεγαλύτερες πτώσεις ήταν πιο πεινασμένοι. Κατά μέσο όρο κατανάλωναν το επόμενο γεύμα τους περίπου 30 λεπτά πριν από τους ανθρώπους που είχαν μικρότερη. Επίσης, κατανάλωναν περισσότερες θερμίδες στο επόμενο γεύμα τους.

Αυτό που βρίσκω ιδιαίτερα ενδιαφέρον ως διατροφολόγος είναι ότι οι άνθρωποι που είχαν μεγαλύτερη πτώση τρεις με τέσσερις ώρες μετά το φαγητό είχαν καταναλώσει περίπου 300 περισσότερες θερμίδες σε ένα 24ωρο σε σύγκριση με όσους είχαν μικρή πτώση.

Τι μπορούν να κάνουν όσοι έχουν μεγάλες πτώσεις στη γλυκόζη τους;

Υπάρχουν δύο παράγοντες που παίζουν ρόλο εδώ: πρώτον, ότι ορισμένοι άνθρωποι είναι πιο επιρρεπείς σε αυτή τη μεγάλη πτώση απ’ ό,τι άλλοι, γεγονός που οφείλεται στον μοναδικό μεταβολισμό και τη βιολογία τους. Και δεύτερον, ότι θα υπάρξουν κάποιες τροφές που μπορεί να προκαλέσουν σε εσάς μια έντονη πτώση, αλλά όχι σε εμένα. Και ο μόνος τρόπος για να το διαπιστώσετε αυτό προς το παρόν είναι να μετράτε συνεχώς τη γλυκόζη στο αίμα και να «παίζετε» αναλόγως, δηλαδή να δοκιμάζετε διάφορες τροφές και να βλέπετε τι προκαλεί μεγάλη αύξηση και τι πτώση στα επίπεδα της γλυκόζης.

Πηγή:

www.sciencefocus.com/news/hungry-all-of-the-time-it-could-be-in-your-blood

Λάβετε καθημερινά τα άρθρα μας στο e-mail σας

Σχετικά θέματα

Πρόσφατα Άρθρα

Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε