Είδα να γίνεται μπροστά μου μια δίκη, στην οποία ήμουν παρατηρητής, δικαστής, κατηγορούμενος, μάρτυρας κατηγορίας και μάρτυρας υπεράσπισης. Είδα να με κατηγορεί και να με υπερασπίζεται ο ίδιος μου ο εαυτός.

Μάρτυρας Κατηγορίας:

Σαν πολίτης του κόσμου που αισθάνομαι τον εαυτό μου, είμαι υποχρεωμένος να πω την αλήθεια για όσα αδικήματα διέπραξε ο κατηγορούμενος σε βάρος των συνανθρώπων του και τα οποία υπέπεσαν στην αντίληψή μου.
Δεν ακολούθησε τους κανόνες της μικρής κοινωνίας όπου γεννήθηκε και ανατράφηκε με αποτέλεσμα να παραβιάσει φυσικούς και ηθικούς νόμους που στηρίζουν την ισορροπία στις κοινωνίες του υλικού κόσμου όπου ζει. Για να γίνω σαφής, πρέπει να αναφέρω ότι δεν σεβάστηκε την έμφυτη τάση του ίδιου του εαυτού να διαιωνίσει το είδος του, αποφεύγοντας τις ευθύνες του, που είναι ευθύνες κάθε ανθρώπου που σέβεται τον τον Δημιουργό του.
Δεν σεβάστηκε αυτό που ονομάζουμε Θεία Πρόνοια και θεώρησε τον εαυτό του ανώτερο ακόμη κι από τον ίδιο τον δημιουργό, προβαίνοντας σε άνευ προηγουμένου πράξεις αλαζονείας και εγωισμού. Θεώρησε «ικανότητα» το να παίρνει υλική βοήθεια από συνανθρώπους του εργατικού και ευσεβείς προς τον Θεό και ν την προσφέρει σε άλλους που κατά τη δική του κρίση είχαν ανάγκη βοήθειας, δίνοντας με αυτόν τον τρόπο την εντύπωση ότι ο Δημιουργός έκανε λάθος. Θα ήθελα να ξέρω αν θα έκανε το ίδιο πράγμα και με τη δική του περιουσία, αν είχε. Εφόσον όμως ο κατηγορούμενος δεν είχε κανενός είδους ιδιοκτησία, τίποτε δεν τον εμπόδιζε να διαμοιράζει την περιουσία των άλλων.
Με αυτήν την έννοια, μπορούσε να πάρει αυτό που εκείνος ονόμαζε «βοήθεια προς τον συνάνθρωπο» από άτομα που τα χαρακτήριζε η αφέλεια , η εργατικότητα ή η πίστη προς τον Θεό. Είναι γνωστό ότι ο φόβος της αντικειμενικής συνειδητότητας για την κόλαση, είναι ο καλύτερος τρόπος για να πάρει κάποιος αυτού του είδους την βοήθεια από ανθρώπους που διακατέχονται από τέτοιες φοβίες.

Διακήρυξε στους συνανθρώπους του πως δεν υπάρχει καμιά τιμωρία για ό,τι έχουν κάνει, φτάνει μόνο να κατανοήσουν το κακό που έκαναν να μην επαναλάβουν πράξεις που είναι αρνητικές και να προσπαθήσουν να ξεπληρώσουν το χρέος που δημιούργησαν με καλές πράξεις. Όταν κάποτε τον ρώτησα τι συμβαίνει μ’ έναν άνθρωπο που κατάλαβε ότι είναι κακός στα βαθιά του γεράματα, η απάντησή του ήταν ότι κανένα χρέος δεν μένει απλήρωτο και πως η εξόφληση ενός χρέους δεν είναι τιμωρία, αλλά δικαιοσύνη!
Μπορεί να μας πει ο κατηγορούμενος, αν πριν προβεί σε αυτές τις δηλώσεις, είχε κάποιο στοιχείο που να επιβεβαίωνε ότι οι δικές του οφειλές αποπληρώθηκαν; Επίσης θα πρέπει να μας πει ποιος του έδωσε αυτήν την αντικοινωνική πληροφορία. Ή μήπως δεν γνώριζε ότι η ανθρώπινη συνειδητότητα με τον τρόπο που θέλει να καταλαβαίνει τα πράγματα, εκμεταλλεύεται το παρόν και αδιαφορεί για το μέλλον,, ότι μάλιστα πρόκειται για πράξεις που τις θεωρεί ζωτικής σημασίας σε ό,τι καταλαβαίνει στο παρόν; Μ’ αυτό θέλω να πω πως κάλυπτε τις δικές του εσωτερικές ανάγκες, αδιαφορώντας για το μπορεί να συμβεί στο άγνωστο για μας μέλλον.
Αυτό που κατάφερε ο κατηγορούμενος με τέτοιες αντικοινωνι΄κές απόψεις, ήταν να δημιουργήσει θύματα αυτής της ουτοπικής θεωρίας και κυρίως, ανάμεσα σε άτομα που από αδυναμία και άγνοια δέχτηκαν αυτές τις αβάσιμες πληροφορίες.

Υποστήριξε ότι το καλό είναι σχετικό, ανατρέποντας όσα οι διδάσκαλοι και οι ιερείς μας δίδαξαν μέχρι τώρα. Και ρωτάω τον κατηγορούμενο, αν το καλό είναι σχετικό, τότε πως αυτός δρούσε πιστεύοντας ότι κάνει το καλό; Θα γνωρίζει ασφαλω΄ς ο κατηγορούμενος ότι τα ευχάριστα συναισθήματα εμπεριέχονται στον κατάλογο του καλού. Τότες, ας μας πει πότε η κλοπή θεωρείται καλή και πότε κακή πράξη, αφού πρώτα μας προσδιορίσει τι είναι «κλοπή».
Και τον ρωτώ: πως μπορούμε να χαρακτηρίσουμε μια πράξη θετική ή αρνητική, αν εμείς οι ίδιοι δεν έχουμε συγκεκριμενοποιημένη επίγνωση του καλού και του κακού; Έχουμε κάνει μια καλή ή μια κακή πράξη αν πείσουμε ένα ηλίθιο άτομο να μας δώσει αυτό που κρατά στο χέρι του; Η γενική αντίληψη μας βεβαιώνει ότι αυτό είναι κλοπή. Το ερώτημα είναι αν αυτή η αντίληψη αλλάζει στην περίπτωση που αυτό που παίρνουμε από τον ηλίθιο το προσφέρουμε σε κάποιον που έχει ανάγκη, κατά τη δική μας προσωπική άποψη. Και για τη συγκεκριμένη περίπτωση γεννιέται το ερώτημα: τι εννοεί ο κατηγορούμενος «ηλιθιότητα» και τι «ανάγκη»;

Απέφυγε να ακολουθήσει πολλές από τις συνήθειες του τόπου όπου μεγάλωσε και παράλληλα προσπάθησε να μεταδώσει στους άλλους αυτό που εκείνος διάλεξε για τον εαυτό του σαν σωστό, χωρίς να σεβαστεί τη γνώμη των προγόνων του. Γνωρίσαμε την αλήθεια ενσωματωμένη στις διδασκαλίες της θρησκείας μας και ήταν αυτό που οι πρόγονοί μας ήξεραν σαν αλήθεια. Ο κατηγορούμενος υπήρξε βλάσφημος λέγοντας ότι τίποτε δεν είναι πάνω από την αλήθεια και ότι τίποτα δεν μπορεί να μας διδάξει την αλήθεια εκτός από τον ίδιο μας τον εαυτό. Είπε ότι η αλήθεια είναι γραμμένη μέσα μας κι όχι σε χειρόγραφα, προσπαθώντας με αυτόν τον τρόπο να ανατρέψει τη σοφία των αγίων μας προγόνων, που με τόση επιμέλεια κι αγάπη έγραψαν βιβλία χρήσιμα για την πνευματική μας εξέλιξη. Εάν όντως ίσχυε αυτό, τότε δεν θα αναφερόμασταν στις γραπτές διδασκαλίες τους και δεν θα χρειαζόταν κανενός είδους μαθητεία για μα διδαχτούμε αυτά που γνωρίζουμε. Ό,τι ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος , ανήκει στη σφαίρα των υποθέσεων και δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα.

Είπε, επίσης ότι η σκέψη μπορεί να γίνει επικίνδυνη, αν δεν την ελέγχουμε και ότι οι πράξεις είναι γεννήματα της σκέψης. Μπορεί να μας πει «ποιο είναι το μέτρο που ορίζει το σωστό και το λάθος σ’ ότι αφορά τις σκέψεις, αφού οι σκέψεις είναι καθαρά προσωπική υπόθεση του του καθενός», απ’ ότι λέει ο ίδιος.
Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να σκεφτεί κάποιος πολύ για να κατανοήσει ότι οι σκέψεις μας είναι αποτέλεσμα αντίληψης του τρόπου με τον οποίο διδαχτήκαμε να βλέπουμε και να καταλαβαίνουμε το περιβάλλον. Εφόσον λοιπόν η σκέψη μας επηρεάζεται από το περιβάλλον, είναι παράλογο να λέμε ότι οι σκέψεις μπορούν να ελέγχονται από μας, τη στιγμή μάλιστα που η αντικειμενική συνειδητότητα χρησιμοποιεί αυθόρμητα τη σκέψη για να αντεπεξέλθει σε δύσκολες στιγμές. Κι ανάλογα πάντα με τις ανάγκες της στιγμής, ο αυθορμητισμός πηγάζει από ωκεανό συναισθημάτων δημιουργημένο πάλι από την αντίληψη, τη σκέψη και το περιβάλλον. Μ’ αυτήν την έννοια, δεν μπορούμε να ελέγχουμε τις σκέψεις μας, με τρόπο τέτοιο που να οδηγηθούμε σε πράξεις ανάλογες της απόλυτα δικής μας προσωπικής αντίληψης.

Διακήρυξε κι όλα ότι ο κόσμος που ζούμε, είναι κόσμος ψευδαισθήσεων και ότι δεν έχει καμία πραγματική υπόσταση. Ελλιπείς επίσης αποκάλεσε τις πέντε αντικειμενικές αισθήσεις, προσπαθώντας έτσι να μας πείσει ότι ο κόσμος που βλέπουμε κι αγγίζουμε δεν είναι αληθινός, με σκοπό να μας οδηγήσει στο χάος. Έχετε σκεφτεί, αν όλοι εμείς αποδεχόμασταν σαν αληθινές αυτές τις θεωρίες, τι θα μπορούσε να είχε συμβεί; Θα σπάζαμε τα κεφάλια μας στους τοίχους προσπαθώντας να τους διαπεράσουμε. Κι όμως, όλοι γνωρίζουμε ότι αντλούμε την ευτυχία που απολαμβάνουμε στον κόσμο της ύλης από τις αντικειμενικές αισθήσεις. Εξ άλλου είναι γνωστό ότι τα εξωτερικά ερεθίσματα είναι βασικός παράγοντας για τις διεργασίες της υποκειμενικής συνειδητότητγας. Τον προκαλώ, ωστόσο, να μας παραθέσει αυτός έναν κόσμο που να είναι αληθινότερος του αντικειμενικού που γνωρίζουμε.

Ανέφερε επιπλέον ότι αυτό που αποδεικνύεται σήμερα σαν αλήθεια, υπάρχει περίπτωση σε ένα ανώτερο επίπεδο κατανόησης να ανατρέπεται και να μην αντιπροσωπεύει την αλήθεια, προσπαθώντας να μας πείσει πως τίποτα δεν είναι σταθερό. Αν ο κατηγορούμενος πιστεύει αυτά που λέει, τότε δεν πρέπει να αγωνίζεται περί της λεγόμενης καλής συμπεριφοράς προς του άλλους, αφού αυτό που κατά τη γνώμη του είναι αλήθεια σήμερα, μπορεί αύριο να μην ισχύει.
Είπε κιόλας πως το σώμα που αντιλαμβανόμαστε με τις αντικειμενικές αισθήσεις δεν είναι ο άνθρωπος, ότι ο άνθρωπος δεν είναι υλικό ον και ότι αυτός που εκείνος αποκάλεσε «άνθρωπο», δεν πεθαίνει ποτέ.

Προσπάθησε να καταλύσει κάθε θεσμός οικογένειας, λέγοντας ότι οι πραγματικοί συγγενείς του ανθρώπου δεν είναι οι υλικοί, αλλά οι ψυχικοί συγγενείς. Φαντάζεσθε αν όλες οι μητέρες εγκατέλειπαν τα παιδιά τους αποδεχόμενες τέτοιες απόψεις, τι θα συνέβαινε τότε;
Κατηγορείται, επίσης, γιατί είπε ότι προϋπήρχαμε της γέννησης, την οποία και προκαλούμε. Είπε πως μια τέτοια απόφαση παίρνεται χωρίς καμιά εξωτερική πίεση και ότι τα δεινά που αντιμετωπίζουμε στη ζωή, είναι δικές μας επιλογές. Θα πρέπει να είναι κανείς ηλίθιος για να πιστέψει μια τέτοια παραπλανητική άποψη. Έχει μήπως φανταστεί τι θα συνέβαινε εάν ίσχυε αυτό; Οι φτωχοί θα έμεναν άτεκνοι, αν τα ίδια τα παιδιά αποφάσιζαν από ποιους γονείς θα έπρεπε να γεννηθούν!
Εκτός αυτών, είπε ότι δεν υπάρχει ΄»διάβολος» και ότι μόνο εμείς τον φέρνουμε σε ύπαρξη, προσπαθώντας έτσι να προκαλέσει σύγχυση και να καταλύσει κάθε έννοια πίστης προς τους ιερείς και τη θρησκεία. Διακήρυξε ότι ο Θεός που καταλαβαίνει ο καθένας μας, αυτός είναι και ο θεός που πιστεύει και ότι δεν μπορεί η πίστη με κανέναν τρόπο να αντικαταστήσει τη γνώση. Είπε επίσης ότι η αμφιβολία είναι προτιμότερη της πίστης, γιατί – λέει – η αμφιβολία οδηγεί στη γνώση. Φαντάζεστε τι θα συνέβαινε αν όλοι αμφιβάλλαμε για ό,τι σήμερα πιστεύουμε; Σκεφτείτε μόνο ότι ο κόσμος βρίσκεται σε μια κατάσταση ακυβερνησίας και τώρα ακόμη, τη στιγμή μάλιστα που υπάρχει η πίστη.
Δίδαξε επιπλέον ότι ο Θεός δεν μπορεί να νοηθεί σωστά, αν τον συμβολίσουμε με μορφές, όπως είναι οι εικόνες και τα αγάλματα, και ότι αυτό θεωρείται ειδωλολατρεία, γιατί κατά τη δική του γνώμη ο Θεός δεν έχει σώμα και είναι απερίγραπτος. Το ερώτημα είναι, αφού ο Θεός είναι για εκείνον απερίγραπτος, γιατί δεν αφήνει τους άλλους να τον περιγράψουν σύμφωνα με την δική τους προσωπική γνώμη;

Προσπάθησε να πείσει τους νέους να μην προσεύχονται με προσχεδιασμένες προσευχές, αλλά όπως αυτοί νομίζουν και όπως οι ίδιοι καταλαβαίνουν την έννοια της προσευχής. Τους είπε μάλιστα ότι η προσχεδιασμένες προσευχές, που χρησιμοποιούμε αιώνες τώρα, δεν είναι τίποτα άλλο παρ΄σημεία αναφοράς για να σχηματίσουν τις δικές τους προσευχές.

Τους δίδαξε τρόπους να αφήνουν τη συνειδητότητά τους δεκτική σε αντιλήψεις που οι ίδιοι δεν μπορούσαν να συλλάβουν φυσιολογικά και αυτό το ονόμασε «διαλογισμό».

Τους είπε ότι η ζωή δεν είναι τίποτα άλλο από μαθητεία, οδηγώντας τους σε έναν δρόμο σκέψης που τους απομακρύνει από την φυσιολογική ζωή και τους οδηγεί στο δρόμο της οκνηρίας και της ανευθυνότητας.
Και κλείνω τη μαρτυρία μου με το χειρότερο από όσα άκουσα από το στόμα αυτού του αμαρτωλού. Είπε ότι ο καθένας μας μπορεί να γίνει ένας μικρός Θεός!!!

Μάρτυρας Υπεράσπισης:

Γνωρίζω αυτόν που σήμερα ονομάζουμε «κατηγορούμενο», από τότε που πήρε την πρώτη του πνοή και είμαι σε θέση να σας πω ότι τον ξέρω πολύ καλά, γιατί ήμουν αυτός που κατέγραφε και τις πιο μύχιες σκέψεις του σε βιβλία που κράτησα κρυφά και στα οποία ο μάρτυρας κατηγορίας δεν είχε πρόσβαση. Γι’ αυτά που θα πω παίρνω και την ευθύνη, όσον αφορά τη γνησιότητά τους.

Θα προσπαθήσω με κάθε εφικτό τρόπο να αναλύσω τις απαντήσεις μου σε όσα διατύπωσε ο μάρτυρας κατηγορίας, οι οποίες θα στηρίζονται σε πραγματικά γεγονότα, που σχετίζονται με την υπευθυνότητα, τη πρόθεση και τη δράση του κατηγορουμένου.

Για τις εκδηλωμένες οντότητες που διαθέτουν διάνοια, η διαιώνιση του είδους είναι μόνο ένα κομμάτι του σκοπού για τον οποίον ενσαρκώνονται στον υλικό κόσμο. Γίνεται ας πούμε ένα είδος καταμερισμού της εργασίας, που πρέπει να κάνει καθεμία ατομικότητα για να επιτευχθεί ένα ανώτερο έργο. Γι’ αυτό το λόγο, δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε ένα κτηνοτρόφο που δεν ασχολήθηκε ποτέ με τη γεωργία, ούτε έναν ιερέα που ασχολήθηκε με την ιεροσύνη και δεν δημιούργησε οικογένεια. Αυτή η κατηγορία στερείται βάσης, γιατί ο μάρτυρας κατηγορίας μίλησε με δεδομένα που καταλαβαίνει μέσα σε στενά όρια.

«Θεία Πρόνοια» δεν μπορεί να θεωρηθεί με κανέναν τρόπο αυτό που είπε ο μάρτυρας. Όλοι γνωρίζουμε ότι ο άνθρωπος είναι εκ των πραγμάτων υποχρεωμένος να συνυπάρχει με άλλους. Ο αόρατος σε εμάς αρχιτέκτονας, που δομεί τις μορφές ενσωματώνοντας μέσα τους τάσεις, οι οποίες έχουν σαν σημείο αναφοράς τις δυνατότητες της κάθε ατομικής ανθρώπινης προσωπικότητας ξεχωριστά, δεν το κάνει αυθαίρετα, αλλά στηρίζεται σε δεδομένα που αντλεί από ‘μας τους ίδιους και σε καμία περίπτωση δεν είναι τυχαία. Γνωρίζουμε, μέσω της μνήμης του παρελθόντος και των εμπειριών, ότι χρειαζόμαστε τη βοήθεια των άλλων, και αυτό είναι δική μας επιλογή, γιατί ο Δημιουργός δεν έφτιαξε έναν κόσμο στον οποίον το ανθρώπινο είδος δεν θα είχε καμία συμμετοχή. Αυτό θα ήταν ανιαρό και χωρίς ουσία για τις εκδηλωμένες οντότητες. Εξάλλου, αυτή τη δυσαρμονία που υπάρχει, δεν μπορεί να την προκάλεσε το ανώτατο ον που αποκαλούμε «Θεό», γιατί τότε δεν θα το ονομάζαμε «Θεό».

Όσο για την βοήθεια που προσέφερε ο κατηγορούμενος, μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι παρόμοιες ενέργειες βοηθούν στην εξέλιξη κι εξισορροπούν την αρνητικότητα που δημιουργούν αυτοί που ο μάρτυρας κατηγορίας αποκάλεσε «εργατικούς κι ευσεβείς προς τον Θεό». Με βεβαιότητα επίσης μπορώ να πω ότι αν ο κατηγορούμενος είχε περιουσία, θα τη διέθετε στην υπηρεσία των αδυνάτων. Αυτό εξάλλου το βεβαιώνει κι ο τρόπος που θυσίασε τη πολύτιμη ζωή του, βοηθώντας αυτούς που πράγματι χρειάζονταν βοήθεια, χωρίς να αποβλέπει σε κανενός είδους όφελος. Η ευθύνη και η αγάπη προς τον συνα΄νθρωπο, έννοιες που κατανόησε ο κατηγορούμενος μέσω της μακρόχρονης μαθητείας του, ήταν που τον έπεισαν ότι έπρεπε να προβεί σε ενέργειες με σκοπ΄΄ο να αφυπνίσουν στους ανάλογα δεκτικούς συνανθρώπους του αισθήματα που είχαν ξεχάσει. Η πράξη της βοήθειας προς τον συνάνθρωπο είναι αναγκαία για την εξισορρόπηση του ψυχικού κόσμου και τη βαθύτερη κατανόηση των κοσμικών νόμων.

Η τιμωρία είναι δική μας επινόηση για να πιέσουμε κατά κάποιο τρόπο τα παιδιά μας να μάθουν πράγματα που θα τους βοηθήσουν να έχουν ένα καλύτερο μέλλον – έτσι όπως εμείς σε στενά πλαίσια το εννοούμε – ή για όσους από ‘μας δεν αποδέχονται τους νόμους που επικρατούν στις εκάστοτε κοινωνίες, με σκοπό να διατηρείται η΄τάξη και η αρμονία στη συμβίωσή μας με τα άλλα μέλη της ομάδας όπου ζούμε. Αυτό που θεωρεί λάθος ο κατηγορούμενος, είναι η αντίληψη ότι η τιμωρία προέρχεται από τον Δημιουργό. Δεν είναι με κανέναν τρόπο αληθινό ότι ο Θεός θα μας τιμωρήσει γι αυτό που κάναμε ή δεν κάναμε. Αυτός ο τρόπος σκέψης είναι κάτι περισσότερο από άγνοια, είναι ημιμάθεια. Είναι έκδηλο παντού ότι η πρόθεση του Δημιουργού για τη Δημιουργία Του είναι άπειρα αγαθή. Αυτό εξάλλου φαίνεται από τον ελεύθερο τρόπο με τον οποίος μπορούμε να εκφραζόμαστε. Αν ο Δημιουργός ήθελες τα δημιουργήματά του να είναι αλάνθαστα, τότε θα μας είχε φτιάξει τέλειους σαν κι εκείνον. Δεν μπορώ με κανέναν τρόπο να δεχτώ ότι του ξέφυγε ο έλεγχος από τα χέρια ή ότι ικανοποιείται όταν μας τιμωρεί, γιατί τότε δεν μιλάμε για Θεό. Το χρέος είναι δική μας επινόηση και είναι σωστό στο μέτρο που μπορεί να το κατανοήσει ο καθένας μας, και οι ανάλογοι προσαρμοζόμενοι νόμοι εξυπηρετούν τον εκάστοτε τρόπο σκέψης του ανθρωπίνου γένους, επηρεάζοντας άμεσα το νόημά του.

Το καλό και το κακό είναι έννοιες καταγραμμένες μέσα μας από καταβολής κόσμου, όμως το τι είναι καλό και κακό, αποτελεί καθαρά δική μας επιλογή. Υπήρξαν φορές που για την ίδια πράξη ένας άνθρωπος τιμήθηκε και ένας άλλος φυλακίστηκε. Το ζητούμενο στο ανθρώπινο γένος είναι να κατανοήσει τι είναι καλό για την ανθρωπότητα γενικά και όχι τι συμφέρει ένα μόνο άτομο σε μια δεδομένη στιγμή. Παραδέχομαι ότι οι συνθήκες είναι αυτές που προσδιορίζουν την έννοια του καλού και του κακού, αλλά γνωρίζω επίσης ότι τις συνθήκες τις δημιουργεί ο δικός μας τρόπο σκέψης. Αν λοιπόν θεωρούμε καλό τη βοήθεια των άλλων προς εμάς σε μια στιγμή της ζωής μας που πράγματι τη χρειαζόμαστε, δεν βλέπω γιατί αυτήν την έννοια να μην τη χρησιμοποιήσει ο νους μας και σε στιγμές δικής μας ευημερίας για τους άλλους που βρίσκονται σε κατάσταση ανάγκης;

Όσο για την αλήθεια, δεν είναι κάτι που μπορούμε να γνωρίσουμε χωρίς εμπειρίες. Αυτό που αποδεχόμαστε σαν αλήθεια, βγαίνει από τα γεγονότα που διαδραματίζονται γύρω μας και από τη σωστή παρατήρηση. Επομένως, η αλήθεια που καταλαβαίνουμε σήμερα, δεν μπορεί υποχρεωτικά να είναι η αλήθεια του αύριο, εφόσον στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο στη δική μας παρατήρηση. Και φυσικά, αυτό που θα προκύψει σαν αλήθεια, θα είναι ανάλογο των γνώσεών μας. Άρα, η αλήθεια αυτή δεν μπορεί να είναι σταθερή, αφού εμείς δεν μπορούμε να κατανοήσουμε την έννοια της σταθερότητας. Εκείνο που πρέπει πάντως να παραδεχτούμε είναι ότι η αλήθεια του χθες, αποτελεί τον γονέας της σημερινής αλήθειας. Άρα, η αλήθεια βρίσκεται στη μνήμη μας και είναι ανάλογη της κατανόησης μας.

Ο τρόπος που σκεφτόμαστε είναι αυτός που καθορίζει και τον τρόπο που δρούμε, γιατί μέσα από τις διεργασίες της σκέψης γεννιούνται όλα όσα συμβαίνουν. Είπε ο μάρτυρας κατηγορίας ότι οι σκέψεις μας επηρεάζονται άμεσα ή έμμεσα από το περιβάλλον, αυτό είναι αληθινό, μόνο που δεν θυμήθηκε να πει ότι «περιβάλλον» για τους άλλους είμαστε πάλι εμείς. Ο κατηγορούμενος πολύ σωστά έχει κατανοήσει ότι η σκέψη είναι ο μετατροπέας που αντλεί στοιχεία από τον κοσμικό ωκεανό και τα συνθέτει, δημιουργώντας κόσμους. Ποιος από μας δεν θαύμασε ή δεν αηδίασε έργα που έφτιαξε το ανθρώπινο χέρι; όλοι γνωρίζουμε ότι το χέρι απλά δούλεψε για να εκφράσει μια σύνθεση που ήδη είχε δημιουργήσει η σκέψη.

Αυτός που σκέπτεται, προκαλεί ανάλογα τη κοσμική σκέψη και μεταφέρει από τον κόσμος των ιδεών ενέργεια, που τη μεταφράζει ανάλογα με το επίπεδο εξέλιξής του, μορφοποιώντας τη σύμφωνα με την κατανόηση της αντικειμενικής του συνειδητότητας. Το περιβάλλον μας δίνει ευκαιρίες να σκεφτούμε και να επηρεαστούμε, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν έχουμε δυνατότητα επιλογών και συγκρίσεων.

Αν δεχτούμε ότι αυτό που δημιουργεί την αρνητικότητα, είναι ο διάβολος και όχι η δική μας σκέψη, τότε εθελοτυφλούμε. Δεν μπορώ να παραβλέψω ότι ο διάβολος είναι μια δικής μας έξυπνη ανακάλυψη ενάντια στους αδύναμους συνανθρώπους μας. Εμείς φτιάξαμε την κατάλληλη σκεπτομορφή για να καταπιέσουμε τους συνανθρώπους μας ή για να δικαιολογήσουμε αυτά που δεν μπορούμε να καταλάβουμε. Όμως, όπως και να το δούμε, η πραγματικότητα είναι ότι αυτό δείχνει την επινοητικότητα της ανθρώπινης φαντασίας και τη δυνατότητα που υπάρχει στο καθένα μας να καταλαβαίνει αυτά που παρατηρεί με έναν δικό του ιδιαίτερο τρόπο. Μόνο με την έρευνα και την παρατήρηση μπορούμε να οδηγηθούμε σε μια ανώτερη κατανόηση που φαίνεται ν είναι και ο σκοπός της ύπαρξής μας, αφού η τάση για ασταμάτητη έρευνα είναι έντονα έκδηλη στο είδος μας. Αντί λοιπόν να υποφέρουμε και να καταφερόμαστε εναντίον κάποιας άγνωστης οντότητας, που τη δημιουργήσαμε στο μυαλό μας για να αποδεικνύουμε κάθε φορά που κάνουμε λάθος ότι δεν φταίμε εμείς αλλά ο διάβολος, είναι προτιμότερο να διδαχτούμε από τα λάθη μας. Για να συμβεί όμως κάτι τέτοιο, θα πρέπει να αναλάβουμε και τις ευθύνες όσων μας συμβαίνουν.

Όλοι αισθανόμαστε ότι εκτός από το υλικό μας σώμα, νιώθουμε και κάτι άλλο πιο εσωτερικό και άυλο, που δεν χάνει ευκαιρία ν μας θυμίζει συνεχώς ότι υπάρχει και δεν είναι ξένο προς εμάς. Τίποτα δεν μπορεί να πείσει ένα νεκρό σώμα ότι υπάρχει, αν δεν εμπεριέχει μέσα του την άυλη εκείνη ουσία, που κατανοεί αυτό που δεν μπορούν να κατανοήσουν οι αντικειμενικές αισθήσεις από μόνες τους. Για παράδειγμα αυτό που αποκαλούμε «αξιοπρέπεια», είναι μια έννοια που έχει τις πηγές της στα άυλα μάλλον στοιχεία του εαυτού μας παρά στα υλικά.

Φαίνεται ότι η άυλο οντότητα χρησιμοποιεί την ύλη με τον τρόπο που καταλαβαίνει κάθε φορά για να τονίσει αυτά τα ¨΄αυλα στοιχεία, τα οποία πηγάζουν από έναν αόρατο ωκεανό αισθημάτων και τα οποία σίγουρα δεν προέρχονται από το υλικό μας σώμα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν χρειαζόμαστε το υλικό μας σώμα. Εφόσον λοιπόν το υλικό σώμα – όπως εύκολα μπορούμε όλοι να καταλάβουμε μέσω της παρατήρησης – είναι φθαρτό και αλλάζει συνεχώς, φαίνεται ότι η πραγματική μας υπόσταση είναι η άυλη, άρα και η πραγματική μας συγγένεια βρίσκεται στο άυλο πεδίο. Όσο για τη μητέρα που ανέφερε ο μάρτυρας κατηγορίας, είναι βέβαιο ότι ο χείμαρρος αγάπης που ξεχύνεται προς τα έξω, έχει την πηγή του στον αόρατο για μας ΄κοσμικό ωκεανό. Τίποτε δεν εμποδίζει τη συνειδητότητα να κατανοήσει την πιο βαθιά έννοια αυτής της πηγής και να εκφράσει επιλεκτικά ή μη την ίδια αγάπη σε άτομα με τα οποία δεν έχει φυσική συγγένεια. Όπως μπορούμε να καταλαβαίνουμε ποιοι είναι οι φυσικοί μας συγγενείς, αντίστοιχα και σε ένα ανώτερο πεδίο κατανόησης, αναγνωρίζουμε τους ψυχικούς μας συγγενείς. Ποια φυσιολογική μητέρα δεν θέλει οι άλλοι να αγαπούν το παιδί της με τον ίδιο τρόπο που το αγαπάει και η ίδια; Αν αυτό το τηρούσαν όλες οι μητέρες, τότε δεν θα υπήρχαν δικά μας και ξένα παιδιά.

Σε ό΄,τι έχει σχέση με την προσευχή, θα πρέπει να αναφερθώ στον τρόπο με τον οποίο καταλαβαίνει η εκδηλωμένη συνειδητότητα. Είναι γνωστό ότι ο καθένας μας έχει ένα μοναδικά ιδιαίτερο τρόπο να καταλαβαίνει το σωστό και το ωφέλιμο, επομένως, πρέπει να προσεύχεται όπως ο ίδιος ξέρει. Ο διαλογισμός δεν είναι τρόπος προσευχής, είναι μια κατάσταση, ένας ιερός χώρος αντίστοιχος του αντικειμενικού, στον οποίον μπορούμε να πάμε και να προσευχηθούμε στο Θεό που κατανοούμε, με τις σκέψεις μας να είναι υπεύθυνες για το πως θα είναι αυτός ο χώρος. Βέβαιο είναι ότι όποιος φτάνει στην κατάσταση του διαλογισμού, αντλεί δημιουργική ενέργεια από τον κοσμικό ωκεανό, και είναι αυτό που κερδίζει εκείνος που προσπαθώντας άοκνα, κατάφερε να πετύχει μια τέτοια ανώτερη επαφή, αφήνοντας την συνειδητότητά του δεκτική σε αυτήν την ενέργεια, που είναι χρήσιμοι για τις δημιουργικές διεργασίες της σκέψης και κατ’ επέκταση, για την εξέλιξή μας.

Η ολιγάρκεια δεν είναι οκνηρία ούτε ανευθυνότητα. Αντίθετα, η πλεονεξία σπέρνει πόνο και δημιουργεί δεινά στους ανθρώπους. Η ίδια η φύση μας διδάσκει ότι η σπατάλη είναι φθοροποιός δύναμη, φαντάζεστε λοιπόν τι θα συνέβαινε αν τα σαρκοφάγα ζώα κατασπάραζαν περισσότερα ζώα από αυτά που όντως χρειάζονται για τη τροφή τους; Και τελειώνω, με το τι εννοούσε ο κατηγορούμενος, λέγοντας ότι «είμαστε Θεοί».

Κάθε στιγμή που ζούμε στον υλικό κόσμο είναι και μια ευκαιρία για να παρατηρήσουμε ότι συνεχώς εξελισσόμαστε κι επιτυγχάνουμε πράγματα που για τους μακρινούς μας προγόνους θα ήταν ικανά να μας καταστήσουν Θεούς. Το ίδιο θα κάναμε κι εμείς για τους απογόνους μας, αν μπορούσαμε να τους παρατηρήσουμε. Το πρόβλημα είναι ότι δεν μπορούμε να δούμε το μέλλον. «Θεός» για τη πεπερασμένη συνειδητότητά μας θα είναι πάντα το άπειρο άγνωστο και ό,τι από αυτό το άγνωστο ο καθένας μας κατανοεί σαν Θεό.

Απόσπασμα από το βιβλίο «Η ανώνυμη αδελφότητα»

Εσείς λοιπόν βγάλτε την ετυμηγορία…

Δείτε όλες τις εκδηλώσεις του μήνα

Διαβάστε επίσης
Έχω κάνει ήδη LIKE. Μην μου το ξαναδείξετε